Η σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση επευφημείται σε όλο τον κόσμο για την κρυστάλλινη φωνή της με τις δεξιοτεχνικές κολορατούρες, τη ζεστή λυρική χροιά και τις ψηλές της νότες. Με μια καλπάζουσα ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια, είναι περιζήτητη για τον, εξαιρετικά απαιτητικό, ρόλο της Βασίλισσας της Νύχτας από τον «Μαγικό Αυλό» του Μότσαρτ, όπου την καλούν να τον ερμηνεύσει από τις σημαντικότερες όπερες του κόσμου. Παράλληλα όμως διευρύνει το ρεπερτόριό της με σκληρή δουλειά, για να κατακτήσει γρήγορα όλον τον κόσμο.

Στην Ελλάδα θα έχουμε τη χαρά να την παρακολουθήσουμε από τις 14 Μαρτίου στην Εθνική Λυρική Σκηνή, καθώς θα ερμηνεύσει τον ομώνυμο ρόλο στην όπερα “Lucia di Lammermoor” του Gaetano Donizetti, που ανεβαίνει ξανά στη χώρα μας μετά από 37 χρόνια. Πρόκειται για την πρώτη συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με την Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, σε σκηνοθεσία της Κέιτι Μίτσελ, που δέχθηκε τις έντονες αντιδράσεις του κοινού για την αμφιλεγόμενη σκηνοθεσία της, κατά τις πρώτες παραστάσεις της όπερας στο Λονδίνο.

Οι Βρετανικές εφημερίδες γράφουν για έναν θρίαμβο, ενώ ταυτόχρονα υπήρξαν τρομερές αντιδράσεις από το κοινό για τις σκηνές βίας και σεξ που διαδραματίζονται στη σκηνοθεσία της Κέιτι Μίτσελ. Πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό είναι έτοιμο για κάτι τέτοιο;
Είναι αλήθεια ότι η πρώτη σκηνοθεσία της Κέιτι Μίτσελ είχε μεικτές αντιδράσεις. Πολύ μεγάλο μέρος του κοινού τη θεώρησε υπερβολική και γι’ αυτό η ίδια επανήλθε την επόμενη χρονιά με μια διαφοροποίηση, όπου περιόρισε κατά πολύ τη σκηνή του φόνου και έβγαλε εντελώς τη σκηνή του σεξ. Η βερσιόν που θα δείτε στην Αθήνα είναι η νέα, οπότε δεν μπορούμε να ξέρουμε πώς θα αντιδρούσε το ελληνικό κοινό.

Η αντίδραση του κοινού στην ουσία αναγκάζει τους καλλιτέχνες να λογοκρίνουν το ίδιο τους το έργο και να μπούνε στη διαδικασία να επαναπροσδιορίσουν τις ιδέες τους επειδή απλά δεν αρέσουν;
Αυτό που ειπώθηκε και είναι πολύ σημαντικό για την Κέιτι Μίτσελ, δεν είναι το αν άρεσε ή όχι η σκηνοθεσία της, είναι σαφές γι’ αυτήν ότι η τέχνη είναι υποκειμενική, πάντα θα αρέσει σε  κάποιους και σε άλλους όχι. Το θέμα είναι να μπορέσει να καταλάβει το κοινό, τι είναι αυτό που θέλει να πει ο σκηνοθέτης. Η ίδια είδε ότι το κοινό δεν κατάλαβε γιατί έβαλε αυτές τις σκηνές και γι’ αυτό θέλησε να το αλλάξει.

