Όπως έχει διαμορφωθεί το θεατρικό τοπίο της Αθήνας των τελευταίων πέντε-έξι χρόνων τουλάχιστον, το κατά κύριο λόγο κυριευμένο από παραστάσεις κοινωνικοπολιτικού προσανατολισμού, θεάτρου ντοκουμέντου ή επινόησης, κλασικών έργων σε νέες ή λιγότερο νέες ματιές, η παρουσία της φάρσας ενδεχομένως ξενίζει. Δεν είναι όμως αδικαιολόγητη. «Η φάρσα οφείλει την αιώνια δημοτικότητά της στην έντονη θεατρικότητα, το ενδιαφέρον της για την τύχη της σκηνής και την πολύ δουλεμένη σωματικά τεχνική του ηθοποιού», επισημαίνει ο Παβίς στο «Λεξικό του θεάτρου» και δίνει μιαν απάντηση για την εκπροσώπηση του είδους στις (φετινές) σκηνές.

Η παρουσία της φάρσας ενδεχομένως ξενίζει, δεν είναι όμως αδικαιολόγητη

Είναι γεγονός πως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φάρσας προσφέρονται για δοκιμές πάνω στο ύφος και την αισθητική της κωμικότητας – μιας κωμικότητας  που αντλεί τη δυναμική της κυρίως από την εκμετάλλευση του ρυθμού και της ταχύτητας, τη σωματική έκφραση, τους τυποποιημένους ρόλους στα όρια της καρικατούρας, την πλοκή, παρά από τη διάνοιά της. Οι υποθέσεις των έργων της, κατά κύριο λόγο απιστίας, παρεξηγήσεων ή εξαπάτησης, είναι μάλλον απλοϊκές, αλλά περίπλοκα κατασκευασμένες έτσι όπως ξετυλίγονται μέσα από συνεχείς ανατροπές, συμπτώσεις, μυστικά, ψέματα και αναποδιές, έως ότου το φινάλε δώσει την «ευτυχή» λύση, το: «τέλος καλό, όλα καλά», συνήθως μάλιστα με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Η ιδεολογική ερμηνεία αφήνεται σε δεύτερο ή τρίτο επίπεδο, και αν. Άλλωστε, τι ερμηνεία να ζητήσει κανείς επί των έργων ενός είδους που δημιουργήθηκε ως πρόσθετο «καρύκευμα» (farcire: γεμίζω), για να αποτελέσει ένα διάλειμμα λαϊκού, γκροτέσκ, διογκωμένου χιούμορ; Θα πρέπει να ειπωθεί, όμως, πως μπορεί η φάρσα να μην απαιτεί απαραιτήτως κάποια «ιδεολογική ερμηνεία», όμως ο στερεοτυπικός της χαρακτήρας όσον αφορά τα νοήματα των έργων δεν γίνεται να μένει ασχολίαστος, τουλάχιστον αν θέλουμε να μιλάμε για παραστάσεις σύγχρονου ενδιαφέροντος.

