Με το “Ιnvoluntary” του 2008 και το “Play” του 2011 o Σουηδός Ρούμπεν Έστλουντ έφτιαξε δυο συναρπαστικές στο μάτι ταινίες, παίζοντας με τα πλάνα του με τρόπο εντυπωσιακό, απολαυστικό και φρέσκο. Ο τρόπος που τα στήνει, ο τρόπος που τα ενορχηστρώνει, ο τρόπος που κινεί μέσα του τους ηθοποιούς του και τους κομπάρσους, ο τρόπος που τους εμφανίζει και τους εξαφανίζει, ο τρόπος που άλλοτε η κάμερα μένει εντελώς ακίνητη και άλλοτε κινείται μαζί τους κι όλα αυτά χωρίς μοντάζ, με μεγάλα διαδοχικά μονόπλανα, σε αφήνουν με το στόμα ανοικτό. Αν οι δύο αυτές ταινίες είναι συναρπαστικές σκηνοθετικά, χωρίς πάντως καθόλου να στερούνται και ουσίας, με την «Ανωτέρα Βία»  του 2014 ο Έστλουντ έκανε ένα άλμα, παραδίδοντας μια από τις πιο δυνατές ταινίες της δεκαετίας που διανύουμε.

Με «Το Τετράγωνο» κάνει υποτίθεται το ακόμη μεγαλύτερο άλμα, κερδίζοντας τον Χρυσό Φοίνικα την άνοιξη, μια υποψηφιότητα για καλύτερη ξένη ταινία μόλις σήμερα στις Χρυσές Σφαίρες και σαρώνοντας τα ευρωπαϊκά βραβεία κινηματογράφου πριν λίγες μέρες, κερδίζοντας συνολικά έξι. Και πηγαίνεις στο σινεμά προσδοκώντας να δεις κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Βοηθά τα μάλα σε αυτό και η αφίσα της ταινίας, όπου ένας ημίγυμνος μυώδης άντρας με κάτι περίεργα πράγματα στα χέρια, είναι ανεβασμένος πάνω σε ένα τραπέζι μεγάλης σάλας δεξίωσης, γεμάτης επίσημα ντυμένους ανθρώπους. Είναι μια εικόνα που δημιουργεί εκρήξεις στο μυαλό σου, ειδικά όταν δεν ξέρεις περί τίνος πρόκειται.

Βγαίνοντας όμως από το σινεμά, ακόμη κι αν θα μπορούσες να καταλάβεις όλα τα υπόλοιπα βραβεία, σηκώνεις τα χέρια ψηλά με το ευρωπαϊκό βραβείο σεναρίου. Γιατί σε αντίθεση με τις προηγούμενες ταινίες του (που ήταν σεναριακά συμπαγείς, είτε μία ιστορία διηγούνταν, είτε πέντε παράλληλες όπως το “Involuntary”), εδώ ο Έστλουντ πορεύεται με βάση ένα σενάριο που σταδιακά χαώνεται, ένα σενάριο το πρόβλημα του οποίου δεν είναι ότι δεν ακολουθεί νόρμες, πεπατημένες και λυσάρια, αλλά ότι είναι εμφανώς κακοφτιαγμένο, ότι αδυνατεί να οργανώσει τις διάφορες ιδέες και θέματα που ανοίγει ο Έστλουντ σε κάτι ενιαίο. Θα πω μόνο το εξής παράδειγμα. Ο πρωταγωνιστής έχει δυο παιδιά. Τα οποία ενώ μπαίνουν τόσο αργά στην ταινία και μας είναι γενικά τόσο αδιάφορα, ο Έστλουντ αποφασίζει να τελειώσει την ταινία με αυτά, λες και μας αφορούσαν καθόλου επί 2 1/2 ώρες ή λες και μας αφορούν έστω στο τέλος. Όταν στο “Μοther” εμφανίζονταν από το πουθενά στη μέση της ταινίας δυο δευτερεύοντες ήρωες, η σκηνή ήταν ταυτόχρονα αντισυμβατική και απογειωτική του σεναρίου. Όταν στο “Happy End“, το οποίο, ναι, είναι ένα σεναριακό κομψοτέχνημα, ο επίσης ευκατάστατος ήρωας πηγαίνει κι αυτός με το αυτοκίνητό του στη συνοικία με τις εργατικές κατοικίες για να ζητήσει κι αυτός ένα είδος συγγνώμης, έχουμε ένα ακόμη κομμάτι του παζλ τοποθετημένο στη θέση του, το οποίο βοηθάει να σχηματιστεί η τελική ξεκάθαρη εικόνα.

