Με αφορμή τα 450 χρόνια από τη γέννηση του Κλαούντιο Μοντεβέρντι ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος και ο Θάνος Παπακωνσταντίνου παρουσιάζουν τον «Ορφέα», ένα εμβληματικό έργο που συχνά πιστώνεται και ως η πρώτη όπερα στην Iστορία της μουσικής, στο Μέγαρο Μουσικής στις 24 και 25 Νοεμβρίου. Τους συναντήσαμε και μας μιλούν για την τολμηρή τους πρόταση.

«Ήδη γνώριζα τις δυο μεταγενέστερες του Μοντεβέρντι, κατ’ αρχάς την «Επιστροφή του Οδυσσέα», την οποία είχα προετοιμάσει μουσικά στην παραγωγή που είχε γίνει πριν από αρκετά χρόνια στο Φεστιβάλ της Αρχαίας Κορίνθου και πολύ περισσότερο βέβαια τnν «Στέψη της Ποππαίας» που είχα ανεβάσει με τους δικούς μου μουσικούς, τους Latinitas Nostra, στο Φεστιβάλ Αθηνών, το 2011», λέει ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος. «Άρα ο «Ορφέας», από αυτή την τριλογία του Μοντεβέρντι, ήταν μια όπερα που είχε μείνει στο μυαλό μου κάπως ως εκκρεμότητα και βέβαια φέτος το 2017, 450 χρόνια από τη γέννηση του συνθέτη, ήταν μια ιδανική ευκαιρία για να το παρουσιάσουμε στο αθηναϊκό κοινό. Εξάλλου, είναι ένα έργο που δεν παρουσιάζεται πάρα πολύ συχνά. Στην Ελλάδα έχει παιχθεί μόνο μια φορά, απ’ όσο γνωρίζω, πριν από 20 χρόνια στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το 1997Είναι μάλιστα ο «Ορφέας» όπως κάποια πολύ γνωστά μυθιστορήματα, σκέφτομαι για παράδειγμα την «Αναζήτηση του χαμένου χρόνου» του Προυστ, ή την «Λολίτα» του Ναμπόκοφ, ένα έργο που πολύ συχνά μνημονεύουμε, που φαίνεται να είναι οικείο, του οποίου γνωρίζουμε μεμονωμένα επεισόδια ή φράσεις, αν και τελικά λίγοι έχουν πραγματικά διαβάσει από την αρχή έως το τέλος και αντίστοιχα, όσον αφορά τον «Ορφέα», λίγοι γνωρίζουν, κι έχουν ακούσει επανειλημμένως ή έχουν παρακολουθήσει ζωντανά».

Μάρκελλος Χρυσικόπουλος

Μάρκελλος Χρυσικόπουλος

Έχοντας υπόψιν μας ότι πρόκειται για μια ακριβή παραγωγή, πόσο τολμηρό είναι το εγχείρημά σας;
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ο «Ορφέας» του Μοντεβέρντι είναι μια πολύ ακριβή παραγωγή. Αφ΄ης στιγμής ο ίδιος ο συνθέτης ζητάει πολλά επιπλέον όργανα, ιδιαίτερα όργανα, της όψιμης Αναγέννησης, τα οποία δεν βρίσκονται εύκολα, χωρίς μετάκληση, σίγουρα όχι στο μέσο συγκρότημα παλαιάς μουσικής στην Ελλάδα ή ακόμα και στο εξωτερικό. Άρα υπάρχει ούτως ή άλλως μια πρακτική δυστοκία στο να παρουσιαστεί ο «Ορφέας». Και βέβαια μιλάμε για μια μουσική πιο απαιτητική για το κοινό, αλλά και τον τραγουδιστή – ας πω απλούστερα ότι είναι μια πιο δύσκολη όπερα, από τις πιο γνωστές του («Επιστροφή του Οδυσσέα», «Η Στέψη της Ποππαίας») καθώς είναι ένα έργο που βασίζεται πολύ περισσότερο σ’ αυτήν τη μουσική αφήγηση, το recitar cantando, τόσο χαρακτηριστική των αρχών του 17ου αιώνα, κι όχι τόσο στη μελωδική ανάπτυξη των συναισθημάτων, που αρχίζει να γίνεται γνώρισμα της όπερας 50 ή 100 χρόνια μετά.

