Ο διάσημος καλλιτέχνης, φωτογράφος και από τους βασικούς εκπρόσωπους του ντανταϊσμού και του σουρεαλισμού Man Ray, εκτός όλων των παθών του, είχε πάθος και με το σκάκι, το οποίο ουκ ολίγους καλλιτέχνες ενέπνευσε. Η είδηση αφορά τη δημοπράτηση από τον γερμανικό οίκο Grisebach μιας ειδικής έκδοσης – μιας σκακιέρας που κατασκεύασε το 1964 για τη σύζυγό του, Juliet Man Ray. Η τιμή εκκίνησης είναι στα €50.000.

Φανατικός λάτρης του σκακιού έπαιζε με τον επίσης δεινό σκακιστή και πρωταθλητή Marcel Duchamp, ο οποίος τον επηρέασε στο να ξεκινήσει να σχεδιάζει σκακιέρες. Ο Duchamp παρακίνησε πολλούς ακόμη καλλιτέχνες να μάθουν το αγαπημένο του χόμπι, όπως τους Max Ernst, Salvador Dalí και Alexander Calder, αρχικά για διασκέδαση, αλλά αργότερα για να σχεδιάσουν σκακιέρες προς όφελος του Αμερικανικού Σκακιστικού Ιδρύματος. Από αυτούς τους καλλιτέχνες, ο Man Ray ήταν ο πιο παραγωγικός σχεδιαστής και σχεδίασε και έκανε μοναδικές σκακιέρες-έργα τέχνης. Ο Man Ray σχεδίασε τη σκακιέρα που βγαίνει σε δημοπρασία στο Παρίσι και το ονομάζει ένα από τα «Objets de mon affection». Πρόκειται για ένα και μοναδικό κομμάτι, καθώς δε σχεδίασε άλλα αντίτυπα αυτού του στιλ.

Η σκακιέρα του Man Ray που βγαίνει σε δημοπρασία

Σχέδια για πιόνια σκακιού του Man Ray

Ο Man Ray σχεδίασε και παρήγαγε το πρώτο σκακιστικό του σετ το 1920 και υπάρχει στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στη Νέα Υόρκη. Ήταν φτιαγμένο από ξύλο, αλουμίνιο και ασήμι. Στα σκακιστικά σύνολα που σχεδίασε διατήρησε τα καθαρά, μοντέρνα, γεωμετρικά σχήματα με μικρές εγκοπές στα αδιάσπαστα κυλινδρικά σχήματα των πιονιών. Οι φόρμες θυμίζουν πολύ τα γλυπτά του Μπρανκούζι.

Ο Max Ernst και η Dorothea Tanning σε μια εμβληματική τους φωτογραφία έχουν ανάμεσά τους μια σκακιέρα του Man Ray, ο Artie Shaw, ο συνθέτης Igor Stravinsky και ο Albert Lewin έχουν απαθανατιστεί με σκακιέρες του, που σήμερα υπάρχουν σε πολλά μουσεία του κόσμου. Ο Man Ray σχεδίασε επίσης κομμάτια σκακιού για τον έμπορο Julien Levy, τον οποίο είχε γνωρίσει από το 1930. Ο Levy διοργάνωσε την έκθεση του 1945, The Imagery of Chess, για τη γκαλερί Julien Levy.

Max Ernst και Dorothea Tanning παίζουν με μια σκακιέρα του Man Ray

Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό
παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σʼ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.

O Mπόρχες σε αυτό το ποίημά του υμνεί το σκάκι. Και δεν είναι ο μόνος καλλιτέχνης που γοητεύθηκε από το πολύπλοκο και πνευματικό παιχνίδι. Ο Λούις Κάρολ αποτυπώνει τον θαυμασμό του στο σκάκι στο έργο του «Μέσα από τον καθρέφτη», ο Σάμιουελ Μπέκετ στο «Τέλος του παιχνιδιού» και ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στη γνωστή ταινία «Η έβδομη σφραγίδα», με την παρτίδα σκακιού που παίζει ο Ιππότης με τον Θάνατο.

Man Ray, Bronze Chess Set, 1966

Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στο μυθιστόρημα «Η Άμυνα του Λούζιν», περιγράφει τον ήρωά του ως ένα μελαγχολικό παιδί που στρέφεται στο σκάκι για να αποφύγει την πραγματικότητα. Μεγαλώνοντας, το πρωτοφανές ταλέντο του τον φέρνει στην κορυφή, αλλά το τίμημα είναι βαρύ. Το πάντοτε ικανό για λαμπρούς σκακιστικούς συνδυασμούς μυαλό που αποδεικνύεται τραγικά ανεπαρκές για να αντιμετωπίσει τον λαβύρινθο της ζωής και είναι αυτό που θα τον οδηγήσει στη συντριβή. Το σκάκι είναι τέχνη ζηλόφθονη. Ζητάει από τους εραστές της απόλυτη πίστη και αφοσίωση. Συχνά ζητάει και κάτι παραπάνω: την ίδια την ύπαρξη του σκακιστή, την αυτοκατάργησή του, την απορρόφηση από τη σκακιέρα-σύντροφο, την εμπλοκή σε ένα παιχνίδι που δεν έχει παρά μόνο ένα αποτέλεσμα: την ήττα.

Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ ξέρει καλά αυτή την αυτοχειριακή διαδικασία. Ξέρει ότι όσοι μαγευτούν από τη Σειρήνα, πρέπει να έχουν τη δύναμη ενός Οδυσσέα για να μείνουν νηφάλιοι. Διαφορετικά σταθμεύουν σ’ αυτό το τετράγωνο νησί, όπου μπορεί να μείνουν εγκλωβισμένοι για πάντα. Η Άμυνα του Λούζιν είναι διαποτισμένη από αυτές τις αλήθειες, διότι ο Ναμπόκοφ είχε κάποτε μαγευτεί, σε βαθμό που να ταλαιπωρεί για καιρό το μυαλό του με τη σύνθεση ενός σκακιστικού προβλήματος (μερικά προβλήματα του έμειναν κλασικά), από αυτά που διακηρύσσουν στις στήλες των εφημερίδων: «παίζουν τα λευκά και κάνουν ματ σε τρεις κινήσεις».

Ο Marcel Duchamp και ο Man Ray παίζουν σκάκι στην οροφή του Théâtre des Champs Elysées (Παρίσι) στο “Entr’acte”, μια ταινία του René Clair και του Francis Picabia.

Η «Σκακιστική νουβέλα», είναι το τελευταίο αριστούργημα του Στέφαν Τσβάιχ, δημοσιεύτηκε το 1943 στη Στοκχόλμη. Μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, τον τόπο όπου πήγε το 1940 αυτοεξόριστος. Θεωρούσε την καταστροφή της Ευρώπης στη δεκαετία του ’40 ως την καταβαράθρωση όλου του του έργου. Η «Σκακιστική νουβέλα» αποτελεί μια μόλις καλυμμένη εξομολόγηση. Στο πλοίο, με δρομολόγιο από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, όπου αρκετοί Ευρωπαίοι επιβάτες, φεύγοντας μακριά από τη βία και τη σύγχυση του ναζισμού, αναζητούν καταφύγιο στην Αργεντινή και τη Βραζιλία ως τόπο εξορίας και ελπίδας, ο δρ. Μπ. αντιμετωπίζει σε μια παρτίδα σκακιού τον Μίρκο Τσέντοβιτς, τον σκοτεινό παγκόσμιο πρωταθλητή.

Ο συγγραφέας αναπτύσσει με μεγαλειώδη τρόπο το θέμα του πνευματικού εγκλεισμού που δεν μπορεί να βρει διέξοδο παρά στην τρέλα. Ο δρ. Μπ., πριν ταξιδέψει, υπέστη από τους ναζί μια ιδιαίτερη φυλάκιση σ’ ένα εντελώς άδειο δωμάτιο ξενοδοχείου, χωρίς τίποτα να μπορεί ν’ απασχολήσει ή να διασκεδάσει το μυαλό του, μέχρι που ανακάλυψε ένα εγχειρίδιο με παρτίδες σκακιού που άρχισε ν’ αποστηθίζει και να ξαναπαίζει από μνήμης. Έχοντας εξαντλήσει τις πηγές του βιβλίου, το μυαλό του τον οδήγησε σε παρτίδες με αντίπαλο τον εαυτό του κι έτσι άρχισε να υποβάλλεται σε μια σχιζοφρενική διάλυση που επρόκειτο να αποβεί μοιραία. Στο αφήγημα απεικονίζεται η πάλη του πνεύματος και της φαντασίας -χαρακτηριστικά του παλαιού κόσμου- ενάντια στον εσωτερικό δαίμονα και στην αδιάβλητη και πεισματική λογική της σύγχρονης βαρβαρότητας.

Chess Game, Marcel Duchamp, 1910

Chess-Players, Honore Daumier

Ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, Ισπανός μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και φιλόσοφος έγραψε «Το μυθιστόρημα του Δον Σανδάλιο, σκακιστή». Ο συγγραφέας παραλαμβάνει από ένα άγνωστο του αναγνώστη μέρος αλληλογραφίας με αποστολέα  ένα φίλο του, αποτελούμενη από 23 επιστολές που αναφέρονται στη γνωριμία του με κάποιον Δον Σανδάλιο. Ο επιστολογράφος αναφέρεται  στον Δον Σανδάλιο, όπως τον φαντάζεται ∙ αρνήθηκε πεισματικά να μάθει πληροφορίες για τη ζωή και την προσωπικότητά του. Οι κουβέντες τους υπήρξαν ελάχιστες, σχεδόν πάντα μπροστά στην σκακιέρα, με τα πιόνια παρατεταγμένα σε κατοπτρική διάταξη. Σαν  δύο αντικριστοί καθρέφτες, όπου η εικόνα αναπαράγεται επ’ άπειρον και κάθε παρεμβολή μοιάζει περιττή.

Για τον Δον Σανδάλιο, λέει ο συγγραφέας, οι στρατιώτες, οι αξιωματικοί, οι πύργοι, τ’ άλογα, οι βασίλισσες και οι βασιλιάδες του σκακιού έχουν πιο πολλή ψυχή απ’ τα πρόσωπα που τα κινούν. Μπο­ρεί και να ‘χει δίκιο. Εξάλλου, το παιχνίδι του σκακιού είναι πέρα από το Καλό και το Κακό. Αλλά ο Ουναμούνο, συντάσσοντας αυτή τη νουβέλα, έχει πάντα στο μυαλό του ότι είναι ο συγγραφέας του Τραγικού αισθήματος της ζωής, αδελφό πνεύμα του Κίρκεγκωρ, του φιλοσόφου που αναρωτιέται: «Είμαστε, γίνεται να είμαστε, κάτι περισσότερο από παίκτες σκακιού;».