Εδώ ο Έστλουντ πορεύεται με βάση ένα σενάριο που σταδιακά χαώνεται

Στο «Τετράγωνο», άλλα είναι πεταμένα στην αρχή, άλλα είναι πεταμένα στο τέλος, άλλα ανοίγουν χωρίς ποτέ να κλείσουν. Kαι κάπου στο τελευταίο κομμάτι του νιώθεις ότι έχει χαθεί εντελώς η μπάλα κι αναρωτιέσαι γιατί αργεί να τελειώσει τόσο, γιατί μαζεύτηκαν τόσες αστοχίες μαζί.  Υποτίθεται ότι στο «Τετράγωνο» συμπρωταγωνιστούν δυο αγαπημένοι και πολύ σημαντικοί ηθοποιοί που ως τώρα έχουν ξεχωρίσει στην τηλεόραση, ο Ντόμινικ Γουέστ και η Ελίζαμπεθ Μος. Τα ονόματά τους είναι και πρώτα πρώτα. Αλλά αν στην Ελίζαμπεθ Μος δίνεται τουλάχιστον ένας κάποιος ρόλος και η δυνατότητα να μας δείξει ξανά τη στόφα της (έστω κι αν πετιέται και η δική της ιστορία και υποπλοκή στα σκουπίδια), ειδικά ο Ντόμινικ Γουέστ χρησιμοποιείται σχεδόν σαν prop. Aν μη τι άλλο, ο Δανός Κλας Μπανγκ που κουβαλά όλη την ταινία στην πλάτη του, ισορροπεί με χάρη στα διάφορα κωμικοτραγικά που συμβαίνουν στον ήρωα, ένα διευθυντή μουσείου σύγχρονης τέχνης που βλέπει τη ζωή του να κλονίζεται μέσα από μια σειρά απρόβλεπτα περιστατικά.

Τα προβλήματα όμως δεν έχουν να κάνουν μόνο με τη σεναριακή δομή, έχουν να κάνουν και με τον τρόπο που βάζει στο στόχαστρό του ο Έστλουντ τα διάφορα θέματα που θέλει να θίξει. Προσωπικά έχω τσακωθεί για την πολιτική ορθότητα, θεωρώ ότι κάνει περισσότερο κακό παρά καλό, είμαι μάλλον πολέμιός της παρά υποστηρικτής της. Ο τρόπος όμως που ο Έστλουντ επιλέγει να την χτυπήσει, βάζοντας σε μιαν εκδήλωση έναν άνθρωπο που πάσχει από σύνδρομο Τουρέτ να τη διακόπτει διαρκώς βρίζοντας, μπορεί να μην προσβάλλει απαραίτητα κάποια ευαισθησία μου, μπορεί να με έκανε να γελάσω (όπως γέλασα και σε άλλες σκηνές της ταινίας), αλλά περιμένεις να βρεις κάτι πιο λεπτό, πιο διακριτικό, πιο υπόγειο.

Γελάς, αλλά δεν χαμογελάς. Γαργάλησε μόνο τη μασχάλη σου, όχι το πνεύμα σου.

Γελάς με τον τρόπο που θα γέλαγες, ας πούμε, σε ταινία των Αδελφών Φαρέλι (δεν το λέω υποτιμητικά, τους αγαπάω, αλλά οι Φαρέλι δεν θα πάρουν Χρυσό Φοίνικα ποτέ). Γελάς, αλλά δεν χαμογελάς. Γαργάλησε μόνο τη μασχάλη σου, όχι το πνεύμα σου. Επίσης το σκέλος της ειρωνείας απέναντι στην μοντέρνα τέχνη, τις εικαστικές εγκαταστάσεις κλπ, μοιάζει επίσης εύκολο και ανεκδοτολογικό, είτε συμμερίζεται κανείς την οπτική του Έστλουντ, είτε όχι. Απλά αυτού του είδους η ασέβεια είναι περισσότερο εύκολη από ό,τι θα περίμενε και θα ήλπιζε κανείς.