«Θα ήθελα να ακούσουμε μουσικούς που δεν διαβάζουν νότες, αλλά διαβάζουν την πρόθεση πίσω από τις νότες»

Άρα, ήταν ένα επιπλέον στοίχημα για μας. Πώς να παρουσιάσουμε αυτή την όπερα με τον τρόπο που εμείς ξέρουμε και εμείς καταλαβαίνουμε, όντας και παραμένοντας μουσικολογικά σωστοί και πιστοί στο πνεύμα της εποχής, χωρίς αυτό να καταλήξει κάποιου είδους μουσειακό έκθεμα που τιμά τυπικά αυτή την επέτειο των 450 ετών και χωρίς να είναι κάτι το βαρετό για ένα κοινό το οποίο, τόσο εντός Ελλάδος όσο και εκτός, παρ’ ό,τι η παλαιά μουσική χαίρει μεγάλης διάδοσης, δεν έχει συχνά την ευκαιρία να γνωρίσει έργα αυτής της τόσο ρευστής περιόδου, που είναι και ο κρίκος ανάμεσα στην Αναγέννηση και το Μπαρόκ.

Θέλαμε να δούμε πέντε ή έξι χρόνια μετά την Ποππαία, που ήταν η πρώτη μας μεγάλη όπερα, έχοντας διανύσει πολλά χιλιόμετρα παραπάνω, έχοντας γνωρίσει πολλές πετυχημένες ή αποτυχημένες συνεργασίες, σε μία περίοδο της καριέρας μας που συγχωρεί εξίσου λίγα λάθη, αλλά για πολύ διαφορετικούς λόγους, αν μπορούμε να μείνουμε πιστοί σ’ αυτή την αρχή. Σε αυτή την περίπτωση, συνεργαστήκαμε με τον εξαιρετικό Ισπανό τενόρο Χουάν Σάντσο, στον οποίον εμπιστευθήκαμε τον ομώνυμο ρόλο – ένας ρόλος στοίχημα από κάθε άποψη. Και επίσης μαζί με το Χουάν Σάντσο που είναι ένας τραγουδιστής με σημαντική παρουσία στις σκηνές του εξωτερικού, να συνομιλήσουν νεότερα παιδιά που ενδεχομένως κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση σ’ ένα τόσο σημαντικό έργο ή μία τόσο σημαντική σκηνή όπως είναι το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

«Ορφέας» του Claudio Monteverdi

Τι θα ακούσουμε λοιπόν στο Μέγαρο, μέσα από τη δουλειά σας;
Να πω καλύτερα τι θα ήθελα να ακούσουμε: Θα ήθελα να ακούσουμε ένα εξειδικευμένο μουσικό σύνολο, να ακούσουμε σε μία αίθουσα 1500 ποιότητες μουσικής δωματίου, να ακούσουμε ένα ακρόαμα στο οποίο αντικατοπτρίζεται τόσο η μεγάλη δουλειά που έχουμε κάνει όλα αυτά τα χρόνια, όσο και το εύρος της εργογραφίας που κατέχουμε, είτε μεμονωμένα, είτε ως ομάδα. Θα ήθελα να ακούσουμε μουσικούς που δεν διαβάζουν νότες, αλλά διαβάζουν την πρόθεση πίσω από τις νότες. Θα ήθελα να ακούσουμε ένα τραγούδι που είναι πολύ περισσότερο από το ότι κάποιος ανοίγει το στόμα του και βγάζει ωραίους ή δυνατούς ήχους. Θα ήθελα να καταφέρουμε να ακουστεί ο «Ορφέας» όσο πιο μπαρόκ κι όσο πιο ζωντανός γίνεται στην Αθήνα του 2017. Κι αυτό όχι παρά, αλλά χάρη στη χρήση ηλεκτρονικών και ηλεκτρικών οργάνων.

Από την τρίτη πράξη όπου ο Ορφέας κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο να αναζητήσει την Ευρυδίκη, προστίθενται στο μπαρόκ άκουσμα των Latinitas Nostra, όργανα όπως είναι το θέρεμιν, όπως είναι η ηλεκτρική κιθάρα, μαζί με τα live electronics, τη ζωντανή ηλεκτρονική επεξεργασία του ήχου. Αυτά τα παντρέματα, αυτές οι μίξεις δεν γίνονται επειδή θέλουμε να βάλουμε νερό στο κρασί μας. Δεν γίνονται επειδή θέλουμε να προσφέρουμε πιο light ακρόαμα/θέαμα. Γίνονται ακριβώς γιατί θεωρούμε ότι μέσα από αυτή τη συνάντηση, με αυτές τις διαφορετικές παραδόσεις, η μπαρόκ μουσική βγαίνει όχι μόνο αλώβητη, αλλά και εξίσου ανάγλυφη και πιο άμεση. Δεν τίθεται σε καμία περίπτωση το ζήτημα ενός υβριδικού είδους, κάποιου crossover, κάποιας πρότασης easy listening, αυτές που δυστυχώς είναι τόσο διαδεδομένες τα τελευταία χρόνια στην κλασική μουσική. Οι δικές μας είναι πολύ πιο προσωπικές αναζητήσεις. Είναι αποτέλεσμα ανησυχίας και όχι μάρκετιγκ. Είναι συνευρέσεις οι οποίες μπορεί να ανθίσουν ή μπορεί και όχι. Είναι ραντεβού που μπορεί να καταλήξουν σε παράφορο έρωτα ή στην απόφαση να «παραμείνουμε φίλοι». Πάντως προξενιά αμοιβαίου συμφέροντος δεν είναι. Όσοι δουλεύουν μαζί μας πρέπει να τρώγονται μέσα τους για ξεβόλεμα, για τα υπόλοιπα φροντίζει η μουσική.

