Στην πρώτη σκηνή ξεπροβάλλει η θεόρατη κοιλιά της εγκυμονούσας και ούσας «στις μέρες της» Σαρλίζ Θερόν. Κατευθύνεται στο πεντάχρονο αγοράκι της κι αρχίζει να το χαϊδεύει με ένα βουρτσάκι, λες και είναι άλογο. Στην πορεία θα μάθουμε ότι τη μέθοδο αυτή της τη συνέστησε ψυχοθεραπευτής, καθώς το αγόρι έχει σοβαρά αναπτυξιακά προβλήματα στα όρια του αυτισμού. Αυτό πάντως δεν αναιρεί το ότι, καθώς βλέπουμε τη μάνα να βουρτσίζει το αγοράκι της, παρακολουθούμε μια σκηνή εντελώς ερωτική, όχι βέβαια με τον τρόπο – ταμπού του αποτρόπαιου τέρατος της παιδοφιλίας, αλλά με έναν άλλο τρόπο, καθ΄όλα νόμιμο, καθ’ όλα εξαγιασμένο και ρομαντικοποιημένο και θεωρούμενο ως φυσικό και πιθανότατα όντως εντελώς φυσικό, με τον τρόπο δηλαδή της σχεδόν ομολογημένα αμιγώς ερωτικής έλξης που έχουν οι περισσότερες μαμάδες για τα μικρά παιδιά τους.

Αλλά για να μην παρεξηγηθώ, το “Τully: Τα Παιδιά είναι Ευτυχία;» δεν καταγράφει τη μεγάλη αγάπη μιας μάνας για τα παιδιά της, ούτε περιγράφει εξιδανικευτικά τη μητρότητα. Κάνει το ακριβώς αντίθετο, δείχνοντας ότι πολλές φορές τα ζόρια της μητρότητας είναι πολύ μεγάλα και ότι ιδίως τα ζόρια μιας λεχώνας μπορεί ενίοτε να είναι πάρα πολύ μεγάλα για να τα αντέξει. Η Θερόν είναι έγκυος στο τρίτο παιδί, έχει ένα ακόμη κοριτσάκι, λίγο μεγαλύτερο από το αγόρι και χωρίς αναπτυξιακά ή άλλα προβλήματα. Πληροφορούμαστε ότι η τρίτη εγκυμοσύνη δεν ήταν προγραμματισμένη και ότι ήταν αποτέλεσμα «ατυχήματος». Δεν θα μάθουμε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας τι ποσοστό ανθρώπων γεννήθηκε εξ αρχής ηθελημένα και τι προέκυψε ως «ατύχημα», «τυχερό», όπως θέλει το λέει κανείς, πάντως με τον παράγοντα τύχη να παίζει βαρύνοντα ρόλο. Είναι τόσο φτερό στον άνεμο η ανθρώπινη ζωή που ακόμη και το γεγονός ότι γεννήθηκες και υπάρχεις, μπορεί να οφείλεται στην τύχη και το τυχαίο. Τόσο πολύ σημαντικοί είμαστε.

Η Θερόν είχε πάρει και την προηγούμενη γέννηση κάπως βαριά, έχοντας περάσει μια ψιλο-επιλόχειο κατάθλιψη. Τώρα λοιπόν ο πετυχημένος και λεφτάς αδελφός της (που περιγράφεται και από την ίδια και από τον άντρα της σαν απάλευτος χαρακτήρας, αλλά εδώ που τα λέμε δεν φαίνεται και τόσο χάλιας) της προτείνει ένα διαφορετικού τύπου δώρο για το νέο μωρό. Αναλαμβάνει τα έξοδα μιας night nanny, μιας νυχτερινής νταντάς, της τελευταίας μόδας για ευκατάστατες γυναίκες. Όταν φέρνεις νεογέννητο μωρό στο σπίτι, είναι η αναστάτωση του βραδιού ο τελικός παράγοντας που αποσταθεροποιεί όλες τις ισορροπίες; Ευκαιρία να κοιμηθείς, μανούλα, ευκαιρία να μην κάνεις το βιολογικό σου ρολόι σμπαράλια, ευκαιρία να ξεκουραστείς, ευκαιρία να πάρεις δυνάμεις για να ανταπεξέλθεις στις ανάγκες του μωρού τη μέρα φρέσκια, η νυχτερινή νταντά είναι εδώ για να προσέχει και να φροντίσει εκείνη, το παιδί σου. Η ελεύθερη αγορά είναι εδώ για να καλύπτει όλες, μα όλες, τις ανθρώπινες ανάγκες, πολύ συχνά δημιουργώντας τες και η ίδια. Πόσω μάλλον εδώ που η συγκεκριμένη ανθρώπινη ανάγκη δεν είναι δημιούργημά της, ήταν αντίθετα πάντα παρούσα. Απλά εξισορροπούνταν και υπερκεραζόταν από το ένστικτο διαρκούς φροντίδας του μωρού, ενώ ταυτόχρονα θεωρούνταν μειωτικό να αναθέτεις ως επ’ αμοιβή υπηρεσία σε ξένους κάτι τόσο θεμελιωδώς συνδεδεμένο με τον γονεϊκό ρόλο.