Κι αν μιλήσουμε στην πράξη για κάτι που όντως αψηφά την πολιτική ορθότητα, το “Play” πραγματικά δοκιμάζει τα όριά σου ως θεατή και σε κάνει να αναρωτηθείς πόσο οκ είναι να δείχνεις μια συμμορία πέντε ανήλικων μαύρων να κλέβει και να κάνει μπούλινγκ σε μικρότερα λευκά αγόρια. Πραγματικά δοκιμάζει την αντοχή σου ως θεατή ως προς το πόσο πιστεύεις στην ελευθερία της έκφρασης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ή αντίθετα πόσο έτοιμος είσαι να επιτεθείς σε μια ταινία, επειδή δεν τα λέει όπως θα ήθελες κι επειδή φοβάσαι ότι περνά λάθος μηνύματα.

Σε μια από τις πιο γόνιμες σκηνές του «Τετραγώνου» (σε μια από τις σκηνές που δείχνουν ότι το «Τετράγωνο» θα μπορούσε να συνεχίσει στο δρόμο της «Ανωτέρας Βίας» που ακριβώς την ξεχώριζε αυτή η απόσταση από κάθε είδους μονοδιάστατη ευκολία της ειρωνείας, καθώς το ειρωνικό της πνεύμα ήταν ευφρόσυνα αμφίσημο), έχουμε στην ίδια συνέντευξη Τύπου τον ήρωα να απολογείται, από τη μια για το διαφημιστικό βιντεάκι που έφτιαξαν για μια έκθεση του μουσείου και από την άλλη για το παράδειγμα που δίνει μη υπερασπιζόμενος την ελευθερία του λόγου και ακολουθώντας τακτικές αυτολογοκρισίας.

Τι μπορεί να σε απειλήσει, τι μπορεί να σε βγάλει από την ασφάλειά σου;

Εδώ ναι, έχουμε και κάτι σύνθετο και κάτι μη ανεκδοτολογικό. Όπως πολύ γόνιμη είναι η διάκριση που κάνει ανάμεσα στο τι έχει πέραση στο διαδίκτυο και στο πόσο μπούμερανγκ μπορεί αυτό να γυρίσει: όταν έχεις να προτείνεις κάτι μη αμφιλεγόμενο, κάτι που δεν πάει τα πράγματα στα άκρα, κάτι μη εμπρηστικό, το κοινό δεν θα ασχοληθεί. Θα το ιντριγκάρει το συγκρουσιακό. Nα υπάρχει μια πρόκληση, μια βασική διαφωνία, ένας καυγάς, ένας κανιβαλισμός, κάποιο σοκ. Αλλά το σοκ και η σύγκρουση μπορεί να σου εξασφαλίζουν κλικ, στον κόσμο όμως εκτός του διαδικτύου, η κάθε σύγκρουση και το κάθε σοκ έχουν απτά αποτελέσματα. Ο κόσμος δεν τελειώνει στα κλικ.

Πάνω στο δίπολο ασφάλεια – απειλή ο Έστλουντ στήνει τις ταινίες του, που ακροβατούν ανάμεσα στο δραματικό και το σατιρικό, σε μια κωμωδία της ανθρώπινης κατάστασης και περισσότερο του κουκουλιού της σκανδιναβικής ευημερίας. Τι μπορεί να σε απειλήσει, τι μπορεί να σε βγάλει από την ασφάλειά σου; Κάτι κωμικοτραγικό όπως ένα βεγγαλικό που θα σκάσει στο μάτι σου, όπως στο “Ιnvoluntary”. Μια τεχνητή χιονοστιβάδα που θα θεωρήσεις εσφαλμένα ότι έρχεται να σε πλακώσει στο χιονοδρομικό, όπως στην «Ανωτέρα Βία». Ακόμη και στο “Play”, η μόνη φορά που θα ασκήσει βία η συμμορία, είναι απέναντι σε ένα μέλος της που θα την εγκαταλείψει. Όλα τα υπόλοιπα γίνονται μέσω της αφέλειας, του ευπιστίας και μετά του φόβου. Ο φόβος είναι μεγαλύτερος από τις ίδιες τις πράξεις. Η απειλή δεν χρειάζεται καν να ονομαστεί. Αρκεί ο φόβος της. Ο φόβος πως διαρρηγνύεται η ασφάλεια.

