Ένα μαύρο αγόρι μεγαλώνει σε φτωχογειτονιά του Μαϊάμι. Ο πατέρας του δεν υπάρχει πουθενά στην εικόνα, γεγονός που στα γκέτο δεν το λες και εντελώς σπάνιο. Η μητέρα του είναι ναρκομανής. Ο ίδιος είναι γκέι, ακόμη κι αν δεν το έχει συνειδητοποιήσει ακόμα. Ή μάλλον είναι «πούστης», όπως τον αποκαλούν τραμπουκίζοντάς τον τα άλλα παιδιά στο σχολείο. Κι επειδή δεν ξέρει τι σημαίνει η λέξη, ρωτάει έναν άντρα που τον έχει περιμαζέψει ουσιαστικά από το δρόμο και που λειτουργεί τελείως ως πατρική φιγούρα.

Στο «Moonlight» τα στερεότυπα που συνοδεύουν την κάθε ταυτότητα μπαίνουν σε δοκιμασία

Έναν άντρα που, μολονότι είναι ο τοπικός έμπορος ναρκωτικών, του εξηγεί τι σημαίνει η λέξη με μια ευαισθησία και μια ακρίβεια που θα ζήλευε και ο πλέον καλλιεργημένος και προνομιούχος άνθρωπος: «Πούστης είναι μια λέξη που χρησιμοποιούσαν παλιά για να κάνουν τους γκέι να αισθάνονται άσχημα». Γιατί μολονότι είναι ο τοπικός έμπορος ναρκωτικών, η ταινία τον δείχνει βασικά μόνο σε στιγμές και καταστάσεις που φέρεται αξιοζήλευτα. Βέβαια κι αυτό σχετικό είναι, πολιτικά η θέση του στην κοινότητα αναδεικνύεται. Ακόμη κι αν λειτουργεί ως σωτήρας του παιδιού, καθόλου ξένος δεν είναι με τα προβλήματα που έχει γενικά η κοινότητα και ειδικά η μητέρα του αγοριού, καθόλου αθώος του συνολικού αίματος δεν είναι. Αλλά αυτό αρκεί. Δε χρειάζεται να παρεμβληθούν άλλες σκηνές για να μας δείξουν πόσο κακός και αιμοβόρος είναι και πως δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συμπαθούμε έναν έμπορο ναρκωτικών.

Moonlight

Σε μια από τις πιο αιρετικές σκηνές του σινεμά της τελευταίας δεκαετίας, στο «Doubt» του Τζον Πάτρικ Σάνλεϊ, η Βαϊόλα Ντέιβις εξηγεί ότι ακόμη κι αν ο ιερέας έκανε κάτι απαγορευμένο με το παιδί της, το παιδί της προέρχεται από ένα δημόσιο σχολείο που του κάνουν μπούλινγκ κι έναν πατέρα που του φέρεται άσχημα. Ότι αν ένας άνθρωπος του δείχνει στοργή και ενδιαφέρον, για όποιους λόγους κι αν το κάνει, το παιδί της είναι πολύ καλύτερα από εκεί που ήταν. Το κοινωνικό περιβάλλον που μεγαλώνεις, η φτώχεια του, η βία του, οι προκαταλήψεις του,  αλλάζουν και τα ίδια τα κριτήρια του σκανδαλισμού. Έτσι και στο «Moonlight» -και χωρίς να έχω διαβάσει συνεντεύξεις των δημιουργών της ταινίας, που πιθανόν να αναιρούν όσα λέω- δεν θεωρώ τυχαίο ότι οι έμποροι ναρκωτικών δεν εμφανίζονται ως επί γης διάβολοι, αλλά ως άνθρωποι που η κοινότητα που ζουν τους δίνει μάλλον περιορισμένες δυνατότητες διαφυγής κι αναζήτησης δρόμων νομικά και ηθικά αποδεκτής προκοπής. Σε κάθε περίπτωση, στο «Moonlight» τα στερεότυπα που συνοδεύουν την κάθε ταυτότητα μπαίνουν σε δοκιμασία.

Moonlight

Το «Moonlight», μια μικρή παραγωγή που δεν θα ήταν καθόλου έκπληξη αν παρέμενε απαρατήρητη, έκανε το μπαμ και ξεχώρισε παίρνοντας τη Χρυσή Σφαίρα για το Δράμα, κερδίζοντας 8 υποψηφιότητες για όσκαρ και όντας η μόνη ταινία που μπορεί να απειλήσει τον θρίαμβο του «La La Land». Γιατί όμως; Ναι σύμφωνοι, αν η θεματολογία του δεν ακουμπούσε σε τόσα πολιτικά καυτά πράγματα μαζί, πιθανότατα η αναγνώριση που απολάμβανε να ήταν μικρότερη.