Το έξυπνο πουλί

«Το έξυπνο πουλί» ©Νίκος Πανταζάρας

Από εκεί και πέρα, το θέμα με τα καρυκεύματα, όπως στη μαγειρική, έτσι και στη σκηνή, είναι πρωτίστως αναλογιών. Η ελευθερία που ανοίγει το είδος στη σκηνοθετική και σκηνική δημιουργικότητα μπορεί να οδηγήσει σε παραστάσεις υψηλής απολαυστικότητας, ελλείψει μέτρου όμως μπορεί να αποβεί καταστροφική. Η παράσταση του έργου του Ζωρζ Φεϋντώ, «Το έξυπνο πουλί», σε σκηνοθεσία των Μάνου Βαβαδάκη και Γιώργου Κατσή, είναι αδιαμφισβήτητα ανεβασμένη με κέφι και έμπνευση. Οι δυο τους -που κρατούν και δύο από τους ρόλους-, μαζί με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, πήραν ένα τυπικό δείγμα της ευνοϊκής αυτής θεατρικής φόρμας και την εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο· ναι μεν αναμενόμενα, ποντάροντας στους υψηλούς τόνους, τους γρήγορους ρυθμούς και την υπερβολή στο παίξιμο, προσέθεσαν όμως και το δικό τους στίγμα, κυρίως με τις (πολλές) αυτοσχεδιαστικές και εξωκειμενικές προσθήκες (αρκετές από αυτές αναφερόμενες στο «εδώ και τώρα»), με το σπάσιμο της σύμβασης και τα διάφορα «ενδοθεατρικά» σχόλια. Φοβάμαι, όμως, πως η παράσταση εντέλει έκανε άμετρη χρήση των σκηνοθετικών της ευρημάτων και έφτασε στην υπερβολή· μια υπερβολή που, προσωπικά, με κούρασε και (μου) δημιούργησε την αίσθηση πως από το όλο εγχείρημα έλειψε μία ουσιαστικά έξωθεν ματιά που θα έβαζε φρένο σε όλα όσα φαίνεται να προέκυψαν στις πρόβες και μεταφέρθηκαν στην παράσταση.

Το έξυπνο πουλί

©Νίκος Πανταζάρας

Υπήρχαν, βέβαια, χιούμορ, σαρκασμός και αυτοσαρκασμός (όπως, π.χ., τα ηχογραφημένα χειροκροτήματα άμα τη εμφανίσει κάθε ηθοποιού) και, μάλιστα, αρχικά η παράσταση δημιούργησε προσδοκίες και για την κατάθεση κάποιου σχολίου, που όμως έμειναν ανολοκλήρωτες: κατά την έναρξη της παράστασης, με την ανάγνωση διαφόρων «κανόνων καλής συμπεριφοράς για τις συζύγους», εισήχθη το (απαραίτητο) στοιχείο της ειρωνείας απέναντι σε ένα έργο απολύτως στερεοτυπικό όσον αφορά στη θέση της γυναίκας απέναντι στον άνδρα και στην απιστία του. Και ενώ η παράσταση συνέχισε διακωμωδώντας την υπόθεση, το φινάλε ήρθε να συνταχθεί με το συγγραφικό στερεότυπο: η γυναικεία απιστία αποφεύγεται την τελευταία στιγμή, οι άπιστοι άνδρες απαλλάσσονται με μια τους συγγνώμη και η συζυγική αγάπη (;) τελικά θριαμβεύει. Κανένα σχόλιο επ’ αυτού. Το υποκριτικό «τέλος καλό, όλα καλά» με το οποίο συντάσσονται οι εθελοτυφλούντες ήρωες του έργου ήρθε να επισφραγισθεί από το «τέλος καλό, όλα καλά» της παράστασης και τα τρία σφιχταγκαλιασμένα ζευγάρια επί σκηνής. Κάπως λίγο για μια παράσταση εν έτει 2017, θεωρώ, η οποία, μάλιστα, είχε ήδη επέμβει δραστικά επί του κειμένου.

