Μια ρόδα που κινείται επάνω σε ανθρώπινα πόδια, το «σήμα» του ιστορικού θεάτρου Φόλκσμπύνε στην πλατεία Ρόζα Λούξεμπουργκ του Βερολίνου, δίνει ένα τόνο ελαφρότητας στην είσοδο του επιβλητικού θεάτρου, με τις ογκώδεις κολόνες της αρχιτεκτονικής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Στην ταράτσα του κτιρίου, η γαλάζια νέον επιγραφή OST (Ανατολή), έργο του αρχιτέκτονα Όσκαρ Κάουφμαν, γλύφει τα σύννεφα της ενοποιημένης Γερμανίας, υπενθυμίζοντας σε όλους τον προσανατολισμό της πόλης.

Όσα χρόνια και αν περάσουν, όσες φορές και αν μπεις στο κτίριο, στα μαλακά μπεζ μάρμαρα με τα νερά, στην ησυχία, νιώθεις τα φαντάσματα του παρελθόντος που κρύβονται στις σάλες του θεάτρου, στο κόκκινο και το πράσινο σαλόνι, στο άσπρο και το μαύρο φουαγέ, στον τρίτο όροφο και κάτω από το γυάλινο θόλο, για να παρατηρήσουν το ετερόκλητο πλήθος που φτάνει εδώ, σε αυτό το θέατρο, που βάζει διαρκώς και σταθερά εδώ και 127 χρόνια τους πιο παράδοξους στόχους: να δημιουργεί όρια για να τα καταρρίψει, να είναι ελιτίστικο και λαϊκό, εκκεντρικό και μαζικό, να μπορεί να ανατρέπει διαρκώς την παράδοση και να διατηρεί τα χαρακτηριστικά της καταγωγής του.

Φρανκ Κάστορφ: Ο Παίκτης / Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Φρανκ Κάστορφ: Ο Παίκτης / Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Η ιστορική διαδρομή ενός μεγάλου ευρωπαϊκού θεάτρου

 

Η ιδέα της Φόλκσμπύνε, είναι πολύ παλιά, από το 1890, όταν μια εργατική επιτροπή έφτιαξε ένα θέατρο για το λαό με φτηνό εισιτήριο. Αυτό το «δημοκρατικό» θέατρο, -ένα από τα πρώτα της Ευρώπης χωρίς θεωρεία-, χτίστηκε  στη σημερινή του θέση, το 1914, και επηρεάστηκε όσο κανένα άλλο από την ταραγμένη και βίαιη ιστορία της πόλης που το δημιούργησε.

Δείτε ποιες παραστάσεις της Φόλκσμπύνε παρουσιάζονται στην Αθήνα

Τη δεκαετία του ’20, ο πρώτος διεθνώς γνωστός διευθυντής του, Έρβιν Πισκάτορ, το οδηγεί  στην πρώτη γραμμή της πρωτοπορίας, θεμελιώνοντας χρήσεις που ακόμα και σήμερα θεωρούνται καινοτόμες. Αξιοποιεί όλους τους χώρους του θεάτρου, πειραματίζεται με τα multimedia, κάνει δρώμενα στον υπαίθριο χώρο. Είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις σκηνοθετών που συνδύασαν το θέατρο με την πολιτική δράση στη Γερμανία της δεκαετίας του ’20, λογάριαζε το κοινό ως καθοριστικό κομμάτι της παράστασης και το θεατή ως τον ενσυνείδητο παραλήπτη ενός πολιτικού μηνύματος από τη μεριά της σκηνής, λέγοντας: «Δεν είναι αλήθεια ότι το κέντρο της προσοχής σας βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής. Επειδή παίζετε για ένα κοινό, το κέντρο της προσοχής σας πρέπει να επεκτείνεται προς το κέντρο του κοινού αυτού», προτρέποντας τον ηθοποιό να στρέψει τα μάτια του και να συναντήσει το βλέμμα του θεατή. Ο Πισκάτορ, στην περίοδο του ναζισμού εκδιώκεται, καταφεύγει στην Αμερική και εκεί οργανώνει ένα από τα διασημότερα στούντιο της Νέας Υόρκης, με βοηθό τον Λι Στράσμπεργκ και μαθητές, τους: Τένεσι Ουίλιαμς, Άρθουρ Μίλερ, Τόνι Κέρτις, Μάρλον Μπράντο.