Το μαύρο χρώμα της επιδερμίδας παίζει και να μην έχει αναδειχθεί ποτέ άλλοτε τόσο όμορφα σε ένα κινηματογραφικό φακό

Αλλά μολονότι φαινομενικά αναδεικνύεται για τα θέματα που πραγματεύεται, είναι το σκηνοθετικό βλέμμα του Μπάρι Τζένκινς που κάνει όλη τη διαφορά, είναι το βλέμμα του που κάνει την ταινία κάτι μακράν σημαντικότερο από μια ιστορία που μπορεί να σε προβληματίσει και να σε κάνει να συζητήσεις κοινωνικά προβλήματα. Ο τρόπος που τα πρόσωπα κυριαρχούν στο κάδρο, τα κοντινά που τους κάνει, ο τρόπος που τα φιλμάρει, είναι καθηλωτικός. Το μαύρο χρώμα της επιδερμίδας παίζει και να μην έχει αναδειχθεί ποτέ άλλοτε τόσο όμορφα σε ένα κινηματογραφικό φακό. Ο υποψήφιος για όσκαρ, διευθυντής φωτογραφίας Τζέιμς Λάξτον, έχει κάνει φοβερά πράγματα με το φως και το χρώμα, ενώ η μουσική τού επίσης υποψήφιου Νίκολας Μπριτελ έρχεται να συμπληρώσει το αισθητικό σύνολο και να συνθέτονται έτσι εικόνες μεγάλης κινηματογραφικής ομορφιάς και δύναμης, με καμβά μόνο πρόσωπα.

Ο πρώτος λευκός που θα δούμε στην ταινία είναι μετά τη μέση της και είναι ένας αστυνομικός. Και λίγο αργότερα ένας εργαζόμενος μιλάει στο τηλέφωνο, λέγοντας ότι είναι μάγειρας και στο φόντο αχνοφαίνονται κολλημένες οικογενειακές φωτογραφίες λευκών, που είναι προφανώς οι καταστηματάρχες. Αλλά το «Moonlight» δεν είναι μια ταινία για τον ρατσισμό. Είναι απλά μια ταινία για τον αληθινό κόσμο που ζουν οι φτωχοί μαύροι. Και για τις διακρίσεις που υπάρχουν μέσα σε αυτή την κοινότητα. Όπως και σε όλες. Ο διαφορετικός εξωθείται στα άκρα. Τα παιδιά θα μπορούσαν να κάνουν μπούλινγκ στο αγόρι για οτιδήποτε τον έκανε διαφορετικό. Η μάτσο κουλτούρα, η ανάγκη να επιβιώσεις παύοντας να είσαι αδύναμος και θύμα. Στον κόσμο που μεγαλώνει είναι πάρα πολύ πιο εύκολο να είσαι έμπορος ναρκωτικών, παρά γκέι. Αλλά ο ίδιος δεν έχει ως πατρική φιγούρα και δεν προσπαθεί να μιμηθεί έναν έμπορο ναρκωτικών. Έχει ως πατρική φιγούρα έναν άνθρωπο που του φέρθηκε με στοργή και αγάπη.

Moonlight

Και τελικά η ταινία βρίσκει χώρο ακόμη και για την ιδέα του έρωτα. Ερωτεύεσαι ίσως αυτόν που σε κάνει να αποδεχτείς τον εαυτό σου. Ή ίσως δεν είναι καν έρωτας, ίσως είναι κάτι διαφορετικό αλλά και πιο βαθύ. Ίσως ο έρωτας είναι μια πολυτέλεια που επιτρέπεται όταν δεν απαγορεύεται να είσαι αυτός που είσαι. Θεωρείς ξεχωριστό αυτόν που σε κάνει να αποδεχτείς τη διαφορετικότητά σου, να μην είσαι σε σύγκρουση με εσένα. Ίσως η ταινία βρίσκει χώρο για έναν έρωτα ή ίσως βρίσκει χώρο για μια σχέση που θα θεμελιώσει έναν εαυτό που θα μπορεί μελλοντικά να ζήσει και έρωτες και αγάπη και ό,τι επιτρέπεται στους ανθρώπους που δεν απαγορεύεται να είναι αυτό που είναι ως ερωτικές ταυτότητες.

Ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν είχε εξαφανιστεί σχεδόν από τα ραντάρ μας. Και τώρα επιστρέφει. Ο Τζέιμς Μακαβόι, υποδύεται έναν άνθρωπο που πάσχει από διασχιστική διαταραχή προσωπικότητας. Και έχει 23 διαφορετικές προσωπικότητες. Η γιατρός του ισχυρίζεται ότι ενδεχομένως πρέπει να βλέπουμε αυτούς τους ανθρώπους όχι με οίκτο, αλλά ως πιο εξελιγμένους από εμάς. Αν τα όρια του ανθρώπινου μυαλού είναι διαφορετικά, γιατί να μην είναι και τα όρια του ανθρώπινου σώματος; Είμαστε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε; Κι αυτό τι συνεπάγεται για το σώμα μας; Θα εμφανιστεί άραγε η 24η προσωπικότητα του ήρωα, η επονομαζόμενη και «κτήνος», ή αυτή βρίσκεται μόνο στο πειραγμένο του μυαλό; Στο πειραγμένο τους μυαλό μάλλον.

Στην ταινία «Διχασμένος» ο Τζέιμς Μακαβόι δίνει ένα ερμηνευτικό ρεσιτάλ

Ο «Διχασμένος» είναι μια ταινία που επειδή στηρίζεται τόσο πάρα πολύ στον ήρωά της με τις διαφορετικές προσωπικότητες και το πώς εναλλάσσονται αυτές, όχι μόνο από σκηνή σε σκηνή, αλλά ενίοτε και μέσα σε μια πρόταση, θα μπορούσε να βγει εντελώς οφ. Χρειαζόταν μια ερμηνεία μεγάλου διαμετρήματος και πραγματικά ο Τζέιμς Μακαβόι καταφέρνει και καθιστά πειστικό το χαρακτήρα του. Τους χαρακτήρες του μάλλον. Καταφέρνει και δίνει υπόσταση και βάρος σε έναν ρόλο που με λιγότερο προικισμένο ηθοποιό θα μπορούσε να είναι κλαυσίγελως. Όχι επειδή ο ρόλος είναι γελοίος, όχι επειδή οι διαφορετικές προσωπικότητες που παίρνουν το λόγο δεν αντανακλούν και την εσωτερική διαμάχη του ήρωα, αλλά επειδή είναι εξαιρετικά δύσκολο να τις υποδυθεί όλες αυτές ένας ηθοποιός και δη ταυτόχρονα.

Split

Οι εκπλήξεις στο τέλος των ταινιών υπήρξε ένα σήμα κατατεθέν του Σιάμαλαν. Θα αναφερθώ σε μερικές από αυτές, κάνοντας -για τις προηγούμενες ταινίες πάντα, όχι για το «Διχασμένο»-, αναδρομικά σπόιλερ. Με την «Έκτη Αίσθηση» ο Σιάμαλαν σε ηλικία 29 ετών εκπλήσσει κοινό και κριτικούς. Τη στιγμή που ο μικρός Χάλεϋ Τζόελ Όσμεντ ψιθυρίζει «Ι see dead people» στο αυτί του Μπρους Ουίλις, το αίμα παγώνει κι οι ταινίες φαντασμάτων έχουν βρει μια πολύ μεγάλη στιγμή. Ο Σιάμαλαν γυρνάει στη συνέχεια, τη μία μετά την άλλη, ταινίες μεγάλου μπάτζετ στα μεγαλύτερα στούντιο, πουλώντας τες και προμοτάροντάς τες ως ταινίες τρόμου, δημιουργώντας σκηνές ικανές να φτιάξουν ένα εξαιρετικά τρομακτικό τρέιλερ και μετά, μέσα στο πλαίσιο αυτό, μέσα στο όχημα του σινεμά του μεταφυσικού, γράφει και σκηνοθετεί τις ιστορίες που έχει στο μυαλό του, ιστορίες που δεν έχουν απαραίτητα σχέση με θρίλερ. Ο Σιάμαλαν πουλάει θρίλερ και γυρνάει τις απόλυτα δικές του ταινίες, ταινίες που όσο τις παρακολουθείς τις βλέπεις να βγάζουν μία – μία τις φορεσιές του τρόμου με τις οποίες είχαν μεταμφιεστεί και να σου φανερώνουν την καλά κρυμμένη αλήθεια τους, την αρχική ιδέα που ώθησε το δημιουργό τους να τους δώσει ζωή.

