Εν αρχή ην ο τίτλος. Είναι τόσο περίεργος και τόσο πρωτότυπος που εξάπτει αμέσως σε όποιον τον πρωτακούει ένα διαφορετικού τύπου ενδιαφέρον. Ο τίτλος παύει να είναι απλά ο τίτλος της ταινίας σου και μετατρέπεται σε εισαγωγή στον κόσμο της και την ιδιαιτερότητά της. Σφετερίζεσαι τη συνήθη λειτουργία των τίτλων, υφαρπάζεις τη χρήση τους προκειμένου να περάσεις ένα διαφορετικού τύπου μήνυμα. Ακριβώς δηλαδή αυτό που κάνει η ηρωίδα της ταινίας όταν μισθώνει «τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι», για να σφετεριστεί τη συνήθη λειτουργία των διαφημιστικών πινακίδων και να υφαρπάξει τη χρήση τους, προκειμένου να περάσει ένα διαφορετικού τύπου μήνυμα.

Στο μυαλό όλων μας οι διαφημιστικές πινακίδες στους δρόμους είναι ένα μέσο που έχει μια εντελώς συγκεκριμένη χρήση. Εκεί αναγράφονται πάντα μηνύματα ενός συγκεκριμένου τύπου. Η ματιά μας είναι τόσο προκαθορισμένη από αυτή τη γνώση και από αυτή την προσδοκία, ώστε πολύ συχνά περνάει και δεν στέκεται καν. Τι είναι αυτό; Διαφήμιση; Α, καλά. Ο διαφημιστής ξέρει ότι απευθύνεται σε ένα κοινό που θα αντιμετωπίσει ό,τι κι αν υπάρχει μέσα στην αφίσα και μέσα στην πινακίδα βάσει αυτής της εκ των προτέρων συναντίληψης: πως όσο ευφάνταστα κι αν προσπαθήσει να σου προωθήσει ένα καταναλωτικό προϊόν, ένα κόμμα, έναν πολιτικό, ακόμη – ακόμη κι ένα ευρύτερο κοινωνικό μήνυμα, δεν παύει πίσω από το τελικά διατυπωμένο μήνυμα να υπάρχει αφενός κάτι το μαζικό και μη εξατομικευμένο και αφετέρου μια ολόκληρη στρατηγική που του αφαιρεί οποιαδήποτε «αθωότητα» και το καθιστά ένα εγχείρημα τρόπον τινά τεχνοκρατικό.

Η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ όμως δεν είναι πολυεθνική που θέλει να πουλήσει τα προϊόντα της, δεν είναι πολιτικός που θέλει να μπει στον Κογκρέσο, δεν είναι κρατικός φορέας ή μη κυβερνητική οργάνωση που θέλει να επικοινωνήσει ένα μήνυμα κοινωνικού ενδιαφέροντος. Η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ δεν είναι καν μόνο ο πομπός του μηνύματος ο οποίος αναθέτει στους ειδικούς επαγγελματίες τον σχεδιασμό και τη σύνθεσή του. Η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ είναι μαζί ο πομπός και ο διαφημιστής. Η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ γυρνώντας μια μέρα σπίτι της από έναν παράδρομο που δεν χρησιμοποιεί πια κανείς, βλέπει τρεις άδειες πινακίδες έξω από το Έμπινγκ του Μιζούρι και της έρχεται μια ιδέα. Πάνω τους έχουν απομείνει μόνο σκισμένα κομμάτια από διαφημίσεις παλιότερων δεκαετιών που δημιουργούν με τη βοήθεια του χρόνου ένα παράταιρο κολάζ το οποίο φωνάζει μια και μόνο λέξη: ερημιά. Αλλά τρεις εγκαταλελειμμένες πινακίδες στην ερημιά μπορούν να είναι τρεις σχετικά φτηνές πινακίδες. Κι αν δεν έχουν πια κανένα ενδιαφέρον για όσους θέλουν να περνάνε τα διαφημιστικά τους μηνύματα, η ΜακΝτόρμαντ ξέρει ότι αυτό που θα αφισοκολληθεί πάνω τους είναι τόσο αλλιώτικο, που θα προκαλέσει από μόνο του το ενδιαφέρον. Δεν χρειάζεται να το δουν πολλοί. Με το που θα το δουν οι λίγοι, το μήνυμα θα αρχίσει να διαδίδεται ραγδαία, έτσι ώστε να ασχοληθούν μαζί του περισσότεροι από ό,τι αν ήταν στο κεντρικότερο σημείο της περιοχής. Κι αυτό θα συμβεί όχι μόνο επειδή είναι μήνυμα προσωποκεντρικό. Όχι μόνο επειδή είναι μήνυμα που δεν είναι προϊόν επεξεργασίας ειδικών. Αλλά επειδή η ΜακΝτόρμαντ λειτουργεί ως πειρατής που επιβιβάζεται πάνω στο συγκεκριμένο χώρο και χρησιμοποιώντας τον πρώτη φορά για να πει κάτι που δεν λέγεται από εκεί, κάνει όλο τον κόσμο να την ακούσει. Αν δηλαδή τα βήματά της τα ακολουθήσουν κι άλλοι, γρήγορα το ξάφνιασμα θα έρθει να αντικατασταθεί από το σήκωμα των ώμων και το πιθανό πέρασμα του ματιού χωρίς να μείνει πάνω στο μήνυμα. Τι είναι αυτό; Α σαν εκείνο που είχε κάνει η ΜακΝτόρμαντ προ καιρού. Α, καλά.

