Για μια επανέκδοση θα μιλήσουμε βασικά σήμερα, αλλά αξίζει να πούμε πρώτα λίγα λόγια για τρεις καινούριες ταινίες, που η κάθε μία τους διηγείται την ιστορία μιας εξαιρετικά ισχυρής γυναικείας προσωπικότητας. Στο “Aquarius” του Κλέμπερ Μεντόνσα ­Φίλιο, η Σόνια Μπράγκα είναι μια εξηνταπεντάχρονη γυναίκα που τα βάζει με μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρία, η οποία θέλει να γκρεμίσει το παραθαλάσσιο συγκρότημα κατοικιών στο οποίο μένει και να χτίσει στη θέση του ένα νέο. Στην «Κυρία Σλόαν» του Τζον Μάντεν, η Τζέσικα Τσαστέιν είναι μια απόλυτα πετυχημένη λομπίστρια, που αποφασίζει να τα βάλει με το ισχυρότερο λόμπι των ΗΠΑ, αυτό που προωθεί τα συμφέροντα της εντελώς απρόσκοπτης οπλοκατοχής και αγοράς όπλων χωρίς εμπόδια και περιορισμούς, ως θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα. Στο «Ήρεμο Πάθος» του Τέρενς Ντέιβις, η Σίνθια Νίξον είναι η Έμιλι Ντίκινσον, η οποία μπορεί μετά θάνατον να αναγνωρίστηκε ως μια από τις σημαντικότερες ποιήτριες της εποχής της και όχι μόνον αυτής, αλλά όσο ζούσε είδε ελάχιστα ποιήματά της να δημοσιεύονται, ενώ έζησε μια ζωή σχεδόν αποτραβηγμένη από τα εγκόσμια, με βασική της συντροφιά τους γονείς της και τα αδέλφια της. Τρεις σαφέστατα αξιομνημόνευτες ερμηνείες, τρεις ηρωίδες που προσπαθούν να αφήσουν το δικό τους στίγμα και που για να το πετύχουν αυτό, δε διστάζουν να ακολουθήσουν το μοναχικό τους δρόμο, όσο μακρύς και δύσκολος, έως αδύνατος κι αν είναι αυτός.

Aquarius

Aquarius

Το “Aquarius” ξεκινάει με τις δυνατότερες υποσχέσεις, προσδοκάς να δεις μια ιστορία η οποία διαδραματίζεται στη σύγχρονη Βραζιλία, αλλά συνομιλεί απευθείας με το παρελθόν της, προσδοκάς να δεις ευκρινέστερα το διακύβευμα της σύγκρουσης, στην πορεία απογοητεύεσαι αρκετά με το πλάτιασμα και ενίοτε την πλαδαρότητα της αφήγησης, ωστόσο δεν μπορείς να προσπεράσεις με ευκολία την αύρα της Κλάρα, δεν μπορείς να βγάλεις εύκολα από το μυαλό σου τη Σόνια Μπράγκα και την απίστευτη εξηνταπεντάχρονη γοητεία της, δεν μπορείς τέλος να αρνηθείς ότι μέσα στην πολυλογία της, η ταινία του Φίλιο σου αφήνει ένα χνάρι τόπου, ότι έχει περάσει μουσικά και όχι μόνο, ένα κομμάτι Βραζιλίας μέσα σου.

Ήρεμο Πάθος

Ήρεμο Πάθος

Στο «Ήρεμο Πάθος» η ηρωίδα δεν τα βάζει ούτε με πανίσχυρους εργολάβους, ούτε με πανίσχυρες ομάδες συμφερόντων, τα βάζει με κάτι ακόμη πιο πανίσχυρο, την κοινωνική νόρμα: δεν παντρολογιέται και δεν παντρεύεται ποτέ, ενώ γράφει ποίηση χωρίς να την καταβάλει ούτε η προκατάληψη ότι αυτό είναι ανδρικό προνόμιο, ούτε η έλλειψη της καταξίωσης που θα δικαιούταν. Η ταινία του Τέρενς Ντέιβις έχει μέσα της κάποιες λίγες στιγμές κινηματογραφικής ποίησης, αλλά αυτές φοβάμαι ότι αντί να δικαιώνουν το τελικό αποτέλεσμα, μάλλον δείχνουν την αποτυχία του να μετατραπεί σε κάτι περισσότερο από μια σεμνή, χαμηλότονη, αξιοπρεπή προσέγγιση μιας ποιήτριας, για την οποία θα άξιζε μάλλον κινηματογραφικά περισσότερο πάθος και λιγότερη ηρεμία.