Οι εκπλήξεις στο τέλος των ταινιών υπήρξε ένα σήμα κατατεθέν του Σιάμαλαν

Στον «Οιωνό» τεράστια περίεργα σχήματα εμφανίζονται στις καλλιέργειες όλου του πλανήτη. Έρχονται οι εξωγήινοι. Σε ένα χωράφι στη μέση του αμερικάνικου πουθενά, ο Μελ Γκίμπσον, τα δυο του παιδιά κι ο αδελφός του, Γιόακιν Φίνιξ, καλούνται να αντιμετωπίσουν τον εισβολέα από το διάστημα. Μόνο που οι εξωγήινοι δεν είναι παρά ένα «Μακ Γκάφιν». Είναι Μακ Γκάφιν γιατί, όπως διαπιστώνουμε, όλη η ταινία φτιάχτηκε για να μιλήσει για έναν άνθρωπο που ήταν ιερέας κι έχασε την πίστη του όταν η γυναίκα του σκοτώθηκε σε ένα ηλίθιο τροχαίο και ξεψύχησε λέγοντάς του ακατανόητα λόγια, ανόητα λόγια, λόγια δίχως νόημα. Ο Γκίμπσον παύει να πιστεύει στο Θείο σχέδιο, παύει να πιστεύει στο νόημα του κόσμου. Μόνο στο τέλος κι αφού οι εξωγήινοι – Μακ Γκάφιν έχουν κινήσει την πλοκή, μόνο στην τελευταία σκηνή όταν ένας εξωγήινος κρατάει στα χέρια του το γιο του Γκίμπσον, τα ακατανόητα λόγια της γυναίκας του βγάζουν αίφνης νόημα και τον οδηγούν στο τρόπο που θα σώσει το γιο του: ο ιερέας ξαναβρίσκει την πίστη του και αν δεν υπάρχει Θείο σχέδιο στη ζωή, υπάρχει σίγουρα σκηνοθετικό και συγγραφικό σχέδιο στην ταινία, αφού ένα σωρό σημεία βρίσκουν τελικά την εξήγησή τους και την ερμηνεία τους. Κι αν δεν υπάρχει δημιουργός του κόσμου, υπάρχουν ακόμη μερικοί δημιουργοί στο σινεμά.

Στο «Σκοτεινό Χωριό» μια αποκομμένη ομάδα ανθρώπων ζει μια ήσυχη αγροτική ζωή, κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα. Ήσυχη μεν – μέσα στο φόβο δε. Δεν έχουν επαφή με κανέναν άλλο έξω από το χωριό τους, έξω από το χωριό τους είναι τα δάση και «Εκείνοι Για Τους Οποίους Δεν Μιλάμε», πλάσματα τρομερά που τους εμποδίζουν να φύγουν από τα όριά τους και τους πανικοβάλλουν συχνά πυκνά με απόκοσμους ήχους και νυχτερινές επισκέψεις στο χωριό. Μετά τη μέση της ταινίας, όταν ένα ειδύλλιο έχει ξεδιπλωθεί κι ο ήρωας τραυματίζεται σοβαρά, η τυφλή αγαπημένη του αποφασίζει να αψηφήσει τους φόβους της και να δοκιμάσει να διασχίσει τα δάση ψάχνοντας σε άλλα μέρη για φάρμακα που θα τον θεραπεύσουν. Τότε ο πατέρας της και αρχηγός της κοινότητας του χωριού, της ζητά να τον ακολουθήσει σε μια παράγκα. «Βάλε τα δυνατά σου για να μην ουρλιάξεις» της λέει «και πιάσε». Η τυφλή απλώνει τα χέρια της και καταλαβαίνει ότι πιάνει τα κοφτερά νύχια και δόντια «Eκείνων Για Τους Οποίους Δεν Μιλάμε». Ουρλιάζει. «Do not be frightened. It is only farce», της εξηγεί. Μην φοβάσαι. Όλο αυτό ήταν μια φάρσα. Ο πατέρας της μαζί με μια ομάδα τσακισμένων από τη βία της δεκαετίας του 1970 ανθρώπων, με μια ομάδα ανθρώπων που έχασαν συγγενείς τους από βίαια εγκλήματα, εγκαταλείπουν την εποχή τους και εγκαθίστανται σε ένα ερημικό μέρος, σε αναζήτηση ενός άλλου τρόπου ζωής μακριά από τις μεγαλουπόλεις. Γεννούν παιδιά στα οποία αποκρύπτουν την αλήθεια, τους λένε ότι ζουν έναν αιώνα πίσω και για να μην μπουν ποτέ στον πειρασμό να φύγουν, τα μανιπουλάρουν τρομοκρατώντας τα με ηχητικά εφέ και στολές τεράτων. Όπως τρομοκρατούσαν και τους θεατές μέχρι εκείνο το σημείο του έργου. Μη φοβάσαι όμως κόρη μου, αυτό που πιάνεις δεν είναι παρά η στολή ενός τέρατος, μην φοβάσαι, όλο αυτό που βίωνες στη ζωή σου ήταν μια φάρσα, ήταν μια ταινία τρόμου που είχαμε σκηνοθετήσει για το καλό σας. Ο Σιάμαλαν αποδομεί τις ταινίες τρόμου μέσα σε μία ταινία τρόμου, μας δείχνει τα υλικά από τα οποία φτιάχνει τα «μπου» του, τα υλικά με τα οποία μας τρόμαξε και μας λέει να ηρεμήσουμε. Και μετά, επειδή είναι πολύ μεγάλος, μας ξανατρομάζει μια τελευταία φορά με τα ίδια ακριβώς υλικά. Κι όλα αυτά χωρίς να μπει κανείς στον πειρασμό να μιλήσει για την αλληγορία του πώς μπορεί να χειραγωγηθεί μια κοινωνία μέσω του σκηνοθετημένου φόβου.

