Σε κάθε ταινία που είτε μας δείχνει τη ζωή αληθινών προσώπων είτε επικεντρώνεται σε κάποιο αληθινό περιστατικό, μπαίνει πάντα το θέμα της ακρίβειας της αποτύπωσης. Αλλά τελικά μπαίνει μόνο ως πιθανή ένσταση εκ των υστέρων, αφού εκ των προτέρων έχει μάλλον θεωρηθεί αυτονόητο (καλλιτεχνικό, αν όχι και εμπορικό) δικαίωμα των δημιουργών μιας ταινίας να δώσουν τη δική τους ανάγνωση πάνω σε μια ζωή ή σε ένα περιστατικό, ανάγνωση η οποία μπορεί να χρησιμοποιεί για δραματουργικούς λόγους όσες παρεκκλίσεις θέλει από την πραγματικότητα (εάν βέβαια μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτή υπάρχει και ότι δεν είναι από μόνη της κάτι πολύ πιο σχετικό από όσο νομίζουμε). Από την άλλη, όσο πιασάρικο κι αν είναι το επιχείρημα «άλλο μια ταινία κι άλλο η ζωή ενός ανθρώπου», για την πλειοψηφία των θεατών, όσα δουν στο σινεμά για τη ζωή ενός ανθρώπου θα γραφτούν στη μνήμη τους ως λίγο πολύ η ζωή του. Όποιος λοιπόν κι αν ήταν ο αληθινός Σιντ Βίσιους (μπασίστας των Sex Pistols) και η αληθινή Νάνσι Σπάγκεν (σύντροφός του και μάνατζέρ του), όταν βλέπεις το «Σιντ και Νάνσι» ο κινηματογραφικός Σιντ και η κινηματογραφική Νάνσι τους έχουν πια σε μεγάλο βαθμό αντικασταστήσει, όσο κι αν ωρύεται διαμαρτυρόμενος ο (τραγουδιστής των Sex Pistols) Tζόνι Ρότεν.

Σιντ και Νάνσι

Τριάντα χρόνια πριν, με το «Σιντ και Νάνσι», ο Άλεξ Κοξ φτιάχνει ένα biopic που διαφοροποιεί τη συνταγή του είδους ως προς το εξής βασικό συστατικό του: μολονότι η ταινία δείχνει τμήμα της ζωής μιας εμβληματικής φιγούρας της πανκ σκηνής (εμβληματικής ακόμη κι αν ήταν άθλιος μουσικός), δεν περιγράφεται εδώ το σχήμα απ’ τα χαμηλά στα ψηλά ή απ’ τα ψηλά στα χαμηλά, η ταινία δεν ασχολείται με ανόδους και πτώσεις, δεν περιέχει διακυμάνσεις, δεν εναλλάσσεται το φως με το σκοτάδι. Όλη η ταινία από την αρχή ως το τέλος της διαδραματίζεται στον πάτο. Ακόμη κι αν υπάρχει μια διαρκής καθοδική πορεία του ζευγαριού, αυτή δεν συνιστά την πτώση, η πτώση έχει ήδη συντελεσθεί. Έχει συντελεσθεί πριν τρυπηθεί για πρώτη φορά ο Σιντ, έχει συντελεσθεί πριν γνωριστούν ο Σιντ με τη Νάνσι, ο Σιντ και η Νάνσι που πρωτοεμφανίζονται με το φλας μπακ στην οθόνη είναι ήδη οριστικά, αμετάκλητα και αδιαπραγμάτευτα χαμένοι. Μεσολαβεί μόνο η ζωή που θα ζήσουν μαζί για να επικυρώσει και συγκεκριμενοποιήσει την πορεία τους προς τον τελικό προορισμό τους.

Σιντ και Νάνσι

Τίποτα δεν χάνουν στα αλήθεια ο κινηματογραφικός Σιντ και η κινηματογραφική Νάνσι. Σε τίποτα δεν ήλπισαν. Τίποτα δεν ονειρεύτηκαν. Δεν υπάρχει what if, δεν υπάρχει εναλλακτικό σενάριο της ζωής τους, είναι κινηματογραφικοί ήρωες προδιαγεγραμμένοι. Δεν ήρθαν για να δημιουργήσουν, δεν ήρθαν για να καταστρέψουν, ήρθαν για να αυτοκαταστραφούν. Δεν ήρθαν για να κάψουν, ήρθαν για να καούν. Δεν διαμαρτύρονται, δεν αντιδρούν, δεν εξεγείρονται, δεν δηλώνουν κάτι με τη ζωή τους. Όχι συνειδητά τουλάχιστον. Όποια αιτία κι αν έχει η στάση τους, είναι μια αιτία που δεν εξετάζει η ταινία, αφού κινηματογραφεί εξαντλητικά το αποτέλεσμα. Στο “Leaving Las Vegas” ο Νίκολας Κέιτζ έχει αποφασίσει κι αυτός να πάει τα πράγματα ως το τελικό μηδέν. Αλλά η δική του μοιάζει να είναι όντως μια απόφαση. Αυτό που τον τραβά στο ποτό και μέσω αυτού στο χαμό έχει κάτι πιο συνειδητό. Ο Σιντ και η Νάνσι είναι σαν μην αποφάσισαν στα αλήθεια ποτέ, σαν η απόφαση να έχει παρθεί ερήμην τους. Σαν το μόνο για το οποίο θα μπορούσαν να ελπίζουν θα ήταν να μην είχε εφευρεθεί η ηρωίνη (αλλά και τότε θα έβρισκαν κάτι άλλο). Ή να μην είχε γνωρίσει ο ένας τον άλλον. Το οποίο βέβαια μπορεί να διαβαστεί και εντελώς αντίστροφα: ότι αφού όλες οι αποφάσεις είχαν ήδη παρθεί για αυτούς πριν από αυτούς, το περισσότερο στο οποίο θα μπορούσαν ποτέ να ελπίσουν θα ήταν να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο.