Κυρία Σλόαν

Κυρία Σλόαν

Στην «Κυρία Σλόαν» o Tζον Μάντεν και ο σεναριογράφος του, Tζόναθαν Περέρα, πετυχαίνουν κάτι που είναι λιγότερο εύκολο από όσο ακούγεται. Να χωρέσουν μέσα σε δύο ώρες και δέκα λεπτά μια ιστορία υπογείων πολιτικών πιέσεων, παιχνιδιών παρασκηνίου και ίντριγκας, η οποία και την αυτοτέλειά της έχει και μια ηρωίδα, η οποία προλαβαίνει να σχηματιστεί πλήρως και επαρκώς. Και είναι λιγότερο εύκολο από όσο ακούγεται, γιατί στην εποχή που δεν έχεις να ανταγωνιστείς στο επίπεδο αυτό μόνο άλλες ταινίες, αλλά κατεξοχήν και σειρές οι οποίες έχουν την πολυτέλεια να απλώνονται σε πάρα πολλές ώρες, έχει αποκτήσει άλλη σημασία το να καταφέρνεις να προσφέρεις στο θεατή κάτι που να τον γεμίζει μέσα σε ένα δίωρο. Και μπορεί η «Κυρία Σλόαν» να μην αποτελεί κάποια τομή στο είδος της, είναι όμως πολύ καλό σινεμά είδους.

Κι αφού ξεμπερδέψαμε με τα γυναικόπαιδα και τα καινούρια φιλμ, ας πάμε επιτέλους στο παλιό: τον «Δαιμονισμένο Άγγελο» που επανεκδίδεται 30 ακριβώς χρόνια μετά την πρώτη προβολή του. Καταρχάς οφείλουμε να σχολιάσουμε κάποτε το παράδοξο βάσει του οποίου κακουργήματα που επιφέρουν ισόβια κάθειρξη παραγράφονται μετά από 20 χρόνια, αλλά το δικαίωμά σου να μιλήσεις για ένα έργο σποϊλάροντας να μην μπορεί να ασκηθεί ούτε μετά την πάροδο 30 ετών. Αλλά οκ, ο θεατής που θα πάει να δει την ταινία πρώτη φορά δεν πρέπει να ξέρει, δεν πρέπει να του λερώσουμε την εμπειρία και κρίμα είναι κι όλα αυτά. Πάσο λοιπόν ξανά.

Κάθε φορά που αναμετράσαι ξανά με μια ταινία που στην εποχή της την αγάπησες, έχεις το φόβο μην ανακαλύψεις απομυθοποιητικές ρυτίδες. Επίσης, κάθε φορά που ξαναβλέπεις μια ταινία που στηρίζεται τόσο σε ένα μυστικό, ξέρεις ότι πια βρίσκεσαι ενώπιος ενωπίω με ένα έργο από το οποίο έχει αφαιρεθεί ένα θεμελιώδες συστατικό του: η αγωνία για το τι συμβαίνει και η εντύπωση που επιδιώκει να σου προκαλέσει όταν μαθαίνεις τελικά τι συμβαίνει. Οπότε τι απομένει από το έργο αυτό;  Τι απομένει από τον «Δαιμονισμένο Άγγελο» όταν τον ξαναβλέπεις γνωρίζοντας τι θα βρει στο τέλος ο ιδιωτικός ντέτεκτιβ Μίκι Ρουρκ και ποιο ήταν το ακριβές κίνητρο του μυστηριώδη πελάτη που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, όταν του ανέθεσε την αποστολή του; Κι επίσης μπορεί να διατηρήσει το μύθο του μετά από 30 χρόνια ή όχι πια;