Στο «Lady in the Water». O Σιάμαλαν ως κατεξοχήν σκηνοθέτης ταινιών – παζλ που χρειάζονται παρακολούθηση για δεύτερη φορά, ώστε να επιβεβαιώσουμε τη μαεστρία με την οποία τοποθετούσε σε όλη τη διάρκεια του έργου τα κομμάτια του παζλ, μέχρι την τελική αποκάλυψη που μας δείχνει τη συνολική εικόνα που σχηματιζόταν μπροστά στα μάτια μας κι όμως απαρατήρητη από αυτά, αποφασίζει να παίξει και με αυτό ακόμη το σήμα του κατατεθέν, αποφασίζει να ντριπλάρει ακόμη και τη δική του σύμβαση. Ξέρει ότι πολλοί θεατές του θα είναι πια πιο υποψιασμένοι, ξέρει ότι θα παρακολουθούν από την πρώτη φορά με ανοιχτά τα μάτια για να ανακαλύψουν εγκαίρως την κρυφή σημασία κάθε χαρακτήρα. Βάζει λοιπόν έναν κριτικό κινηματογράφου μέσα στο έργο, έναν σνομπ κριτικό κινηματογράφου να κάτσει να του ερμηνεύσει μέσα στην ταινία του την ίδια την ταινία του: ο πρωταγωνιστής ρωτά τον κριτικό να του ερμηνεύσει ποιoς από τους χαρακτήρες θα έχει ποιo ρόλο στο παραμύθι τρόμου που παρακολουθούμε. Φυσικά ο κριτικός τα κάνει θάλασσα κι η σκηνή που τον καταβροχθίζει το τέρας, παρά την απόλυτη σιγουριά του ότι δεν πρόκειται να τον καταβροχθίσει (γιατί κάτι τέτοιο θα αντέβαινε σε όλα τα στερεότυπα των ταινιών είδους), είναι απολαυστική. Η στερεοτυπική σκέψη σε σκοτώνει. Ήταν ο ίδιος ο κριτικός που έλεγε «There is no originality left in the world».

Split

Στο «Διχασμένο» η μεγάλη έκπληξη του τελευταίου πλάνου αφορά αυτή τη φορά λιγότερο την ίδια την ταινία, το τι συνέβαινε σε αυτήν και το πώς μπορούμε να το ερμηνεύσουμε. Αφορά κυρίως τον ίδιο το δημιουργό της και τον κόσμο που έχτισε και χτίζει βάσει των επιμέρους θεματικών του. Και είναι εντελώς ευπρόσδεκτη και εντελώς τελικά ευφρόσυνη. Ένα παιχνίδι κι ένα κλείσιμο ματιού, τόσο καλλιτεχνικό, όσο κι εννοείται εμπορικό, ένα διάπλατο άνοιγμα μιας εμπορικής πόρτας. Ο Σιάμαλαν αποδεικνύεται ξανά απατεών κι η επιστροφή του σε φόρμα μας κάνει να ευχόμαστε να συνεχίσει να μας προσφέρει απάτες κινηματογραφικής περιωπής.