Θάνος Παπακωνσταντίνου

Θάνος Παπακωνσταντίνου

«Η συνεργασία μου με τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο, που με πίστη κι αφοσίωση επί σειρά ετών ασχολείται με τη μουσική του μπαρόκ και είναι από τους ελάχιστους που ασχολούνται στον ελληνικό χώρο με αυτό το είδος μουσικής, είναι μια ευτυχής στιγμή για μένα» λέει ο Θάνος Παπακωνσταντίνου. «Οπότε το να σκηνοθετήσω μια όπερα του Monteverdi μέσα στο πλαίσιο αυτό, είναι πολύ μεγάλη χαρά και τιμή. Δεν μου είναι καθόλου άγνωστο το είδος της όπερας. Είμαι φανατικός ακροατής από πολύ μικρός και λάτρης του είδους. Οπότε η συνεργασία αυτή, είναι κυριολεκτικά ένα όνειρο που πραγματοποιείται».

Πόσο κοντά στην τραγωδία, η οποία σας απασχολεί σταθερά στη δημιουργία σας είναι ο «Ορφέας» του Μοντεβέρντι;
Ως μία από τις πρώτες όπερες που γράφτηκαν ποτέ, ο «Ορφέας» του Monteverdi είναι μια προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Τόσο το θέμα, όσο και η δομική διάρθρωσή της το μαρτυρούν. Η δουλειά μου, μέχρι στιγμής, έχει πάντα σαν σταθερή αναφορά της την τραγωδία, οπότε και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για μένα, να προσεγγίσει κανείς το μύθο όχι μόνο μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα, αλλά και μέσα από ένα διαφορετικό είδος. Ο μύθος του Ορφέα, είναι συναρπαστικός. Ιδρυτής της λατρείας των Ορφικών, που ήταν μια εξέλιξη της λατρείας του Διονύσου, αποτέλεσε ένα συνδετικό κρίκο της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και του πρώιμου χριστιανισμού. Πρώτη φορά με τους ορφικούς έχουμε μια παραβολή για το πώς δημιουργήθηκε το ανθρώπινο είδος, με το μύθο του Διόνυσου του Ζαγρέα.

Πέραν του μονοθεϊστικού στοιχείου, της λατρείας ενός προσώπου σε σύγκριση με το αρχαίο δωδεκάθεο, στους ορφικούς υπάρχουν πρώτη φορά ψήγματα περί ενός τύπου «προπατορικού αμαρτήματος», μια διάθεση υπεροχής του πνεύματος έναντι του σώματος και μια πρόταση ότι υπάρχει και μια άλλη ζωή μετά τη ζωή που ζούμε. Στοιχεία που θα αποτελέσουν μετά από κάποιους αιώνες μερικές από τις θεμελιώδεις βάσεις του χριστιανικού δόγματος. Σύμφωνα με τους ορφικούς, ο άνθρωπος, λοιπόν, έχει μια διπλή φύση. Προέρχεται εν μέρει από θεούς (οι Τιτάνες και ο Διόνυσος ήταν θεοί) και εν μέρει από χώμα.

«Ο μύθος του Ορφέα είναι μια παραβολή για το φως και το σκοτάδι»

Έχει ένα θεϊκό και αθάνατο μέρος, την ψυχή, και ένα θνητό και φθαρτό συστατικό, το σώμα. Η ψυχή του, μολυσμένη απ΄το έγκλημα των Τιτάνων κουβαλάει ένα «προπατορικό αμάρτημα», ενώ την ίδια στιγμή έχει μέσα της και την θεϊκή σπίθα, ως κληρονομιά από το αίμα του σπαραγμένου Διόνυσου. Εκτός από ιστορία αγάπης και ύβρεως απέναντι στους θεούς που τιμωρούν τους άπιστους, ο μύθος του Ορφέα είναι μια παραβολή. Μια παραβολή για το φως και το σκοτάδι. Για την αρμονία και το θόρυβο. Για την ένωση και το διαμελισμό. Για το πώς μες στον κύκλο της ζωής συνυπάρχουν η ομορφιά και η ασχήμια, το ιερό και το βέβηλο, το λογικό και το παράλογο, το τραγικό και το κωμικό. Η ιστορία του Ορφέα είναι ένας μύθος και οι μύθοι δεν έχουν να κάνουν ούτε με το σήμερα, ούτε με το χτες. Έχουν να κάνουν με το «πάντα». Οπότε ο μύθος του, είναι κάτι που μας αφορά όλους, όχι μόνο τώρα, αλλά πάντα.