Σε μια συνέντευξη, η σκηνοθέτης αναφέρει ότι η Λουτσία είναι μια χειραφετημένη γυναίκα, δεν είναι ένα πλάσμα χωρίς βούληση που θα τρελαινόταν από τη μια στιγμή στην άλλη. Ποια είναι η δική σας αντιμετώπιση απέναντι στον ρόλο;
Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω την Κέιτι Μίτσελ όταν είχα πάει στο Λονδίνο τον Οκτώβρη για τον «Μαγικό Αυλό» στην Βασιλική Όπερα του Λονδίνου. Παρακολούθησα τις πρόβες και μιλήσαμε εκτεταμένα για το ρόλο. Σύμφωνα με την ίδια, η Λουτσία δεν είναι θύμα, είναι μια απόλυτα φυσιολογική γυναίκα, χειραφετημένη, η οποία ερωτεύεται για πρώτη φορά στη ζωή της και μέσα από έντονες ψυχολογικές πιέσεις παθαίνει νευρικό κλονισμό και παραληρεί. Δεν είναι σίγουρα «τρελή», δεν δείχνει κανένα τέτοιο δείγμα στη διάρκεια του έργου. Οδηγείται σ’ αυτή την κατάσταση καθαρά λόγω των συγκυριών. Οπότε η εκδοχή της Μίτσελ σκηνοθετικά επικεντρώνεται στους γυναικείους χαρακτήρες, θέλει να δείξει την όπερα από την πλευρά της Λουτσία, γι’ αυτό βάζει επί σκηνής την πράξη του φόνου και την αποβολή, για να αντιληφθεί το κοινό όλη την ψυχολογική πορεία του χαρακτήρα.

Σε συνέντευξή σας στην Όπερα του Σιάτλ, όπου υποδύεστε τη Βασίλισσα της Νύχτας, αναφέρετε ότι το να τραγουδάτε τo “Der Hölle Rache” είναι σα να παίρνετε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες κάθε βράδυ. Οι άριες της Λουτσία από την άλλη, είναι σαν λυρικό κέντημα μεγάλου μήκους. Πώς είναι τεχνικά η αντιμετώπισή της;
Η Λουτσία είναι ένας τρομερά απαιτητικός ρόλος φωνητικά, αλλά και ερμηνευτικά. Οι κολορατούρες του ρόλου και η διάσημη cadenza στη σκηνή της τρέλας δεν είναι το δύσκολο σημείο τραγουδιστικά στη δική μου τη φωνή, το δύσκολο είναι να μπορέσεις ν’ αποτυπώσεις την ψυχολογία της Λουτσία, να βάλεις το δράμα μέσα στην φωνή σου. Οι κολορατούρες σοπράνο μπαίνουν συχνά στον πειρασμό να επιδίδονται σε δεξιοτεχνικά περάσματα και εφέ, που όμως σε απομακρύνουν από τον ίδιο το ρόλο. Εγώ δεν έχω προσθέσει τέτοια στοιχεία, προσπαθώ να μείνω όσο πιο πιστή στο μουσικό κείμενο, γιατί το κυρίως μέλημά μου είναι η ψυχολογία του ρόλου. Άλλωστε η σκηνοθεσία της Μίτσελ αποτελεί για μένα μάθημα ψυχολογικής ανατομίας ενός ρόλου.

Με το τέλος των παραστάσεων της Λουτσία θα βάλετε και πάλι τα ρούχα της Βασίλισσας της Νύχτας για τον «Μαγικό αυλό» που ανεβαίνει στις 31/3 στη Λυρική. Πώς είναι αυτό για σας σωματικά και ψυχικά;
Η αλήθεια είναι ότι έρχεται πολύ σύντομα αυτή η αλλαγή και χρειάζεται μια απότομη μετάβαση, θα το δούμε, αυτό δεν το ξέρω να σας πω την αλήθεια. Είμαι καταρτισμένη τεχνικά και γεμάτη ψυχολογικά, ώστε να μπορώ να αντιμετωπίζω τέτοιου είδους δυσκολίες.

Η Εθνική Λυρική Σκηνή έχει κάνει τελευταία ένα τεράστιο βήμα  κι ένα άνοιγμα που την καθιστά εφάμιλλη σιγά σιγά με μεγάλες όπερες του κόσμου. Πιστεύετε ότι θα καταφέρουμε να κρατήσουμε τον πήχη ψηλά;
Αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, αλλά είμαι θετικός άνθρωπος και πιστεύω πως όσο υπάρχει θέληση, τα πράγματα θα οδηγούνται και θα γίνονται καλύτερα. Το κτίριο από μόνο του και οι τεχνολογικές δυνατότητες που προσφέρει αποτελούν πόλο έλξης για ένα διαφορετικό παγκόσμιο κοινό και πολλά θέατρα του εξωτερικού πλέον δείχνουν ενδιαφέρον στο να κάνουν συμπαραγωγές με την Λυρική Σκηνή, πράγμα πολύ σημαντικό για το κοινό, αλλά σίγουρα και για τους Έλληνες τραγουδιστές. Είναι μια νέα εποχή για την Όπερα στην Ελλάδα.

