Το ξεκίνημα της νέας χρονιάς μάς προϊδεάζει για τους ρυθμούς στους οποίους θα κινηθεί κινηματογραφικά το επόμενο δίμηνο: ρυθμούς των δυνατότερων χαρτιών της τρέχουσας σοδειάς του αμερικάνικου κινηματογράφου, ρυθμούς ταινιών που θα είναι στις υποψηφιότητες των όσκαρ, ή που ακόμη κι αν κάποιες από αυτές δεν είναι, φτιάχτηκαν με την παράπλευρη φιλοδοξία να είναι. Οι δύο για τις οποίες θα μιλήσουμε σήμερα είναι γραμμένες και σκηνοθετημένες από δύο από τους πιο αναγνωρισμένους και σημαντικούς σεναριογράφους της γενιάς τους. Από τη μια ο Άαρον Σόρκιν, με ένα όσκαρ και μια υποψηφιότητα, δυο Χρυσές Σφαίρες κι άλλες πέντε υποψηφιότητες (χώρια η εξίσου εκκωφαντική τηλεοπτική του καριέρα), ενώ o Αλεξάντερ Πέιν (που γράφει τα σενάριά του σχεδόν πάντα μαζί με τον συνεργάτη του Τζιμ Τέιλορ) έχει ήδη δυο όσκαρ σεναρίου, καθώς και δυο υποψηφιότητες για όσκαρ σκηνοθεσίας. Η βασική διαφορά τους είναι ότι ο Πέιν, όντας εξαρχής ο σκηνοθέτης των ταινιών του, είναι καταγεγραμμένος στο μυαλό μας ως ο κατεξοχήν δημιουργός τους, ενώ ο Σόρκιν πρώτη φορά τώρα με το “Molly’s Game” περνάει από την άλλη πλευρά του λόφου και κάθεται πίσω από την κάμερα.

Το ξεκίνημα του “Μοlly’s Game” είναι εντυπωσιακό. Τα λόγια πέφτουν σαν ριπές πολυβόλου στα αυτιά μας, με τον ρυθμό, τη μουσικότητα και την μπραβούρα σήμα κατατεθέν του Σόρκιν, καθώς με voice over η φοβερή και τρομερή Τζέσικα Τσαστέιν μας εισάγει στην ιστορία της ηρωίδας της. Τα λόγια συνοδεύονται από αντίστοιχα γρήγορες κι εντυπωσιακές εικόνες, ο Σόρκιν, όπως συμβαίνει συνήθως με ηθοποιούς που πρωτοσκηνοθετούν, θέλει να μας δείξει ότι δεν πρέπει να είμαστε προκατειλημμένοι εις βάρος του, ότι μπορεί, ότι το έχει, ότι δεν θα διεκπεραιώσει, ότι θα σκηνοθετήσει στα αλήθεια. Το εντυπωσιακό ξεκίνημα οδηγεί σε μια ταινία που διαρκεί δύο ώρες και είκοσι λεπτά και που σε κρατά καθηλωμένο στη θέση σου. Το “Μοlly’s Game” δεν έχει κοιλιές και χάσματα, το ελάχιστο που μπορείς να πεις για αυτήν είναι ότι αποζημιώνει τον θεατή με καλό σινεμά, αλλά το πρόβλημα αρχίζει όταν πρέπει να βρεις ποιο είναι το μέγιστο που μπορείς να πεις για αυτήν. Και το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στο ότι ως σκηνοθέτης ο Σόρκιν μπορεί να μην χάνει ποτέ την ταινία από τα χέρια του, αλλά δεν έχει να προτείνει και κάποια ιδιαίτερα προσωπική ματιά, όσο στο ότι μέσα στην αναμφίβολη κατασκευαστική δεξιοτεχνία της σεναριακής αφήγησης, ο θεατής προσπαθεί να εντοπίσει τι το τόσο αξιοσημείωτο έχει τελικά η ιστορία που παρακολουθεί: παραλίγο πρωταθλήτρια του σκι, βρίσκεται σε πολύ νεαρή ηλικία να οργανώνει ημινόμιμα – ημιπαράνομα παιχνίδια πόκερ μεταξύ ζάμπλουτων μελών της ελίτ, μεταξύ των οποίων και σταρ του Χόλιγουντ (δεν κατονομάζονται αλλά είναι γνωστοί για το σπορ ο Τόμπυ Μαγκουάιρ κυρίως, αλλά και οι Μπεν Άφλεκ, Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Ματ Ντέιμον), με αποτέλεσμα να μπλέξει σταδιακά ανάμεσα σε μαφίες και σε κυβερνητικές διώξεις. Είναι μια ιστορία για τον τζόγο; Όχι. Είναι μια ιστορία που θέλει να καταγγείλει τον τρόπο λειτουργίας νομίμων και παρανόμων κέντρων εξουσίας; Όχι. Είναι μια ιστορία που θέλει να μιλήσει μέσα από αυτό το γκλάμουρ και το σαματά για την ηρωίδα της; Ναι. Αλλά γιατί να μας αφορά εν τέλει η ιστορία μιας τύπισσας που οργάνωνε παιχνίδια πόκερ;