Die Volksbühne am Horst Wessel Platz

Όσο η  Γερμανία βυθίζεται στο ναζισμό, η Φόλκσμπύνε αποκτά εθνικοσοσιαλιστική διεύθυνση. Κρατά την επαναστατική, κριτική ματιά του, μέχρι το 1939, που διαλύεται με τη βία και διευθύνεται από το γραφείο του Ράϊχ για τη λαϊκή προπαγάνδα. Το 1943 το θέατρο βομβαρδίζεται. Η δράση του μεταφέρεται στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ μέχρι το 1954, που ανοίγει ξανά. Διευθυντής του ο Ελβετός Μπένο Μπεσσόν, πνευματικό παιδί του Μπρεχτ και σκηνοθέτης του Μπερλίνερ Ανσάμπλ.

Με την ανέγερση του Τείχους, η Φόλκσμπύνε βρίσκεται πια στην Ανατολική πλευρά και συστήνει στην Ευρώπη τον Μάνφρεντ Κάργκε, τον Ματίας Λάγκχοφ, τη σειρά των μεγάλων Ανατολικογερμανών σκηνοθετών. Το 1978 ο Μπεσόν πέφτει σε δυσμένεια, επειδή προωθούσε τον Χάινερ Μύλλερ, η λογοκρισία θριαμβεύει και η Φόλκσμπύνε μπαίνει στην τροχιά της φθίνουσας πορείας του καθεστώτος. Αρχίζει η πιο δύσκολη εποχή της, με τις σκηνές του θεάτρου να χρησιμοποιούνται για κλασικά και προπαγανδιστικά έργα. Λίγο πριν την πτώση του Τείχους, γίνεται η αφετηρία της μεγάλης καλλιτεχνικής διαδήλωσης της 4ης Νοεμβρίου κατά του καθεστώτος και της λογοκρισίας. Τείχος τέλος! Εποχή της ενωμένης Γερμανίας και των 80.000.000 συνειδήσεων. Το 1992, ο Ανατολικογερμανός Φρανκ Κάστορφ γίνεται διευθυντής του θεάτρου. Γεννημένος το 1951, εκπαιδεύεται ως σιδηροδρομικός υπάλληλος, πριν αρχίσει να εκφράζει τις θεατρικές του ανησυχίες και να σκηνοθετεί σε διάφορους θιάσους σε Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο.

Φρανκ Κάστορφ

Φρανκ Κάστορφ

«Ή θα μας μάθουν σε τρία χρόνια ή θα πεθάνουμε», λέει μόλις αναλαμβάνει. Εφαρμόζει τη μέθοδό του. Οι παραγωγές του είναι προκλητικές, πολιτικές, υιοθετούν την ποπ κουλτούρα, ξανθές περούκες και ψηλά τακούνια, λευκά κοστούμια και μαύρα γυαλιά ηλίου, ο Λου Ριντ και η Μπρίτνεϊ Σπίαρς ζωντανεύουν στα έργα του Τενεσί Ουίλιαμς, ο Ζιλμπέρ Μπεκώ στα έργα του Ντοστογέφσκι. Και δεν είναι λίγες οι φορές που μέσα στις ευρηματικές και εμπνευσμένες σκηνοθεσίες του, ψάχνεις να βρεις το κομμάτι του πρωτότυπου έργου. Η Φόλκσμπύνε γίνεται το επίκεντρο της θεατρικής αναζήτησης.

