Από τα γαλάζια, φωτεινά νερά,
Με χαιρετάς, Ελλάδα,
Τα μάτια μου βλέπουν το Μωριά
Τα ολοχιόνιστα βουνά
Στον ήλιο να φεγγοβολάνε,
Κι απ’ τη θάλασσα αναπηδά
Το βαρύσωμο δελφίνι.

Αυτά έγραψε ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ο πιο διάσημος παραμυθάς όλων των εποχών, όταν αντίκρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα. Ενθουσιώδης περιηγητής, το φτωχόπαιδο από τη Δανία, γνώρισε με τα 168 παραμύθια του δόξα και πλούτο.

Γεννημένος στο Όντενσε της Δανίας στις 2 Απριλίου του 1805, ο Άντερσεν ήταν το παιδί ενός φτωχού τσαγκάρη και μιας πλύστρας. Την καταγωγή του δε την ξέχασε ποτέ. Όπως επίσης δεν ξέχασε ότι ο αγράμματος πατέρας του ήταν αυτός που του ενέπνευσε την αγάπη που είχε για τις ιστορίες. Όταν ήταν μικρός, του διάβαζε τις «Χίλιες και Μια νύχτες». Η στέρηση των παιδικών του χρόνων υπάρχει μέσα στις ιστορίες του, δίπλα στον παιδικό του ενθουσιασμό, που δεν τον εγκατέλειπε ποτέ. Υπάρχει στους ήρωές του, φτωχούς, αδικημένους, οι οποίοι όμως πάντα ξεχωρίζουν για την ευγένεια και τη μεγαλοψυχία τους. Οι ρεαλιστικές εικόνες που πλάθει διαπνέονται από ειλικρίνεια, αλλά και μελαγχολία.

Ο Άντερσεν έμεινε ορφανός πολύ νωρίς και προσπάθησε να μάθει την τέχνη του πατέρα του, αλλά δεν είχε ταλέντο. Ταλέντο είχε μόνο στη γραφή. Η εξαιρετική του φαντασία τον έκανε να μοιάζει διαρκώς αφηρημένος ή ονειροπαρμένος. Πήγαινε στο σχολείο των απόρων παιδιών και τρελαινόταν να παίζει θεατρικές σκηνές ή να απαγγέλλει ποιήματα. Ήταν μόλις 14 ετών όταν έφυγε από τον τόπο του για την Κοπεγχάγη, για να αναζητήσει την τύχη του. Είχε ελάχιστα χρήματα και ήταν αποφασισμένος να γίνει ηθοποιός. Έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, αλλά ήταν άσχημος και έμοιαζε με καχεκτικό, έτσι δεν έγινε δεκτός. Έγινε τελικά δεκτός ως τραγουδιστής, η φωνή του ήταν υπέροχη, αλλά την έχασε εξαιτίας ενός ατυχήματος. Ο Jonas Collin, διευθυντής του Βασιλικού Θεάτρου της Δανίας, τον πήρε υπό την προστασία του, και τον έστειλε στο γυμνάσιο, εξασφαλίζοντάς του μια υποτροφία. Εκείνη την εποχή δημοσιεύει και την πρώτη ιστορία του. Αργότερα ομολόγησε ότι εκείνα τα σχολικά χρόνια ήταν από τα πιο πικρά της ζωής του, τον αποθάρρυναν από το γράψιμο. Από το 1829 αρχίζει να γνωρίζει επιτυχία με τις ιστορίες που δημοσιεύει.