Η απάντηση θα δοθεί μάλλον προς το τέλος, όταν ο Κέβιν Κόστνερ, που υποδύεται τον πατέρα της, θα έρθει ως από μηχανής μπαμπάς και θα της κάνει «τρία χρόνια ψυχοθεραπείας σε τρία λεπτά». Είναι όντως επαγγελματίας ψυχοθεραπευτής και της λέει ότι θα σου κάνω τώρα αυτό για το οποίο όλοι οι ασθενείς εκλιπαρούν πάντα τους ψυχοθεραπευτές κι εκείνοι αρνούνται πεισματικά: θα σου δώσω εγώ τις απαντήσεις. Η σκηνή διαδραματίζεται σε ένα παγκάκι. Ο Κόστνερ καθόταν κάποτε σε ένα άλλο παγκάκι, όταν στο “JFK” o Nτόναλντ Σάντερλαντ του μιλούσε για συνωμοσίες, παρακράτη, αόρατα νήματα και υπόγειους μηχανισμούς μέσω των οποίων κινούνται τα πράγματα. Οι απαντήσεις που δίνει τώρα ο Κόστνερ στην κόρη του για τα αόρατα νήματα και τους υπόγειους μηχανισμούς του ψυχισμού και συγκεκριμένα των δικών της κινήτρων συμπεριφοράς είναι όντως ενδιαφέρουσες, αλλά ψυχαναλύουν ταυτόχρονα τον ίδιο τον Σόρκιν.

Με ποιο τρόπο; Η πατρική φιγούρα είναι αυτή που πίεζε τη μικρή Μόλι να κάνει σκι και να γίνει πρωταθλήτρια, που της δίνει οδηγίες στους μεγάλους αγώνες κλπ. Μια ματιά στη Wikipedia δείχνει ότι ο πατέρας της είναι κλινικός ψυχολόγος, αλλά η μητέρα της είναι καθηγήτρια σκι. Η μητέρα της είναι κυριολεκτικά μια σκιά μέσα στην ταινία, αν θυμάμαι καλά δε λέει καν λέξη. Όπως ο πατέρας πίεζε την κόρη του να φτάσει στην υπεροχή, έτσι και ο δικηγόρος που υποδύεται ο Ίμπρις Έλμπα πιέζει τη δική του δίνοντάς της συνεχώς εργασίες εκτός σχολείου. Επίσης κι εδώ δεν υπάρχει καμία απολύτως μητέρα στον ορίζοντα. Όταν σε μια φάση ο Έλμπα ρωτάει την Τσαστέιν, αν θεωρεί ότι πιέζει την κόρη του υπερβολικά, εκείνη του δίνει μια εξωφρενική απάντηση για μια κοπέλα που συνάντησε και εκπορνεύεται: αν θες να ξεχωρίσεις, αν θες να γίνεις αληθινά σπουδαίος, αν θες να γίνεις κάποιος, αν δεν θες να καταντήσεις ρεμάλι και πόρνη, πρέπει να πιεστείς. Αν θες να ασχοληθεί μαζί σου ο Σόρκιν πρέπει να ξεχωρίσεις. Όσα λάθη κι αν έκανε ο πατέρας Κόστνερ αραδιάζει στο παγκάκι τα επιτεύγματα των παιδιών του. Άρα καλά τα πήγε. Ο Σόρκιν κάνει σινεμά και τηλεόραση με ήρωες αρίστους, ανθρώπους που ξεχώρισαν και διακρίθηκαν από τον σωρό. Ο όρος «αριστεία» είναι πολιτικά φορτισμένος στην Ελλάδα και δεν θέλω εδώ να έχει τέτοιες συμπαραδηλώσεις, αλλά εν πάση περιπτώσει κάνει σινεμά για τους ανθρώπους που διακρίθηκαν από τον σωρό: από τους ιδεαλιστές επιτελείς της Δυτικής Πτέρυγας του Λευκού Οίκου και τους ιδεαλιστές δημοσιογράφους τηλεοπτικού σταθμού που θέλουν να εκπαιδεύσουν το πόπολο, ως τους καινοτόμους κολοσσούς της Σίλικον Βάλεϊ το βλέμμα του Σόρκιν είναι πάντα στραμμένο στους αρίστους, ακόμη κι αν η αριστεία έγκειται σε επαναστατική στατιστική μέθοδο για το μπέιζμπολ.