«Ορφέας» του Claudio Monteverdi

Πώς παρουσιάζετε το θέαμα μέσα στην παράσταση του Μεγάρου και πώς το συνδέετε με τη μουσική;
Στην παράσταση, η προσέγγισή μου επηρεάστηκε πολύ από την επιλογή του συγκεκριμένου φινάλε με τον Διόνυσο που προτείνουν μουσικά ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος και ο Πάνος Ηλιόπουλος. Στη ροή της αφήγησης, παρακολουθούμε μια μυητική τελετή. Τα πρόσωπα της ιστορίας είναι εξαρχής ένας μεταμφιεσμένος διονυσιακός θίασος. Ο καθένας τους, είναι υπεύθυνος για κάθε στάδιο μύησης του κεντρικού προσώπου. Όλοι τους τον συνοδεύουν διαδοχικά, από τη γιορτή της πρώτης πράξης μέχρι και τη θυσία του στην τελική εικόνα σαν μύστες και συνοδοιπόροι στο ταξίδι του αυτό. Έχει, επίσης εξαιρετικό ενδιαφέρον η ιστορία του Ορφέα και για έναν ακόμα λόγο. Το ζευγάρι των εραστών Ορφέας και Ευρυδίκη, αν όχι πρώτο, σίγουρα είναι από τα πρώτα στη μακρά σειρά των ατυχησάντων ζευγαριών στην ιστορία της όπερας. Πίσω από την αδύνατη ένωση αυτή, πάντα πιστεύω βρίσκεται και η ίδια η αγωνία του συγκεκριμένου είδους – αν θα μπορέσει ποτέ λόγος και μουσική να συνυπάρξουν ως «τέλειο ζεύγος» ή αν είναι πάντα καταδικασμένα πότε να υπερισχύει το ένα, πότε το άλλο, χωρίς ποτέ να μπορέσουν να φτάσουν στην ιδεατή αρμονική ένωση.

«Ορφέας» του Claudio Monteverdi

Λίγα λόγια για την παράσταση

Ο συνθέτης Πάνος Ηλιόπουλος τονίζει την σκοτεινή ατμόσφαιρα του Κάτω Κόσμου επεμβαίνοντας με τις διασκευές και την ζωντανή ηλεκτρονική επεξεργασία του ήχου, καθώς και με την επιμέλεια της μουσικής για το αυθεντικό τέλος της όπερας, το οποίο διασώζεται μόνο ως κείμενο στο λιμπρέτο του Alessandro Striggio (1607).

Τα σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει η Νίκη Ψυχογιού, οι φωτισμοί είναι της Χριστίνας Θανάσουλα και οι χορογραφίες της Ίριδας Κυριακοπούλου.

Τον Ορφέα ενσαρκώνει ο διάσημος Ισπανός τενόρος Juan Sancho [Χουάν Σάντσο], ενώ τον ρόλο Πρωθιέρειας του Διονύσου ερμηνεύει η Σαβίνα Γιαννάτου. Εκλεκτοί Έλληνες ερμηνευτές συμπληρώνουν τη διανομή: η Θεοδώρα Μπάκα (H Μουσική, Ιέρεια του Διονύσου), ο Χρήστος Κεχρής (Βοσκός/), η Ειρήνη Μπιλίνη (Νύμφη), η Αναστασία Κότσαλη (Ευριδίκη), η Σοφία Πάτση (Αγγελιαφόρος), η Λένια Ζαφειροπούλου (Η Ελπίδα), ο Μάριος Σαραντίδης (Χάροντας), η Μαρία Παλάσκα (Περσεφόνη) και ο Πέτρος Μαγουλάς (Πλούτωνας).

Οι δύο παραστάσεις του Ορφέα (με ελληνικούς υπέρτιτλους) πραγματοποιούνται την Παρασκευή 24 και το Σάββατο 25 Νοεμβρίου στις 20:00 το βράδυ στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, στο πλαίσιο του κύκλου Όπερα–Μουσικό Θέατρο.