Φρανκ Κάστορφ: Ο Παίκτης / Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Φρανκ Κάστορφ: Ο Παίκτης / Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Στο Βερολίνο σήμερα προβληματίζονται, και είναι πολλοί που υποστηρίζουν ότι όλα στο θέατρο συνέβησαν πολύ γρήγορα και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Η απόλυτη ελευθερία των σκηνοθετών, ο ανταγωνισμός προκειμένου ο ένας να υπερσκελίσει τον άλλον σε πρωτοτυπία, έφεραν και έκαναν τα όρια αυτού του είδους θεάτρου, πιο διακριτά από ποτέ. Στο Βερολίνο σήμερα, μπορεί να φοβούνται ότι το «νέο» εξαντλήθηκε γρήγορα και σκηνοθετικά και υποκριτικά, ότι η πόλη επιστρέφει σε πιο συντηρητικές δομές, αλλά ο Κάστορφ, μέχρι το τέλος της θητείας του, αυτό το καλοκαίρι και σε όλη τη διάρκειά της δεν έπαψε να συγκεντρώνει γύρω του ό,τι πιο φρέσκο, αναρχικό και αναπάντεχο κινείται στο χώρο. Ανθρώπους που διαφέρουν σε γραφή, αλλά με κοινό παρονομαστή την κατάρριψη των δεδομένων του κατεστημένου θεάτρου. «Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος», έχει πει ο Κάστορφ «ακόμα κι όταν τοποθετείσαι ξεκάθαρα, να γίνεις μόδα. Και η μόδα είναι κάτι χρονικά και ιστορικά πεπερασμένο. Αλλά τότε πρέπει κανένας να βρίσκει πράγματα, όπως η ηθική ή ο ρεαλισμός και να τα βάζει μέσα. Και αυτό είναι μέθοδος , δεν είναι στιλ».

Der Kaufmann von Berlin, σκηνοθεσία Φρανκ Κάστορφ

Der Kaufmann von Berlin, σκηνοθεσία Φρανκ Κάστορφ

Μια ταραγμένη ιστορία διαδοχής μπορεί να αλλάξει το σκηνικό της τέχνης;

 

Το 2015 ο Δήμος του Βερολίνου ανακοίνωσε ότι ο Κάστορφ θα αντικατασταθεί από τον τέως διευθυντή της Tate Modern, τον 58χρονο Κρις Ντέρκον. Η αλλαγή σκυτάλης δημιούργησε άνευ προηγουμένου αναταράξεις στη βερολινέζικη σκηνή, καθώς όλοι σχεδόν είδαν τις ημέρες της βασιλείας τους στα θέατρα να τελειώνουν. Το πιο προκλητικό και πειραματικό θέατρο της σύγχρονης Γερμανίας κλείνει έναν κύκλο και μπαίνει σε έναν επόμενο επεισοδιακά, δε θα μπορούσε και διαφορετικά, αν θέλει να είναι αντάξιο της ιστορίας του! «Πετυχαίνεις, όταν καταφέρνεις να εκφράσεις με καλλιτεχνικά μέσα και τους κατάλληλους ανθρώπους την εποχή, το δρόμο, αυτή τη χώρα. Οι αυτάρκεις, οι απομονωμένοι κόσμοι των δημιουργών, μου είναι ξένοι. Εμένα με αγγίζουν τα πανηγύρια, εκεί που η τέχνη συναντά το δρόμο, την πολιτική. Σε περίπτωση ανάγκης, κοιτάς στο δρόμο να δεις τι γίνεται αυτή τη στιγμή κι έτσι δεν είσαι πια τόσο τρωτός, γιατί δεν κάνεις τέχνη μόνο, αλλά και πολιτική. Τα δικά μου εκλεκτικιστικά πρότυπα, έτσι προκύπτουν. Και μου δίνει πάντα ελπίδα το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι με συγγενείς ανησυχίες», λέει ο Κάστορφ, κυριολεκτικά ταμπουρωμένος στο θέατρο μέχρι το τέλος της θητείας του.

Ο Κρις Ντέρκον με το βιβλίο του προγραμματισμού της σεζόν 2017-18, στην συνέντευξη τύπου της 15ης Μαΐου 2017

Η ιστορία της αντικατάστασης του Κάστορφ μετά από 25 χρόνια δημιουργεί και ένα ιδεολογικό δίπολο που εμπεριέχει όλες τις ανησυχίες, με πρώτη αυτή που έχουν εκφράσει όλοι ανοιχτά: «τι γυρεύει ένας επιμελητής τέχνης στο θέατρο;». Αλλά όχι μόνο αυτό: επικαλούνται την ιστορία και την παράδοση της Φόλκσμπύνε. Παρόλο που το δεύτερο εμπεριέχει μια μεγάλη αντίφαση. Γιατί η Φόλκσμπύνε, μόνο την παράδοση δεν υπολόγισε, όταν στήριξε επί σειρά ετών αλληλοαναιρούμενες καταστάσεις και ξεγλίστρησε από το κοινότοπο και τον κίνδυνο της μικροαστικής σκέψης, όταν ως σύμβολο της ιστορίας του γερμανικού θεάτρου διέφυγε από τον κίνδυνο να γίνει μουσείο.