Angel Heart

Νομίζω πως πρέπει να κάνουμε την εξής διάκριση: όσοι είδαμε την ταινία τότε -ή εν πάση περιπτώσει περίπου τότε- και την αγαπήσαμε, την αγαπήσαμε εντελώς συνδεδεμένα και με το μυστικό της, την αγαπήσαμε εντελώς συνδεδεμένα και με το σοκ της, την αγαπήσαμε βλέποντάς την όπως θα ήθελε να τη δούμε ο Άλαν Πάρκερ, χωρίς δηλαδή αστερίσκους, αλλά πλήρως συγχρονισμένοι στο κύμα της, πλήρως συνεπαρμένοι από τα τεκταινόμενα και την κατάληξή τους. Δεν αγαπήσαμε τον «Δαιμονισμένο Άγγελο» αποστασιοποιημένα και για την αισθητική του, τον αγαπήσαμε μένοντας με ανοιχτό το στόμα κι ανατριχιάζοντας. Τώρα όμως, εγώ τουλάχιστον, δεν μπορώ παρά να πω ότι αν η βάση της ταινίας είναι όσα φοβερά και τρομερά αποκαλύπτονται στο τέλος, η βάση αυτή δεν έχει μόνο ρυτίδες, αλλά έχει αποσαθρωθεί. Τόσο σε επίπεδο αστυνομικού μυστηρίου παραείναι ό,τι να ‘ναι οι εξηγήσεις, όσο και σε επίπεδο μεταφυσικού τρόμου (και για να μην παρεξηγηθώ μιλάω μόνο για τις αποκαλύψεις στο τέλος) αντί να τρομάζεις ξανά, σου έρχεται μάλλον να τρολάρεις.

Αν όμως τρολάρεις αντί να τρομάζεις, γίνεται να στέκεται η ταινία ακόμα στα πόδια της; Όχι απλώς γίνεται. Παραγίνεται. Και δεν στέκει απλώς στα πόδια της. Πετάει. Αν τρεις δεκαετίες μετά έχασε το στοίχημα του χρόνου στα όσα μας λέει η ταινία ότι συμβαίνουν σε πρώτο επίπεδο, αν δυσκολεύεσαι να πάρεις πια σοβαρά την εξήγησή της, ο Άλαν Πάρκερ έχει φτιάξει ένα φιλμ, που η ατμόσφαιρά του και ο τρόμος του είναι πολύ πιο βαθύς και πολύ πιο επιδραστικός από οποιαδήποτε παιδιάστικη εξήγησή του.

Angel Heart

Δηλαδή, δε γίνεται να κάτσεις να δεις τον «Δαιμονισμένο Άγγελο» και να μην καθηλωθείς. Υπάρχει ένα μυστικό πολύ ισχυρότερο από τα μυστικά της πλοκής: το μυστικό του να ξέρεις να κάνεις σινεμά. Το μυστικό που κάθε πλάνο κλειδώνει με το επόμενο και μετά με το μεθεπόμενο και φτιάχνεται μια οργανική ενότητα, πλάνο το πλάνο ένας αυτόνομος κόσμος, ένας κόσμος που δεν υπάρχει σε καμιά σελίδα σεναρίου παρά μόνο στη ματιά του σκηνοθέτη και στις επιλογές των συνεργατών του, στο πώς θα φωτιστεί το κάθε πλάνο, στο τι περιβάλλον τεχνητό θα έχει συνθέσει το κάθε πλάνο, στο πού ακριβώς θα κοπεί το κάθε πλάνο, στο τι θα φορά ο ήρωας στο κάθε πλάνο, στο ποια μούρη θα φορά, τι έκφραση θα έχει, στο τι θα ακούμε ως ηχητική μπάντα, δυστυχώς ή ευτυχώς το μεγάλο σινεμά δεν είναι πάντα το βαθύ σινεμά, δυστυχώς ή ευτυχώς υπάρχουν μεγάλες ταινίες που δεν αντέχει σε σοβαρή συζήτηση η ουσία τους, δυστυχώς ή ευτυχώς η ουσία τους είναι το ίδιο το σινεμά ως τέχνη της κινούμενης εικόνας, δυστυχώς ή ευτυχώς ο «Δαιμονισμένος Άγγελος» ήταν και είναι μια μεγάλη ταινία και ενδεχομένως ο χρόνος, απομυθοποιώντας τη διάσταση του αρχικού της σοκ, να ξεπλένει από πάνω του αυτό το σοκ ως εν τέλει αβλαβές, ως ένα σοκ που δεν το έχει ανάγκη, είχε ανάγκη μόνο την πρόφασή του, είχε ανάγκη αυτή την κινητήρια δύναμη για να κάνει μετά ο Άλαν Πάρκερ παπάδες και ιερείς του βουντού και ίσως την πιο αλησμόνητη σκηνή σεξ που γυρίστηκε ποτέ.

Angel Heart