Θα ήθελα να περάσουμε στο τεχνικό μέρος της μονωδίας. Ένα παιδί αρχίζει συνήθως σε μικρή ηλικία να ψελλίζει νότα νότα το Vittoria Vittoria του Carissimi μεχρι να πάρει πτυχίο και να αντιμετωπίσει μεγάλους ρόλους, αυτό όμως είναι τρομερά χρονοβόρο και φυσικά πολύ δαπανηρό. Γιατί συμβαίνει αυτό στο κλασικό τραγούδι;
Η αλήθεια είναι ότι ξεκίνησα κι εγώ ακριβώς μ’ αυτό το τραγούδι του Carissimi, όπως είπατε. Οι σπουδές στην όπερα είναι όντως πολύ δαπανηρές γιατί το να μπορέσεις να φτιάξεις μια σωστή τεχνική είναι κάτι πολύ δύσκολο για τον δάσκαλο να στο μεταδώσει, για τον απλό λόγο ότι είναι κάτι που δεν μπορεί να στο δείξει. Μέσα λοιπόν από διάφορες αναπαραστάσεις του μυαλού σου προσπαθείς να κατευθύνεις τον αέρα μέσα σου, ας πούμε. Η φωνή είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται μαζί με το υπόλοιπο σώμα βιολογικά και ο κάθε άνθρωπος πρέπει να πάρει τον δικό του δρόμο για να φτάσει στο αποτέλεσμα.

Στην δική μου περίπτωση, όταν ξεκίνησα το τραγούδι δεν είχα ψηλές νότες και καθόλου κολορατούρες, ήταν κάτι πολύ ξένο σε μένα για πολλά χρόνια, έκανα ένα ρεπερτόριο το οποίο δεν περιείχε αυτά τα δυο στοιχεία. Όταν λοιπόν πήρα την υποτροφία Μαρία Κάλλας και πήγα στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, βρήκα εκεί τη Γερμανίδα δασκάλα μου η οποία άκουσε τη φωνή μου και μου είπε αμέσως «εσύ είσαι κολορατούρα σοπράνο και θα δουλέψουμε πάνω σ’ αυτό». Κάναμε εντατικές σπουδές για δυο μήνες, έχτισα εκεί τις βάσεις για τη φωνή μου και μου άνοιξε μια μεγάλη πόρτα αυτό. Όλο αυτό, όπως καταλαβαίνετε, χρειάζεται σκληρή δουλειά και σαφώς οικονομική στήριξη για να το κάνεις.

Πιστεύετε ότι θα μας κοστίσει ταλέντα παγκοσμίως η κρίση;
Είναι αλήθεια ότι είναι πολύ δαπανηρές οι σπουδές, αλλά εγώ αυτό που βλέπω είναι ότι παρά την κρίση, τα παιδιά δεν σταματάνε να κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Είναι κάτι το οποίο για να το ξεκινήσεις πρέπει να το αγαπάς παρά πολύ κι όταν κάτι το αγαπάς δεν υπάρχουν εμπόδια.

Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο παιδί στο ξεκίνημά του;
Να έχει υπομονή και επιμονή, ο δρόμος δεν είναι εύκολος, αλλά εάν έχεις στόχο στη ζωή και είσαι επιμελής στο διάβασμά σου πιστεύω ότι τα όνειρα σου τα καταφέρνεις. Θα έρθουν πολλές στιγμές που πολλοί άνθρωποι θα σου πούνε ότι δεν μπορείς να τα καταφέρεις, εγώ θα έλεγα σε έναν νέο τραγουδιστή ότι κανείς δεν μπορεί να σου πει τι μπορείς να καταφέρεις και τι όχι, πρέπει να μπορείς να αναπτύξεις μια πολύ καλή σχέση με το ένστικτό σου και να προχωράς και να κάνεις αυτό που πρέπει, ανεξάρτητα από αυτό που θα σου λένε. Έχω συναντήσει ανθρώπους που μου έχουν πει δεν μπορείς να καταφέρεις τίποτα στη ζωή σου, γίνε καλύτερα γραμματέας.