Καθώς όλα τα θέατρα στο Βερολίνο αναζητούν μια νέα ταυτότητα, η άφιξη του Κρις Ντέρκον θα τους ξεκουνήσει, θα τους υποχρεώσει να σκεφτούν την επανεφεύρεση της πρωτοπορίας που τους συντηρεί πια επί δεκαετίες. Πράγμα καθόλου βολικό, γιατί θα σημάνει και μερικές αποχωρήσεις των πιο «ηλικιωμένων» άλλοτε τρομερών παιδιών του γερμανικού θεάτρου. Ίσως να σημάνει και την επανασυγκρότηση των θεάτρων σε έμψυχο δυναμικό, τη διάλυση και επανασυγκρότηση των συνόλων και μη νομίζετε ότι η γερμανική δημοσιοϋπαλληλία στο θέατρο δεν είναι ισχυρή. Αν ο Ντέρκον πετύχει, το σκηνικό της τέχνης θα έχει μεταμορφωθεί οριστικά και αμετάκλητα. Ένας οργανισμός δε θα είναι πια ένα μαγαζί διαδοχών, διαδόχων, κλειστό στις συντεχνίες. Οι θέσεις θα καταλαμβάνονται από τους οξυδερκείς, τους ευαίσθητους στην τέχνη, τους οραματιστές. Θα έρθει ίσως η ώρα που οι άνθρωποι με την αρετή να αντιμετωπίζουν την τέχνη ανοιχτά και σε σύνδεση με το νέο και το παράδοξο, το βαθιά οραματικό και το δημοφιλές θα είναι οι νέοι πρωταγωνιστές.

Η συνέντευξη τύπου του Κρις ντέρκον, για τον προγραμματισμό της Φόλκμπύνε, στο εγκαταλειμμένο αεροδρόμιο Tempelhof, το οποίο έχει παραχωρηθεί από το Δήμο του Βερολίνου στο ιστορικό θέατρο.

Η συνέντευξη τύπου του Κρις Ντέρκον, για τον προγραμματισμό της Φόλκμπύνε, στο εγκαταλειμμένο αεροδρόμιο Tempelhof, το οποίο έχει παραχωρηθεί από το Δήμο του Βερολίνου στο ιστορικό θέατρο.

Ένας νέος διευθυντής που γνωρίζει καλά τη Γερμανία

 

Ο πενηντατριάχρονος δήμαρχος του Βερολίνου Μίχαελ Μίλερ, ανακοινώνοντας την αποχώρηση του Κάστορφ από το τιμόνι του ιστορικού θεάτρου του Βερολίνου, δήλωσε ότι η επιλογή του Ντέρκον έγινε «με γνώμονα την εμπειρία και την ικανότητά του να κάνει συνδέσεις ανάμεσα στις τέχνες με τρόπο ευφυή, πράγμα εξαιρετικά πολύτιμο σε μια πόλη που εξακολουθεί να προσπαθεί να βρει την ταυτότητά της». Ο Μίλερ κατεύνασε του φόβους για το ότι στο μέλλον στο θέατρο θα γίνονται μόνο μετακλήσεις θιάσων και τόνισε ότι θα διατηρηθεί το στάτους του θεατρικού συνόλου και  ρεπερτορίου, προικίζοντας το νέο διευθυντή με μια επιχορήγηση 22 εκ. ευρώ, ποσό σκανδαλώδες σε ένα Βερολίνο περικοπών.

Ο Ντέρκον έχει κάνει σπουδές ιστορίας της τέχνης και σπουδές θεάτρου και δεν έκρυψε ποτέ την αγάπη του για την καλλιτεχνική ζωντάνια του Βερολίνου. Ο Βέλγος ανανεωτής της Tate Modern, ένα από τα πιο ισχυρά πρόσωπα στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης, αντιμετώπισε με μεγάλη ψυχραιμία τις δηλώσεις των διευθυντών των βερολινέζικων θεάτρων που τον αποκαλούσαν καταπληκτικό για την Tate Modern, αλλά μια εντελώς λανθασμένη επιλογή για την Φόλκσμπύνε. «Δεν έχω τίποτα εναντίον του Ντέρκον, είναι ωραίος τύπος, λαμπερός με πνευματικότητα, σύγχρονος και αξιόπιστος, αλλά τι δουλειά έχει να “τρέχει” ένα θέατρο;» έλεγε ο Manuel Brug στην Die Welt, ενώ ο 80χρονος Κλάους Πέυμαν, εκ των διευθυντών του ιστορικού Berliner Ensemble, και άλλοτε τρομερό παιδί του γερμανικού θεάτρου, δήλωσε ότι «Δε χρειαζόμαστε επιμελητές, ούτε project developers».