Νομίζω ότι η ταινία δεν διευκρινίζει ακριβώς τι ήταν αυτό που ένιωθε ο Σιντ για τη Νάνσι και η Νάνσι για τον Σιντ. Ήταν έρωτας; Ήταν αγάπη; Πώς ακριβώς μπαίνουν αυτά τα ταμπελάκια όταν δυο άνθρωποι είναι τόσο εξαρτημένοι από την πρέζα; Πέραν όμως από ταμπέλες η ταινία δείχνει κάτι απόλυτα αναμφισβήτητο. Κάτι πέραν της γλώσσας, των κατηγοριοποιήσεών της, των ορισμών της και των περιορισμών της. Ήταν δυο άνθρωποι που ζούσαν συνεχώς μαζί, ανέπνεαν μαζί, τρυπιόντουσαν μαζί. Σε μια τέτοια πλήρη συντροφικότητα υπάρχει ένα βιωματικό γεγονός που εκτοπίζει τη γλώσσσα. Πες ό,τι θες για τον Σιντ και τη Νάνσι, αλλά μόνοι δεν ήταν. Είχε ο ένας τον άλλο διαρκώς στο πλευρό του. Μπορεί να έζησαν λίγο, αλλά έζησαν μαζί. Αληθινά μαζί. Όσο αληθινό μπορεί να κάνει κάτι η πρέζα. Εκτός από την πρέζα εξαρτήθηκαν και ο ένας από τον άλλο. Βοηθούσε ο ένας τον άλλο να φτάσουν στο σημείο περάτωσης της αυτοκαταστροφής πιο γρήγορα; Η σχέση τους σηματοδοτεί αυτό μήπως; Το ότι με σένα θα φτάσω στο τέλος πιο γρήγορα, για να τελειώνει όλο αυτό το πράγμα που ζούμε εδώ; Ή σηματοδοτεί το εντελώς αντίθετο; Τους ένωσε το ένστικτο του έρωτα ή το ένστικτο του θανάτου; Ίσως αυτό ακριβώς ήταν η σχέση του Σιντ και της Νάνσι: το ένστικτο του έρωτα και το ένστικτο του θανάτου σφιχταγκαλιασμένα.

Σιντ και Νάνσι

Για οτιδήποτε γράφεις η υποκειμενικότητά σου δεν εξαντλείται στο πόσο σου άρεσε αισθητικά μια ταινία. Εντελώς κρίσιμη είναι και η οπτική γωνία από την οποία γράφεις, το πόσο κοντά ή πόσο μακριά έχεις υπάρξει στο θέμα της. Έχεις υπάρξει ας πούμε ατίθασο νιάτο; Έχεις επιδοθεί σε καταχρήσεις; Έχεις φύγει και χαθεί; Τότε βλέπεις τον Σιντ και τη Νάνσι από μικρότερη απόσταση και με περισσότερη ενσυναίσθηση από ότι κάποιος όπως εγώ που έζησε πάντα στο άλλο άκρο. Ό,τι βλέπω στην ταινία μού είναι εντελώς ξένο. Δεν μπορώ να ανακαλέσω στιγμές δικές μου που ένιωθα έτσι ή που έφτασα έστω στην αρχή αυτού του πράγματος και τρόμαξα. Οπότε ενδεχομένως και όλη η προσέγγισή μου περί πούρας αυτοκαστροφής να είναι εντελώς άκυρη. Ή ίσως θα μπορούσε να αντιδιασταλεί με πολύ πιο βραδύτερες αυτοκαταστροφές, με πορείες ζωής που επιλέγουν αντί να κάνουν κακό στον εαυτό τους σε διάστημα λίγων ξέφρενων ετών, να το κάνουν σε πορείες φρόνιμων δεκαετιών. Aπό την άλλη όσο απόσταση κι αν έχουμε από τους ήρωες και όσο εντελώς άλλες κι αν είναι οι ζωές μας, πάντα σε κάθε ταινία βλέπουμε κάτι από τον εαυτό μας, ειδάλλως το σινεμά δεν θα ήταν αυτό που είναι.

Ο Γκάρι Όλντμαν στην ταινία που ουσιαστικά εκτίναξε την καριέρα του είναι ένα σπαρακτικό χάρμα οφθαλμών, ενώ η Κλόε Γουεμπ στέκεται εντελώς επάξια δίπλα του. Δεν μπορείς να φανταστείς το «Σιντ και Νάνσι» χωρίς αυτούς. Και μετά διαβάζεις ότι ο Όλντμαν προτιμήθηκε τελευταία στιγμή από τον Ντάνιελ Ντέι Λιουις και ότι η Κόρτνεϊ Λαβ (που έχει ένα δεύτερο ρόλο στην ταινία) έστελνε βίντεο στον Άλεξ Κοξ, προσπαθώντας να πάρει τον ρόλο, λέγοντας ότι αυτή είναι η Νάνσι. Τότε προσπαθείς να σκεφτείς στη θέση της ταινίας που είδες αυτήν που δεν γυρίστηκε ποτέ. Εναλλακτικά σύμπαντα, εναλλακτικές ζωές, εναλλακτικές ταινίες. Δεν θα μάθεις ποτέ πώς θα ήταν εκείνη η ταινία. Μπορείς όμως να τη φαντάζεσαι. Και μπορείς να νιώθεις περισσότερο από τυχερός για αυτήν που όντως είδες.

Σιντ και Νάνσι