O Kέισι Άφλεκ ζει στη Βοστώνη, είναι επιστάτης σε κτίρια, επισκευάζει τις μικροζημιές στα διαμερίσματα, καθαρίζει το χιόνι, πετάει τα παλιά έπιπλα των ενοίκων. Είναι σχεδόν αδύνατον να του πιάσεις κουβέντα, θα σου απαντήσει μόνο τα εντελώς απαραίτητα. Ακόμη και σε ζητήματα της δουλειάς του δεν τον ενδιαφέρει να προτείνει σε κάποιον ένοικο αν πρέπει να αλλάξει όλο το σύστημα στο νιπτήρα ή να κάνει μια επιδιόρθωση. Του λέει απλώς ποια είναι η βλάβη και πρέπει να του κάνει ο ένοικος ειδική ερώτηση για να απαντήσει. Μήπως είναι μόνο στη δουλειά έτσι; Όχι. Στο μπαρ που κάθεται μόνος και πίνει μπύρα, αντί να ανταποκριθεί στο φλερτ μιας γυναίκας, προτιμά να δημιουργήσει καυγά χωρίς λόγο με δυο άντρες. Οκ, κάτι τον βασανίζει προφανώς. Τι όμως; Αυτά τα αρχικά λεπτά του «Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα», όπου δε μοιάζει να έχει να πει τίποτα το ενδιαφέρον σε οτιδήποτε, σε κάνουν να αναρωτιέσαι μήπως αυτό που τον βασανίζει είναι η σχεδόν πλήρης έλλειψη προσωπικότητας,  όπως συνέβαινε στον ήρωα του «Ταξιτζή».

«Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα» του Κένεθ Λόνεργκαν

Και μετά τον παίρνουν τηλέφωνο. Ο αδελφός του πεθαίνει. Πάει να τον βρει στο Μάντσεστερ, σε μια παραθαλάσσια κωμόπολη, που είναι 1 1/2 ώρα με το αυτοκίνητο απ’ τη Βοστώνη. Δεν θα τον προλάβει. Όταν στο άνοιγμα της διαθήκης, ο δικηγόρος τον ενημερώνει ότι ο αδελφός του τον έχει ορίσει κηδεμόνα του δεκαεξάχρονου ανιψιού του, ο Άφλεκ αντιδρά: ο αδελφός του δεν το είχε συζητήσει προηγουμένως μαζί του, του φαίνεται εξωφρενικό. Γιατί όμως;

Ο Λόνεργκαν φτιάχνει καλό μελό

Η ταινία εξελίσσεται με μια σειρά από φλας μπακ, όπου μαθαίνουμε σταδιακά πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα τόσο για την οικογένεια του αδελφού του, όσο και για την οικογένεια του Άφλεκ. Γιατί ο Άφλεκ δεν ζούσε πάντα μόνος στη Βοστώνη.

Ο δεκαεξάχρονος ανιψιός από την άλλη, μολονότι μόλις έχει μείνει ορφανός από πατέρα, μοιάζει να πατά πολύ καλύτερα στα πόδια του από τον θείο του. Σε αντίθεση με εκείνον, είναι και παραείναι παρών στη ζωή. Είναι μέλος της ομάδας χόκεϊ, είναι ο επικεφαλής μιας μπάντας που κάνει πρόβες σε ένα γκαράζ (και που ανακοινώνει το όνομά της κάθε φορά που προβάρουν μόνοι τους ένα τραγούδι), το γκαράζ είναι στο σπίτι της κοπέλας του, της μίας από τις δύο κοπέλες που έχει ταυτόχρονα, παρακαλεί το θείο του να μην πει στη μία για την άλλη, το μέλλον του το έχει ψιλοξεκάθαρο στο μυαλό του, δεν θέλει να πάει στο Πανεπιστήμιο, θέλει να συνεχίσει τη δουλειά του πατέρα του, δουλεύοντας το πλοιάριό του.

Η σχέση ανήλικου ανιψιού – προβληματικού θείου (με τον Μάρκ Ράφαλο σε μια πολύ σημαντική ερμηνεία) ήταν στο επίκεντρο της επίσης προταθείσας για όσκαρ σεναρίου «You Can Count On Me» του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Κένεθ Λόνεργκαν. Το «Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα» συγκέντρωσε έξι συνολικά υποψηφιότητες κι όλες για μεγάλα βραβεία. Από το 2000 και στα 17 χρόνια που μεσολάβησαν, ο Λόνεργκαν κατάφερε να γυρίσει μόνο μια ταινία ακόμα, το «Margaret», εμπλεκόμενος για χρόνια σε μια δικαστική διαμάχη με τους παραγωγούς της για την τελική διάρκειά της. Θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος κατά βάση ο Λόνεργκαν, πατά στα σενάριά του, τους χαρακτήρες που χτίζει, τις ερμηνείες που καταφέρνει να αποσπά από τους ηθοποιούς.

«Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα» του Κένεθ Λόνεργκαν

Το «Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα» είναι μελό. Kαι είναι καλό μελό. Αν σου μιλάνε ταινίες που δεν φοβούνται να βάλουν μια τραγωδία στο επίκεντρό τους και να πραγματευτούν τις συνέπειές της, αν η τέτοιου είδους συγκίνηση είναι για σένα ευπρόσδεκτη, τότε η ταινία μπορεί μέχρι και να σε συγκλονίσει. Αν πάλι δεν είσαι θετικά προδιατεθειμένος απέναντι σε αυτό το σινεμά, η ταινία ναι μεν δεν καταφέρνει να βγει από τα όρια του είδους της, αλλά είναι τόσο καλά στημένη (με τις πινελιές χιούμορ να μην αλλάζουν το μείγμα της συνταγής, αλλά μάλλον να αποτελούν αναπόσπαστο συστατικό του), που πρέπει να της αναγνωρίσεις ότι αυτό που ήθελε να περάσει το περνά με πειστικό τρόπο. Αν, με άλλα λόγια, δεν θες να δεις ανθρώπους συντετριμμένους από τραγικά γεγονότα, μην δεις την ταινία καθόλου, δεν έχει να σε πάει κάπου αλλού. Αν τη δεις όμως, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα σε οδηγήσει σε αυτή τη συντριβή με χειρουργική ακρίβεια.

«Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα» του Κένεθ Λόνεργκαν

Όταν πρωτοβλέπουμε την Μισέλ Γουίλιαμς είναι συναχωμένη. Και σκέφτεσαι πόσο σπάνια, έως ποτέ, στις ταινίες οι ήρωες είναι συναχωμένοι, εκτός και αν αυτό το συνάχι χρησιμεύει σε κάτι άλλο. Κι όταν στην πορεία ανακαλύψεις ότι χρησίμευε σε κάτι άλλο -και όχι δεν είναι κανενός είδους σπόιλερ αυτό, δεν ήταν το συνάχι το σύμπτωμα κάποιας σοβαρότερης ασθένειάς της, δεν μπορεί να πάει κανενός ο νους στο πώς παίζει καθοριστικό ρόλο στην πλοκή- θα επιβεβαιώσεις ότι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες δείχνουν πόσο τεχνητά δημιουργήματα είναι οι κινηματογραφικοί ήρωες.

Η Μισέλ Γουίλιαμς έρχεται και κλέβει την παράσταση με μια σκηνή ελάχιστων λεπτών

Μέσα σε περίπου δυο ώρες θα εμφανιστούν όσες φορές απαιτείται για να ειπωθεί μια ιστορία. Και στην ιστορία αυτή θα χωρέσει μόνο ό,τι αφορά την ιστορία. Να συναχώνονταν χωρίς να ήθελε να πει κάτι το συνάχι είναι σπάνιο. Ως δημιουργήματα είναι εδώ για να εξυπηρετήσουν έναν σκοπό.

Από την άλλη, ένα βασικό προτέρημα του «Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα» είναι ότι βάζει στην εικόνα πραγματικές τεχνικές δυσκολίες που πηγαίνουν πέρα από τη γενική ιδέα του πένθους και του τραγικού γεγονότος, δυσκολίες που συμβαίνουν στην πραγματική ζωή και όχι στο μυαλό ενός σεναριογράφου που γράφει μια ιστορία: ένα φορείο που πιάνονται τα πόδια του στην πόρτα του ασθενοφόρου, μια πλαστική σακούλα με ψώνια που κρατούσες και δεν ξέρεις τι να την κάνεις την ώρα που η τραγωδία σε επισκέπτεται, μια άλλη σακούλα με τα προσωπικά είδη του αδελφού σου που κάπου την έχουν βάλει και δεν μπορούν να την βρουν, ο δρόμος που έχει κίνηση και ο εγκλωβισμός που νιώθεις μέχρι να φτάσεις στον προορισμό σου, ένα κινητό που δεν πιάνει καλά την ώρα που θες να συνεννοηθείς.

«Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα» του Κένεθ Λόνεργκαν

Η Μισέλ Γουίλιαμς έρχεται και κλέβει την παράσταση με μια σκηνή ελάχιστων λεπτών. Και μπορεί να είναι σκηνή αβανταδόρικη, είναι όμως ταυτόχρονα και μια σκηνή καταλυτική. Και μπορείς να εκτιμήσεις εκτός από αυτή καθαυτή την αξία της, το γεγονός ότι η μισή επιδραστικότητά της και η μισή συγκίνηση που προξενεί έχουν να κάνουν με γεγονότα που έχουν συμβεί στο παρελθόν. Ο Λόνεργκαν φτιάχνει καλό μελό αντιστεκόμενος στον πειρασμό να μας δείξει αυτά τα γεγονότα. Μας αφήνει να τα φανταστούμε.

Και τελικά εκεί που κάνει η ταινία το βήμα μπροστά, είναι τολμώντας να καταθέσει τη θέση ότι δεν υπάρχει σε όλες τις καταστάσεις κάθαρση, δεν υπάρχει σε όλες τις καταστάσεις λύτρωση, δεν υπάρχει σε όλες τις καταστάσεις χάπι εντ, δεν υπάρχει σε όλες τις καταστάσεις το η ζωή συνεχίζεται. Ενίοτε αυτό που συνεχίζεται δεν είναι η ζωή, αλλά ένα πλαστό υποκατάστατό της. Συνεχίζεις να αναπνέεις, να τρως, να κοιμάσαι, να ξυπνάς, συνεχίζεις να είσαι εδώ, αλλά ταυτόχρονα δεν είσαι πια. Αυτό που έχει μείνει πια εδώ, δεν είσαι πια εσύ, αυτό που έχει μείνει πια εδώ δεν είναι πια ζωή.