Μια μάνα που έχει χάσει την έφηβη κόρη της από άγριο έγκλημα. Στην πρώτη πινακίδα κατονομάζει προσωπικά τον αρχηγό της τοπικής αστυνομίας ρωτώντας τον τι θα γίνει. Στη δεύτερη λέει ότι ακόμη δεν υπάρχει καμιά σύλληψη. Στην τρίτη λέει ότι τη βίαζαν καθώς πέθαινε. Μια μάνα που έχει χάσει την έφηβη κόρη της από άγριο έγκλημα και αντιδρά με αυτόν τον τρόπο προσπαθώντας να αφυπνίσει την τοπική κοινή γνώμη, ώστε να μην εγκαταλειφθεί οριστικά η έρευνα για το έγκλημα και να μην μείνει ανεξιχνίαστο. Δυσκολεύεσαι να σκεφτείς θέση κινηματογραφικής ηρωίδας που να είναι πιο κοντά στον θεατή. Ο θεατής δεν γίνεται παρά να πάρει αυτόματα το μέρος της. Και σιγά – σιγά ανακαλύπτει ότι η ηρωίδα έχει το δικό της σετ αξιών που μπορεί να απέχει παρασάγγας από το δικό του. Ότι η ηρωίδα μπορεί σε μια σειρά καταστάσεις να λειτουργεί με τρόπο που τον ξεβολεύει. Με τρόπο που δυσκολεύεται να συμμεριστεί. Με τρόπο για τα μέτρα του ενίοτε ισοπεδωτικό και σκληρό. Ότι έχει τον δικό της χαρακτήρα κι όχι αυτόν που θα προτιμούσε ο ίδιος. Ότι όμως πρόκειται για αληθινό χαρακτήρα και όχι για υπαγωγή στο ένα ή το άλλο στερεότυπο. Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα δεν έχει γράψει τον χαρακτήρα της με λυσάρι. Μας βάζει αρχικά στο τρικάκι να γίνουμε οπαδοί της, για να αρχίσει μεθοδικά να ξηλώνει το μονοδιάστατο στάτους της χαροκαμένης μάνας που τα βάζει με θεούς και δαίμονες, χωρίς όμως να έχει και σκοπό να την υπονομεύσει ή να τη δυσφημίσει. Άλλοι χαρακτήρες στην ταινία μπορεί να φλερτάρουν περισσότερο με την απεικόνισή τους ως σύμβολα της μιας ή της άλλης ιδέας. Όχι πάντως η κεντρική ηρωίδα. Η κεντρική ηρωίδα δεν είναι σύμβολο, είναι άνθρωπος με ελαττώματα και προτερήματα, άνθρωπος προϊόν ενός τόπου και μιας κουλτούρας, ενός τόπου και μιας κουλτούρας επαρχίας μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ, η οποία μοιάζει να βάζει τις δικές της παραμέτρους εντός των οποίων μπορεί να κινηθεί ο κάθε χαρακτήρας.