Από την άλλη ανάγκες που εξυπηρετεί η πιο προωθημένη μορφή ελεύθερης αγοράς, αλλού τις καλύπτουν γιαγιάδες και παππούδες. Μια από τις μεγαλύτερες και ταυτόχρονα λιγότερο ομολογημένες διαφορές στην εποχή μας είναι τα ζευγάρια που μεγαλώνουν τα παιδιά τους με ή χωρίς βοήθεια από γιαγιάδες και παππούδες.

Η Θερόν στην αρχή αντιδράει, δεν θέλει με τίποτα, έχει όλες τις σχετικές ενστάσεις. Στην πράξη όμως βλέπει ότι δεν το παλεύει. Κι όταν πάρει τελικά το τηλέφωνο και εμφανιστεί η Τάλι, θα βρει στο πρόσωπό της όχι μόνο την πρακτική βοήθεια και ανακούφιση που χρειαζόταν, αλλά και μια νέα φίλη. Κι όταν η Τάλι δει ότι η Θέρον βλέπει στην τηλεόραση την (υπαρκτή) σειρά «Ζιγκολό» που περιγράφει τη ζωή και τη δουλειά μερικών ζιγκολό, η αναλογία είναι προφανώς μπροστά στα μάτια μας: δεν υπάρχει ανάγκη αρκετά προσωπική που να μην μπορεί να καλυφθεί από την αγορά της αντίστοιχης υπηρεσίας.

Ο πατέρας ξεπατώνεται στη δουλειά, αργά το απόγευμα που γυρνά (όταν δεν λείπει σε επαγγελματικά ταξίδια) ασχολείται με το διάβασμα των παιδιών, δεν είναι ούτε αδιάφορος, ούτε απών, αλλά η σεναριογράφος Ντιάμπλο Κόντι και ο σκηνοθέτης Τζέισον Ράιτμαν καταφέρνουν να δείξουν με επιτυχία ακριβώς αυτό: πως πολύ συχνά ακόμη και ο παρών πατέρας είναι από άποψη χρόνου, διαθεσιμότητας, διάθεσης, σε σύγκριση με τη μητέρα απών. Πως ασχολείται με τα παιδιά πολύ λιγότερο και πως αυτό του φαίνεται τρόπον τινά και εντελώς νορμάλ. Και όσο τεράστια και χαώδης είναι η διαφορά ανάμεσα στα ζευγάρια που έχουν βοήθεια  (φυσικής παρουσίας και διαθεσιμότητας) από γιαγιάδες – παππούδες και στα ζευγάρια που μεγαλώνουν μωρά και μικρά παιδιά ολομόναχοι, άλλο τόσο τεράστια και χαώδης είναι η διαφορά ανάμεσα στη μάνα που είναι επιφορτισμένη με ό,τι αφορά το παιδί και στον πατέρα που περνά κάποιες ώρες και έχοντας κάποιες περιορισμένες αρμοδιότητες για το παιδί.

Έχουμε λοιπόν μια οικογένεια που ο άντρας και η γυναίκα είναι εκεί, είναι αφοσιωμένοι, έστω και με τον τρόπο του και τα όριά του ο καθένας. Οικονομικά δεν πετάνε, ζορίζονται, αλλά τα καταφέρνουν. Με την εξαίρεση του προβλήματος του αγοριού, όλα τα υπόλοιπα στη ζωή τους ήρθαν περίπου όπως τα ήθελαν, ακόμη κι αν εκείνη θα ήθελε ίσως μια δουλειά πιο συμβατή με αυτό που σπούδασε. Κι ακόμη κι αν έχουν να κάνουν σεξ για μήνες, ήταν κι έγκυος, θα τους ξανάρθει, μεταξύ τους είναι γενικά καλά και αρμονικά. Το “Τully” δείχνει μια εκδοχή ζωής, όπου τα πράγματα πάνε γενικά καλά κι όπου αν από κάτι νικιέται το ζευγάρι είναι το βάρος των πολλαπλών υποχρεώσεων. Δείχνει ότι στη ζωή και η καλή εκδοχή των πραγμάτων δεν μπορεί παρά να ανάγεται στη σφαίρα του σχετικού και όχι του απόλυτου. Ότι η ζωή και στην καλή εκδοχή της δεν περνάει σαν διαφημιστικό ευτυχίας. Ότι ακόμη και αν η αγάπη για τα παιδιά προσεγγίζει το απόλυτο, είναι πάντως ένα απόλυτο που αφορά τη σχέση σου με το παιδί σου. Δεν είναι ένα απόλυτο που θα μετατρέψει τη ζωή σου σε έναν συνεχή παράδεισο.