Το 1833 πήρε μια μικρή επιχορήγηση από το βασιλιά προκειμένου να ταξιδέψει, έτσι ξεκινά τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη. Δημοσιεύει  τον πρώτο τόμο με παραμύθια το 1837. Η συλλογή περιλαμβάνει εννέα ιστορίες, ανάμεσά τους «Η Πριγκίπισσα και το Μπιζέλι», «Τοσοδούλα», «Η Μικρή Γοργόνα» και «Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα». Η ανταπόκριση του κόσμου στις ιστορίες δεν ήταν σπουδαία, όπως και οι πωλήσεις τους. Με τα ποιήματα, τα παραμύθια και τις ιστορίες του, ο Άντερσεν κατακτούσε όλο και μεγαλύτερη δημοτικότητα. Από το 1845 άρχισαν να μεταφράζονται τα έργα του και γνώρισε παγκόσμια επιτυχία. Ο Άντερσεν συνέχισε να δημοσιεύει ιστορίες έως το 1872. Πραγματοποίησε 29 ταξίδια στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική.

«Πέρασε τη μισή ζωή του ταξιδεύοντας πάνω-κάτω στην Ευρώπη» έγραψε  στη βιογραφία του ο Ρ. Νίσμπετ Μπέιν.  Αφού ταξίδεψε στην Γερμανία, την Αγγλία, την Ιταλία, την Ελλάδα, την Τουρκία, επέστρεψε στη Δανία, όπου έζησε μέχρι το θάνατό του το 1875.

Το άγαλμα του Χ.Κ.Άντερσεν στο Σέντραλ Παρκ.

Το άγαλμα του Χ.Κ.Άντερσεν στο Σέντραλ Παρκ.

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν στην Ελλάδα

Ο Άντερσεν έφτασε στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 1841. Γράφοντας σε φίλους του στην Ιταλία, είχε εκφράσει από πολύ νωρίς την επιθυμία του να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Στις 15 Μαρτίου 1841 επιβιβάστηκε στο γαλλικό ατμόπλοιο «Λεωνίδας» και εγκατέλειψε τη Νάπολη, ώστε μετά από μια σύντομη στάση στη Μάλτα να φτάσει στον Πειραιά. Στα τέλη Μαρτίου, το πλοίο έδεσε στον Πειραιά. Ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν περιγράφει το ταξίδι του στην Ελλάδα στο έργο «Το παζάρι ενός ποιητή» («A poet’s bazaar»), που έγραψε το 1842. Ο Άντερσεν είδε περίπου 100 σπίτια, μια μικρή χερσόνησο με κάποιους θάμνους, έναν ανεμόμυλο και το νέο κτίριο καραντίνας, το μετέπειτα λοιμοκαθαρτήριο. Δεν μπορούσε να περιγράψει από θαυμασμό και συγκίνηση το ελληνικό φως, που από γκριζωπό γινόταν κόκκινο το ηλιοβασίλεμα. Μόλις τελείωσε η καραντίνα, κατευθύνθηκε προς την Αθήνα.

«Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήμουν στην Ελλάδα και ότι έμπαινα στην πόλη της Αθηνάς. Περπάτησα στην οδό Ερμού, που στη μέση της υψώνεται ένας μεγάλος φοίνικας και έφτασα στο Θησείο, που είναι ολόκληρο από άσπρο μάρμαρο και μοιάζει με τους ναούς στο Paestum (στη Σικελία)». Την ίδια ημέρα επισκέπτεται το βήμα «απ’ όπου μιλούσε ο Δημοσθένης», είδε τη μικρή σπηλιά «όπου λέγεται ότι φυλακίστηκε ο Σωκράτης» και ανέβηκε στον Άρειο Πάγο «όπου δικάστηκε ο Απόστολος Παύλος». Την 1η Απριλίου επισκέπτεται την Ακρόπολη, την οποία παρομοίασε με «γιγάντιο θρόνο πάνω από την πόλη». «Ανέβηκα στην Ακρόπολη ενώ με κοιτούσαν κάτι μεγάλα, ελληνικά σκυλιά». Ξαναπήγε την επόμενη ημέρα, παρά τον κρύο και την άσχημη κατάσταση της υγείας του.