Μπορεί να σε απογειώσει ή και να σε καταστρέψει ένας καθηγητής; Και πώς μπορεί να το αντιληφθεί κάποιος αυτό εν καιρώ;
Ναι, η επιλογή ενός καθηγητή είναι καταλυτική για έναν καλλιτέχνη, εγώ είχα πολύ μεγάλη τύχη να βρω μια καθηγήτρια που πέραν του ότι κράτησε υγιή τη φωνή μου, μου έδωσε και γερές βάσεις για να χτίσω μια σωστή τεχνική. Έχω δει πολλούς συναδέλφους μου οι οποίοι λόγω κακού δασκάλου, δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν και να αξιοποιήσουν το ταλέντο τους. Το να κάνεις καριέρα δεν έχει να κάνει μόνο με το πόσο ταλέντο έχεις, πρέπει να είσαι έξυπνος άνθρωπος. Παίρνεις την ευθύνη του εαυτού σου κι όταν θέτεις τον εαυτό σου στα χέρια ενός δασκάλου είναι δική σου ευθύνη να κάνεις τη σωστή επιλογή.

Το καλοκαίρι του 2017 πήρατε μέρος στο Gala για την Μαρία Κάλλας, ήταν κίνητρο για σας το φαινόμενο Κάλλας;
Ήμουν υπότροφος του Ιδρύματος Κάλλας και ήταν πολύ σημαντική η βοήθεια που έλαβα, νιώθω πολύ στενά συνδεδεμένη με την Μαρία Κάλλας γιατί πέρα από την εθνικότητα, αποτελεί τεράστια έμπνευση για μένα. Το ότι τραγούδησα στο Gala ήταν μια πολύ συγκινητική στιγμή στην πορεία μου, γιατί απέτισα κι εγώ έναν φόρο τιμής στην προσφορά της στο λυρικό τραγούδι, με τον δικό μου τρόπο.

Οι λάτρεις της όπερας όταν ακούνε μια νέα λυρική τραγουδίστρια σε μια άρια, το επόμενο πράγμα που κάνουν συνήθως είναι να βάλουν αμέσως μετά την ίδια άρια από την Κάλλας για να τις συγκρίνουν. Θεωρείτε ότι υπάρχουν στιγμές που κάποιος θα ευχόταν να μην είχε υπάρξει ποτέ η Μαρία Κάλλας;
Ναι πιστεύω ότι η Μαρία Κάλλας έχει ανεβάσει τόσο ψηλά τον πήχη που αποτελεί πρόκληση για κάθε καλλιτέχνη, έπειτα όμως εγώ ποτέ δεν το έβλεπα συγκριτικά αυτό. Η Κάλλας έκανε κάτι το οποίο, απ’ ό,τι φαίνεται, μόνο εκείνη μπορούσε να το κάνει και κανείς δεν έχει καταφέρει να την ξεπεράσει. Από κει κι έπειτα ο καθένας είναι μοναδικός και βάζει τη δική του σφραγίδα. Και θέλω να πιστεύω ότι δεν το εύχεται κανείς.

Θεωρείτε ότι μπορεί να επιστρέψει μια «χρυσή» εποχή για την όπερα, όπως ήταν το ’50 και το ’60;
Η Maya Angelou έλεγε ότι ο ήλιος θα ανατείλει, θα δύσει και θα ανατείλει ξανά από το ίδιο σημείο, οπότε σίγουρα κάποια στιγμή θα ξανάρθει μια «χρυσή» εποχή.

Πώς βλέπετε καλλιτεχνικά τον εαυτό σας τα επόμενα χρόνια;
Έχω στο μέλλον συμβόλαια για καινούριους ρόλους μέσα από τους οποίους θα μπορέσω να εξελιχθώ καλλιτεχνικά, να εξερευνήσω νέο ρεπερτόριο, να μπω σε διαφορετικές ερμηνευτικά οδούς, ώστε να μπορώ να έχω μια πολυσχιδή καλλιτεχνική προσωπικότητα, γιατί μέχρι τώρα με τον ρόλο της Βασίλισσας της Νύχτας εξερεύνησα ένα πολύ συγκεκριμένο ρεπερτόριο και ξεκινάω ν’ ανοίγω τα φτερά μου για να συνεχίσω την εξερεύνηση.

«Λουτσία ντι Λαμμερμούρ»: Η πρώτη συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με την Βασιλική Όπερα του Λονδίνου
Κεντρική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής – Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, ΚΠΙΣΝ
14-28 Μαρτίου 2018