Ρενέ Πόλλες - Φόλκσμπύνε, Σ’ αγαπώ, αλλά επέλεξα την αποδραματοποίηση

Ρενέ Πόλλες – Φόλκσμπύνε, Σ’ αγαπώ, αλλά επέλεξα την αποδραματοποίηση

O Ντέρκον δε θα δουλέψει για πρώτη φορά στη Γερμανία. Πριν την ένταξή του στην Tate Modern, ήταν στο πηδάλιο του Haus der Kunst, στο Μόναχο και κέρδισε πολλούς επαίνους για τη διάσωσή του από την κατάρα του χιτλερικού του παρελθόντος. Συνέδεσε την τέχνη με την αρχιτεκτονική, τη μόδα και τον κινηματογράφο. «Είναι μια εκπληκτική πρόκληση γιατί είναι μια πόλη που αλλάζει και μεταλλάσσεται διαρκώς και μπορεί να προχωρήσει προς το μέλλον, αποφεύγοντας τα λάθη του Λονδίνου. Εννοώ τους κατασκευαστές που καταλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο χώρο, σε αντίθεση με τους καλλιτέχνες και τα δρώμενα που καταλαμβάνουν όλο και λιγότερο. Το Βερολίνο πρέπει να διδαχτεί από αυτή την καταστροφή του Λονδίνου. Πρέπει να στηριχτεί ακόμα και στους τουρίστες με το σακίδιο, γιατί και αυτοί αποτελούν μια τεράστια δύναμη για τον πολιτισμό, που με τη σειρά του είναι κι αυτός μια τεράστια και αναπτυσσόμενη δύναμη. Ο πολιτισμός στο Βερολίνο λειτουργεί με πολύ δημοκρατικούς όρους, αφού όλοι μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτόν, αναζητώντας πάντα καινοτόμα πράγματα. Αυτός είναι ο λόγος που θέλω να πάω εκεί, να πειραματιστώ κυρίως με νέες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης και εκδηλώσεων», λέει ο Ντέρκον.

Ο Κρις Ντέρκον στο αεροδρόμιοΤέμπελχοφ

Ο Κρις Ντέρκον στο αεροδρόμιοΤέμπελχοφ

«Στο Βερολίνο φοβήθηκαν ότι εγώ είμαι μέρος του τυπικού λονδρέζικου συστήματος, αλλά αν κατανοήσετε ότι η Tate Modern είναι στην ουσία ένα μοντέρνο θέατρο για ένα ζωντανό κοινό, θεωρώ ότι μπορώ να προσφέρω πολλά στο Βερολίνο. Ένας επιμελητής είναι κάποιος που θεραπεύει, προβλέπει, νοιάζεται, δεν βρίσκω κάτι κακό σε αυτό. Από την άλλη, δεν είμαι ένας αυταρχικός διευθυντής μουσείου. Βλέπω τον εαυτό μου περισσότερο ως διαχειριστή των ανθρώπινων πόρων, ως έναν παραγωγό που θέλει να δουλεύει ομαδικά, οριζόντια, και αυτό ταιριάζει στη Φόλκσμπύνε, η οποία αποτελείται από μια ομάδα αυτόνομων καλλιτεχνών που εναλλάσσονται και συνδημιουργούν. Όλα επαναπροσδιορίζονται διαρκώς. Δεν μπορείς να κάνεις θέατρο χωρίς ηθοποιούς, για παράδειγμα, αλλά ο ηθοποιός του σήμερα πρέπει επίσης να χορεύει και να τραγουδά. Χωρίς αυτό, τίποτα δεν λειτουργεί. Εγώ θέλω να χρησιμοποιήσω την εμπειρία που έχω από παλιά και να συνδέσω το κοινό με τις νέες μορφές θεάματος».