Η Ακρόπολη, Jean Auguste Dominique Ingres (1841-1849)

Η Ακρόπολη, Jean Auguste Dominique Ingres (1841-1849)

«Κατέβηκα από την Ακρόπολη και στάθηκα στο θέατρο του Ηρώδη: ένας βοσκός έβοσκε εκεί κοντά τα πρόβατά του. Μερικά πεντάχρονα Ελληνόπουλα μου ρίξαν μια πέτρα και μετά έτρεξαν να κρυφτούν». Έγινε συχνός επισκέπτης του Ιερού Βράχου. Την ημέρα μάλιστα των γενεθλίων του ανέβηκε δύο φορές στον Παρθενώνα, μία το πρωί και μία το βράδυ. Ο Άντερσεν δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τα έργα που εκτελούνται, τα νέα ανάκτορα, το Πανεπιστήμιο, που έγινε με σχέδια του συμπατριώτη του Δανού αρχιτέκτονα Κρίστιαν Χάνσεν, σπίτια και εκκλησίες. Γνώρισε τους αδερφούς Χάνσεν Κρίστιαν και Τεοφίλ, οι οποίοι  άφησαν για λίγο κατά μέρος τις ασχολίες με σκοπό να συστήσουν τον συμπατριώτη τους στους κύκλους των εν Ελλάδι αλλοδαπών και να του δείξουν την πόλη. Ο Άντερσεν ήθελε να γνωρίσει καλά την Αθήνα στον ένα μήνα που έμεινε, στις πλούσιες εικόνες που περιγράφει αναφέρει δύο Έλληνες από τη Σμύρνη, τους οποίους άκουσε στο σπίτι του Ludwig Roß να τραγουδούν ιστορικά δημοτικά τραγούδια. Τους αποκαλεί ραψωδούς και προσθέτει ότι συνόδευαν το τραγούδι τους με δύο μουσικά όργανα, ένα βενετσιάνικο μαντολίνο και ένα βιολί.

ΑΚΡΟΠΟΛΗ & ΝΑΟΣ ΟΛΥΜΠΙΟΥ ΔΙΟΣ – ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1839 (Pierre – Gustave Joly de Lotbinie)

ΑΚΡΟΠΟΛΗ & ΝΑΟΣ ΟΛΥΜΠΙΟΥ ΔΙΟΣ – ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1839 (Pierre – Gustave Joly de Lotbinie)

Ο Άντερσεν γνώρισε τα Μεσόγεια και μετέφερε τις εικόνες της ελληνικής υπαίθρου. «Μας πρόσφεραν καφέ και ρακί. Η γυναίκα αγωνιούσε να βγάλει από το φούρνο ένα ψωμί που είχε πάνω του χρωματιστά αυγά. Ο άντρας καθόταν ήρεμος και την κοίταζε (στην Αθήνα έχω δει άντρες καβάλα σε άλογα και οι γυναίκες τους να κουβαλάν μεγάλα φορτία και να τους ακολουθούν πεζή)». Μία ακόμη εκδρομή που περιγράφεται αναλυτικά είναι εκείνη που πραγματοποίησε στις 6 Απριλίου μαζί με τον Χ. Χάνσεν και τον πολεοδόμο Έντουαρντ Σάουμπερτ. Επισκέφθηκαν το Μαρούσι, που ήταν χτισμένο με «μικρές ελεεινές καλύβες από λάσπη» και τα σοκάκια του ήταν «τόσο στενά, που όσοι κάθονταν στο δρόμο έπρεπε να ξαναμπούν στα σπίτια τους για να μπορέσουν να περάσουν τα αμάξια και οι ιππείς».

Την Τρίτη, 20 Απριλίου, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν αναχώρησε από τον Πειραιά. Έγραψε στο ημερολόγιό του: «Είμαι λυπημένος, αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου εδώ». Περνώντας με το καράβι από το Σούνιο, χαιρέτισε τον ναό που νόμισε ότι είναι αφιερωμένος στη θεά Αθηνά.