Εκατόν εβδομήντα πέντε χρόνια έχουν περάσει από τη γέννηση του Νικολάου Γύζη. Tο Ίδρυμα Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών (Ι.Ε.Τ.Α.) της Τράπεζας της Ελλάδος, στo πλαίσιo του νομισματικού του προγράμματος για το 2017 προχώρησε στην παραγωγή ενός blister με συλλεκτικό νόμισμα, αφιερωμένο στα 175 χρόνια από τη γέννησή του.

Πρόκειται για το πρώτο νόμισμα που παράγει το Νομισματοκοπείο με χρήση χρώματος. Η διάθεσή του στο κοινό ξεκίνησε την Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017. Το συλλεκτικό νόμισμα απεικονίζει την προτομή του Νικολάου Γύζη στην εμπρόσθια όψη και μια ζωγραφική παλέτα με την υπογραφή του στην οπίσθια όψη. To φιλοτέχνησε ο βραβευμένος χαράκτης της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Σταματόπουλος.

Ο Νικόλαος Γύζης (1842-1901), ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες ζωγράφους, γεννήθηκε στην Τήνο αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο Σχολείον των Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών). Το παράδειγμα του Γύζη είναι εντυπωσιακό. Έμεινε στη Σχολή Καλών Τεχνών από το 1854 σε ηλικία 12 ετών και παρέμεινε μέχρι το 1863. Κάθε χρόνο έπαιρνε ένα πρώτο βραβείο, εκτός από τον τελευταίο χρόνο που πήρε το δεύτερο στην ελαιογραφία. Το 1865 έλαβε υποτροφία για σπουδές στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, όπου αφομοίωσε την άψογη τεχνική και τα διδάγματα του ακαδημαϊκού ρεαλισμού.

Κοριτσάκι που παίζει

Άτομο βαθιά θρησκευόμενο, στράφηκε αργότερα προς τις αλληγορικές και τις μεταφυσικές παραστάσεις. Τα λεγόμενα «θρησκευτικά» του έργα, με πλέον χαρακτηριστικό τον πίνακα Ιδού ο Νυμφίος έρχεται (1895–1900, Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου), αντιπροσωπεύουν τα οράματα του ώριμου πλέον καλλιτέχνη και δηλώνουν απερίφραστα τις υπαρξιακές του αγωνίες. Κυρίαρχο θέμα των ώριμων έργων του ήταν ο αγώνας του εναντίον του Κακού και η τελική νίκη του Καλού. Η σημαντικότερη μορφή σ’ αυτά τα έργα του είναι η γυναίκα, που άλλοτε εμφανίζεται ως Τέχνη, άλλοτε ως Μουσική, άλλοτε ως Άνοιξη, άλλοτε ως Δόξα.

Τον Απρίλιο του 1872 επέστρεψε στην Αθήνα, για να μετατρέψει το πατρικό του σπίτι επί της οδού Θεμιστοκλέους σε ατελιέ. Μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, ταξίδεψε το 1873 στην Μικρά Ασία. Απογοητευμένος από τις συνθήκες της Ελλάδας, τον Μάιο του 1874 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο Μόναχο, όπου έμελλε να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του.

Μετά το ταξίδι του στη Μικρά Ασία μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, το έργο του εμπλουτίζεται χρωματικά και στρέφεται κυρίως σε ελληνικά ηθογραφικά θέματα. Στην ύστερη φάση της, η τέχνη του είναι περισσότερο ποιητική και ιδεαλιστική, εμπνεόμενη συχνά από την ελληνική μυθολογία και θρησκευτικά θέματα, με εμφανή την επίδραση του συμβολισμού.

Το 1880, ανακηρύχθηκε σε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα. Το 1895, επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα, την οποία ποτέ δεν ξέχασε και πάντα νοσταλγούσε. Προσβεβλημένος από λευχαιμία, πέθανε στο Μόναχο στις αρχές του 1901. Λέγεται ότι τα τελευταία του λόγια ήταν: «Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι!». Η σορός του ενταφιάστηκε στο Βόρειο Νεκροταφείο του Μονάχου.