Σε μια συνέντευξή μας, θύμισα στον Κρις Ντέρκον αυτό που είχε πει ο Κάστορφ όταν ανέλαβε πριν από 25 χρόνια το τιμόνι της Φόλκσμπύνε, την περίφημη φράση του: «Θα μας μάθουν σε τρία χρόνια ή θα πεθάνουμε». «Αυτά είναι πολύ σοφά λόγια», μου απάντησε. «Στον πολιτισμό δεν έχεις πολύ χρόνο. Η Tate Modern σε τρία χρόνια έγινε ιδιαίτερα επιτυχημένη και σε αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι ανοίχτηκε στο κοινό. Δεν είναι μόνο μια γκαλερί, αλλά ένας αστικός χώρος στου οποίου τους κήπους μπορείς να έρθεις και να κάνεις πικ νικ. Αυτό εμένα μου πήρε τρία χρόνια. Φαίνεται πως όλα τα καλά έρχονται πάνω στα τρία».

Χέρμπερτ Φριτς - Φόλκσμπύνε Murmel Murmel - Μουρμουρητό / Ντίτερ Ροτ

Χέρμπερτ Φριτς – Φόλκσμπύνε Murmel Murmel – Μουρμουρητό / Ντίτερ Ροτ

Η Φόλκσμπύνε στην Αθήνα, με ένα μεγάλο αφιέρωμα στο Φεστιβάλ Αθηνών

Φέτος, το Φεστιβάλ Αθηνών φιλοξενεί ένα μεγάλο αφιέρωμα στην Φόλκσμπύνε, σε μια κομβική στιγμή της ιστορίας της. Ο θίασος έρχεται στην Αθήνα για ένα μεγάλο αφιέρωμα που περιλαμβάνει παραστάσεις, προβολές, ομιλίες και πάρτυ. Στο πλαίσιο του αφιερώματος, που θα διαρκέσει από τις 17 έως τις 24 Ιουνίου, ο απερχόμενος καλλιτεχνικός διευθυντής Φρανκ Κάστορφ σκηνοθετεί τον «Παίκτη» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, χρησιμοποιώντας την τεχνική της ζωντανής κινηματογράφησης, σε συνδυασμό με το χαρακτηριστικό σκηνοθετικό του στιλ και ένα ισχυρό καστ ηθοποιών. Στις 19 και 20 Ιουνίου, στο Δ’ της Πειραιώς 260.

Ο Ρενέ Πόλλες σκηνοθετεί μια ξεκαρδιστική παράσταση που θέτει επί τάπητος μείζονα φιλοσοφικά ζητήματα περί κατοικίας, με τον ευφάνταστο τίτλο: Σ’ αγαπώ, αλλά επέλεξα την αποδραματοποίση. Διαδραματίζεται στα βαγόνια του Rollende RoadShow της Φόλκσμπύνε, που θα στηθούν στον προαύλιο χώρο της Πειραιώς, στις 17 και 18 Ιουνίου.

Ο Χέρμπερτ Φριτς, ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες που ανέδειξε ποτέ η Φόλκσμπύνε, σκηνοθετεί το «Μουρμουρητό», βασισμένο στη νουβέλα του Ντίτερ Ροτ. Στην ξεκαρδιστική αυτή παράσταση, οι δεκατέσσερις ηθοποιοί παίζουν, μουρμουρίζοντας μία μόνο λέξη: «Murmel Murmel».

Info:

Ρενέ Πόλλες – Φόλκσμπύνε: Σ’ αγαπώ, αλλά επέλεξα την αποδραματοποίηση | 17-18 Ιουνίου 2017, 22:00 | Πειραιώς 260, Προαύλιο

Χέρμπερτ Φριτς – Φόλκσμπύνε: Murmel Murmel – Μουρμουρητό / Ντίτερ Ροτ | 23-24 Ιουνίου 2017, 21:00 | Θέατρο Ολύμπια

Φρανκ Κάστορφ – Φόλκσμπύνε: Ο Παίκτης / Φιόντορ Ντοστογιέφσκι| 19-20 Ιουνίου 2017, 19:00 | Πειραιώς 260, Δ