Και στα πρώτα λεπτά του «Τετραγώνου» υπάρχει μια σχετική αριστουργηματική σκηνή, ενδεικτική του τρόπου που ο Έστλουντ φτιάχνει τα πλάνα του. Μέρα μεσημέρι, Σουηδοί περπατούν σε κεντρικό δρόμο της πόλης, μια κραυγή για βοήθεια από μια γυναίκα, ελάχιστοι γυρνούν το κεφάλι τους κι αυτοί φευγαλέα, όταν ένας άλλος διαβάτης παρακινήσει τον ήρωα να κάνουν κάτι για να βοηθήσουν αυτός αναγκάζεται να το κάνει, μια γυναίκα που τρέχει και απειλείται εκτός κάδρου, μετά μπαίνει στο κάδρο, μετά μπαίνει τρεχάτος κι αυτός που την απειλεί, ο ήρωας και ο διαβάτης προτάσσουν τα στήθια τους, ο απειλητικός άντρας λέει κάτι ακατάληπτο και εξαφανίζεται από το κάδρο όπως μπήκε. Τώρα ο ήρωάς μας είναι ενθουσιασμένος με αυτό το ντουζ της αδρεναλίνης. Καλεί τον σύντροφό του στον ανδρισμό να πιάσει την καρδιά του. Χτυπά κι εσένα τόσο δυνατά; Όσο ανακουφιστικό κι αν είναι το κουκούλι της ασφάλειας, τίποτα δεν σε κάνει να αισθάνεσαι τόσο ζωντανός όσο ο φόβος, η απειλή, ο κίνδυνος.

Ο Έστλουντ προσπαθώντας να ανέβει, στραβοπάτησε.

Τι γίνεται όμως όταν ακόμη κι αυτός ο φόβος, αυτή η απειλή, αυτός ο κίνδυνος, είναι σκηνοθετημένος; Τι γίνεται όταν ο Σουηδός άντρας δεν μπορεί να αξιωθεί μια απειλή της προκοπής; Τι γίνεται όταν όλα είναι μια αναπαράσταση, μια απάτη; Con artists και Performance Artists.  Η σκηνή με τον ημίγυμνο άντρα που ανεβαίνει στα τραπέζια της δεξίωσης συνοψίζει ό,τι πάει καλά και μαζί ό,τι πάει κακά με «Το Τετράγωνο». Όχι μόνο ως εικόνα αφίσας, αλλά και ως σκηνή στην ταινία έχει μια πρωτογενή δύναμη αδιαμφισβήτητη. Είχε τα φόντα να είναι μια σκηνή που θα σε κλονίσει συθέμελα. Αλλά για να γινόταν αυτό, θα έπρεπε να είναι ενταγμένη οργανικά στο σύνολο μιας ιστορίας. Να διακυβευόταν κάτι. Έτσι αυτόνομη χάνει σταδιακά τη δύναμή της. Ακόμη και την ώρα που την παρακολουθείς, φτάνει να συνορεύει κι αυτή με ένα αστείο. Ένα αστείο βέβαια που πρόλαβε πρώτα να εγγραφεί μέσα σου ως εικόνα και που ίσως έτσι δύσκολα θα φύγει.

«Το Τετράγωνο» έχει μέσα του διάσπαρτες σκηνές που επιβεβαιώνουν το μέγεθος του Έστλουντ και το πού μπορεί να φτάσει το σινεμά του. Η σωρεία των βραβείων μοιάζει να του λέει ότι με «Το Τετράγωνο» έφτασε ήδη σε μια κορυφή. Γνώμη μου είναι ότι αντίθετα εδώ, προσπαθώντας να ανέβει, στραβοπάτησε. Απομένει να αποδειχθεί στο μέλλον αν η ασφάλεια που θα νιώθει κι αυτός από την τόση κριτική επιβεβαίωση, θα βρει μια γόνιμη απειλή η οποία θα οδηγήσει τη δημιουργικότητά του σε ταινίες ξανά πολύ μεγάλες.