Ένας άλλος παράγοντας τον οποίο βάζει το “Τully” είναι η ηλικιακή διαφορά. Στο πρόσωπο της Τάλι η Θερόν βλέπει μια γυναίκα με λίγο περισσότερο από τα μισά της χρόνια, βλέπει μια γυναίκα σωματικά πιο ακμαία και κυρίως μια γυναίκα με πολύ λιγότερες σκοτούρες, βάρη, υποχρεώσεις. Μια γυναίκα που μπορεί ακόμη να ονειρευτεί τα πάντα και να κάνει τα πάντα, μια γυναίκα που μπορεί ακόμη να διαλέξει ποιον δρόμο θα πάρει στη ζωή της, την ώρα που τη ζει στο παρόν έντονα.

Ο Τζέισον Ράιτμαν ξεκίνησε την καριέρα του με τον πλέον υποσχόμενο τρόπο. Το “Thank you for Smoking” το “Juno” (για το οποίο η Κόντι κέρδισε και το όσκαρ σεναρίου) και μετά μια από τις πιο καίριες ταινίες των τελευταίων ετών, το “Up in the Air”, υπόσχονταν ότι και το δικό όριό του είναι ψηλά στον ουρανό. Κι όμως η δεκαετία του δέκα δεν τον βρήκε εκεί, αντίθετα οι μετοχές του έπεσαν, όχι απαραίτητα γιατί προσπάθησε και δεν του βγήκε, όσο μάλλον γιατί τον ενδιαφέρει ένα σινεμά λιγότερο φιλόδοξο και περισσότερο γήινο, ένα σινεμά της μικρής κλίμακας, των μικρότερων διακυβευμάτων, των αληθινών ανθρώπων.

Η Σαρλίζ Θερόν πήρε ουκ ολίγα κιλά για να παίξει το ρόλο, κι αυτό προσθέτει στην αληθοφάνεια και στην αλήθεια της ταινίας, που είναι γεμάτη με μικρές λεπτομέρειες που δείχνουν ότι η Κόντι και ο Ράιτμαν ξέρουν από πρώτο χέρι γιατί μιλούν. Από εκεί και πέρα πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα σε μια ταινία που έχει όντως να πει κάτι αξιοσημείωτο και σε μια ταινία που το λέει προσφέροντας σου μια αξιοσημείωτη κινηματογραφική εμπειρία. Φοβάμαι ότι το δεύτερο ο Ράιτμαν με την Κόντι δεν το πετυχαίνουν, φοβάμαι ότι το “Tully” είναι αρκετά πλαδαρό, ότι δεν έχει την οικονομία που θα έπρεπε, την αιχμή και τις εντάσεις που θα μπορούσε, ενώ και η κατάληξή του σηκώνει αρκετή συζήτηση, την οποία όμως δεν μπορούμε ούτε να ανοίξουμε χωρίς σπόιλερ, για αυτό και θα την αφήσουμε κλειστή. Ακόμη όμως και αν αναδρομικά δύσκολα θα θυμάσαι κάποια συγκεκριμένη σκηνή του, είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι το “Τully” δεν είναι από τις ταινίες που βλέπεις σήμερα και ξεχνάς αύριο: μιλά για κάτι καθόλου δημοφιλές, για κάτι που αποσιωπάται, αλλά για κάτι αληθινό. Και μιλά για αυτό με όρουςειλικρίνειας.Ας το παραδεχτούμε: οι ταινίες που επιχειρούν να συνομιλήσουν με το απόλυτο των συναισθημάτων και καταστάσεων, για απόλυτους έρωτες, για απόλυτες αδικίες, για απόλυτες λυτρώσεις κλπ είναι πολύ πιο αβανταδόρικες. Οι ταινίες όμως που παρουσιάζουν τη σχετικότητα των πραγμάτων και τις αποχρώσεις της ζωής είναι πιο αληθινές.