Κι αν ο θεωρητικά καλός ήρωας της ταινίας κάθε άλλο παρά αγιογραφείται, μπορεί να φανταστεί κανείς τι συμβαίνει με τον θεωρητικά κακό ήρωα της ταινίας, ο εδώ κατ’ αρχάς αρκετά στερεοτυπικός ρατσιστής, βλαχαδερό, μεθύστακας, ανίκανος, μαμάκιας βοηθός σερίφη, που υποδύεται ο Σαμ Ρόκγουελ. Παραταύτα και η δική του εξέλιξη του χαρακτήρα στη διάρκεια της ταινίας είναι όπως αυτού της ΜακΝτόρμαντ, η εξέλιξη από ένα σύμβολο σε έναν άνθρωπο με σάρκα και οστά. Σάρκα και οστά και δη σάρκα και οστά πάσχοντα από καρκίνο έχει εξαρχής και ο αρχηγός της αστυνομίας, που υποδύεται ο Γούντι Χάρελσον. Μολονότι κι αυτός κατεξοχήν είναι προϊόν του τόπου του, μολονότι κι αυτός με τη συμπεριφορά του και την ανοχή του επιτρέπει να αναπαράγονται και να διαιωνίζονται πολιτικές εντελώς κατακριτέες, μολονότι κάθε άλλο παρά βγαλμένος από προοδευτική φαντασίωση των μεγάλων αστικών κέντρων είναι, μολονότι και οι τρεις βασικότεροι χαρακτήρες δεν μένουν στάσιμοι, αλλά μετακινούνται περισσότερο ή λιγότερο στην πορεία, η δική του μετακίνηση είναι η πιο προωθημένη και η πιο εν τέλει ανατρεπτική. Γιατί όντας ακριβώς γέννημα – θρέμμα του τόπου του, αντί να κοιτάξει αφ’ υψηλού, γενικά, αφηρημένα και ιδεολογικά τα υπαρκτότατα στραβά του, επιλέγει τελικά την προσέγγιση του «μπορείς να γίνεις καλύτερος από αυτό που είσαι» από την προσέγγιση του «είσαι κάθαρμα», επιλέγει να κοιτάξει το πρόβλημα στη ρίζα του και να πει ότι το πρόβλημα είναι λιγότερο οι δεδομένοι άνθρωποι που φέρονται με δεδομένο τρόπο, αλλά η άρνησή μας να καταλάβουμε ότι ακόμη και οι δεδομένοι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν τρόπο, ότι ο δεδομένος τρόπος δεν είναι ντε και καλά δεδομένος. Υπάρχει το πεδίο μάχης των ιδεών και των αντιλήψεων και καλώς υπάρχει, αλλά εκτός από αυτό υπάρχει και το πεδίο μάχης που διεξάγεται εντός κάθε ανθρώπου. Η παραίτηση από το δεύτερο και η αναγωγή του άλλου σε εξ ορισμού εχθρό είναι υπό αυτήν την έννοια μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης.

Αλλά οι λύσεις δεν έρχονται από τη μια μέρα στην άλλη, πολλές φορές δεν έρχονται και από τη μια γενιά στην άλλη. Κι αν μη τι άλλο, ο Μάρτιν ΜακΝτόνα όπως δεν προσπαθεί να πουλήσει μονοδιάστατη καταγγελία, έτσι δεν προσπαθεί να πουλήσει αφιλτράριστο οπτιμισμό. Ακόμη κι αν είναι υπερβολικό και άδικο ότι έμεινε μόλις πριν λίγο εκτός από την πεντάδα των υποψηφίων σκηνοθετών, το γεγονός είναι ότι η ταινία του οδηγείται από το σενάριό της. Που ξεκινώντας από τη σύλληψη του ιδιουφούς τίτλου του, που ξεκινώντας από την ηρωίδα ενώπιον των τριών πινακίδων έξω απο το Έμπινγκ, στο Μιζούρι, που ξεκινώντας από το στήσιμο των τριών πινακίδων, αρχίζει μετά να στήνει έναν ολοζώντανο κόσμο γεμάτο ολοζώντανους ανθρώπους, αρχίζει να τους αφήνει να αλληλεπιδρούν και να αλληλοεπηρεάζονται, αρχίζει να στήνει στον θεατή μια σειρά από τρικλοποδιές, αιφνιδιάζοντάς τον με σκηνές και εξελίξεις που δεν περίμενε να δει, με σκηνές και εξελίξεις που αποκαλύπτουν για μια ακόμη φορά πίσω τους έναν μεγάλο μάστορα τόσο του λόγου, όσο και της πλοκής (η «Αποστολή στην Μπριζ» είναι μια από τις πιο απολαυστικές ταινίες των τελευταίων ετών, διασκεδάζοντάς σε το ένα λεπτό και συγκινώντας σε το επόμενο, ενώ το “Eπτά Ψυχοπαθείς” είναι ένα μεταμοντέρνο κινηματογραφικό παιχνίδι από τα λίγα).

Mπορεί να μην υπάρχει στα αλήθεια η πόλη Έμπινγκ, υπάρχουν όμως τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι. Μέσα στις πινακίδες είναι γραμμένο ένα διαφορετικό μήνυμα, μέσα στην πόλη ζουν αληθινοί άνθρωποι, μέσα και έξω από το Έμπινγκ του Μιζούρι διαδραματίζεται μια ιστορία που υπενθυμίζει στους θεατές τι ευλογία είναι το καλό σινεμά.