Οι τρειςευτυχισμένοι - ©Βάσια Αναγνωστοπούλου

«Τρειςευτυχισμένοι» ©Βάσια Αναγνωστοπούλου

Η παράσταση ενός άλλου έργου του είδους, των «Τρειςευτυχισμένων» του Λαμπίς, σκηνοθετημένη από τον Γιάννη Χουβαρδά, κινείται σε διαφορετικό ύφος και έχει μάλλον διαφορετικό σκοπό. Ο Χουβαρδάς, κατ’ αρχήν, έξυπνα πράττοντας, ανέτρεψε τους αναμενόμενους ρυθμούς της φάρσας, την έμφαση στην ταχύτητα δηλαδή και, γνωρίζοντας πως έχει στα χέρια του ένα είδος που βασίζεται ιδιαίτερα στο κούρδισμα του ρυθμού, μάς παρέδωσε το έργο επιτηδευμένα ξεκούρδιστο. Δείτε στην έναρξη, π.χ. (κι εδώ η παράσταση ανοίγει με -ηχογραφημένες σε αυτή την περίπτωση- οδηγίες για τις «καλές και φρόνιμες συζύγους»), πώς έπαιξε με τις υπερβολικά αργές κινήσεις της υπηρέτριας (Λένα Παπαληγούρα), ή αργότερα πώς επέλεξε για την είσοδο των ηθοποιών στη σκηνή μια κίνηση καρτουνίστικου στροβιλισμού που κοβόταν απότομα. Η αίσθηση του μέτρου ήταν κυρίαρχη στην παράσταση, αφού το κωμικό δεν εξυπηρετήθηκε μέσω της (εύκολης λύσης της) ανεβασμένης έντασης, σε φωνές και ταχύτητα. Θα έλεγα πως ο Χουβαρδάς δεν δούλεψε εις ύψος αλλά εις μήκος, δεν ανέβασε τους τόνους αλλά τους επιμήκυνε. Η συνολική αισθητική που επέλεξε πήρε μεν σαφώς υπόψη της τα χαρακτηριστικά που υιοθετούνται σε μια φάρσα -δηλαδή την υπερβολή και την τυποποίηση- τα φίλτραρε όμως μέσα από μια (προ)οπτική αποδόμησης, όχι σύνθεσης.

Οι τρειςευτυχισμένοι - ©Βάσια Αναγνωστοπούλου

©Βάσια Αναγνωστοπούλου

Έπειτα, οδήγησε τους ηθοποιούς σε ένα ψεύτικο παίξιμο που φανέρωνε τα «στοιχειώδη» αισθήματα των ηρώων: υποκρισία, μελοδραματισμό, ερωτικό πάθος, χωρίς να το στηρίξει στο πολυφορεμένο υπερβολικό ή χοντροκομμένο ύφος, αλλά περισσότερο στην ειρωνεία και σε μια «κομψή» απόδοση του γελοίου και της καρικατούρας. Αυτοί με τη σειρά τους, βοηθούμενοι και από την όψη (χάρη στα κοστούμια της Ιωάννας Τσιάμη (ειδική μνεία στον ντυμένο-στα-ροζ-από-την-κορφή-ως-τα-νύχια- Ερνέστο του Χρήστου Λούλη), στην κινησιολογία που επιμελήθηκε η Σταυρούλα Σιάμου (υπέροχο το «τόσο όσο» γελοίο βάδισμα του Μαρζαβέλ-Δημήτρη Τάρλοου, αλλά και στις κομμώσεις), μετουσιώθηκαν στο τσούρμο των αστείων ανθρωπάκων που ορίζει το έργο – τα οποία όμως προκαλούν και κάποια θλίψη εξαιτίας της γελοιότητάς τους. Και είναι γεγονός, σημαντικό κατ’ εμέ, πως η οπτική του Χουβαρδά άφησε χαραμάδες για να εισέλθει επί σκηνής αυτή η αίσθηση του δραματικού.

Θα πρέπει, βέβαια, να παρατηρηθεί πως ο σκηνοθέτης ακολούθησε σε εξαντλητικό βαθμό την οπτική του, κάτι που έκανε την παράσταση να τραβήξει σε μάκρος και επιβράδυνε τους ρυθμούς της, με αποτέλεσμα να χάσει σταδιακά την ικμάδα της· ιδιαίτερα αν ληφθεί, επιπλέον, υπόψη πως μάλλον δεν έγιναν περικοπές στο (τρίπρακτο) έργο. Αυτές όμως, μαζί κι ένα σφίξιμο του ρυθμού κρίνονται, νομίζω, απαραίτητες προκειμένου η παράσταση να δικαιωθεί απόλυτα.

Info παραστάσεων: Οι Τρεις ευτυχισμένοι | 21 Ιανουαρίου – 31 Μαρτίου 2017 | Θέατρο Πορεία

Έξυπνο Πουλί | 30 Ιανουαρίου – 28 Μαρτίου 2017 | Tempus Verum – Εν Αθήναις