Εντελώς αντίθετα, ο Αλεξάντερ Πέιν κάνει ταινίες για απλούς, καθημερινούς ανθρώπους. Που δεν ξεχώρισαν. Που δεν έλαμψαν. Που οι εκλογές για τις οποίες αγωνιούν δεν είναι για την Προεδρία των ΗΠΑ αλλά για το σχολείο τους,  που το μυθιστόρημά τους απορρίφθηκε και δεν θα γίνουν γνωστοί. Που δεν προσπάθησαν να καθοδηγήσουν τις μάζες, έστω και προς το καλό τους. Που είναι μέρος της μάζας, άνθρωποι της μάζας. Αλλά άνθρωποι με σάρκα και οστά, περισσότερο ίσως αληθινοί και πλήρεις από τον κινηματογραφικό Ζάκερμπεργκ και τον κινηματογραφικό Στιβ Τζομπς. Και ο Πολ, ο ήρωας που υποδύεται ο Ματ Ντέιμον, είναι η επιτομή των ως τώρα ηρώων του Πέιν, γιατί ο μεσσιανισμός, η υστεροφημία, η αίσθηση μιας αποστολής που πρέπει να διεκπεραιώσει και που τον ξεπερνά, όλα όσα δηλαδή κινούν τους ήρωες του Σόρκιν, δεν αρκούν να τον κινήσουν όταν αναμετρώνται με ανθρώπινες σχέσεις. Οι άνθρωποι και όχι οι ιδέες συγκινούν και κινούν το σινεμά του Πέιν. Οι σχέσεις τους και όχι ο οποιοσδήποτε μεγαλεπήβολος στόχος.

Σκανδιναβοί επιστήμονες ανακαλύπτουν μια τεχνολογία που μπορεί να μικραίνει τους ανθρώπους και το περιβάλλον τους. Ο υπερπληθυσμός, η μόλυνση, η εξάντληση των φυσικών πόρων, η καταστροφή του πλανήτη μπορούν ίσως πλέον να αντιμετωπιστούν. Αρκεί όμως αυτό το κίνητρο για να δεχτείς να γίνεις μινιατούρα; Δεν λειτουργεί έτσι η ανθρώπινη ψυχολογία, δεν λειτουργεί έτσι η οικονομία, δεν λειτουργεί έτσι ο καπιταλισμός. Αν γίνεις μινιατούρα και μπεις στις πόλεις μινιατούρες, θα ζεις πάρα πολύ καλύτερα οικονομικά. Η ισοτιμία των χρημάτων εδώ με τα χρήματα εκεί σου δείχνει ότι μπορείς να απολαύσεις εκεί υλικά αγαθά που δεν μπορείς να απολαύσεις εδώ. Αν η ανθρώπινη απληστία καταστρέφει τον πλανήτη, αυτό δεν σημαίνει ότι το κίνητρο για να σε μικρύνουμε και να σωθεί ενδεχομένως στην πορεία θα είναι διαφορετικό.

Ο Πολ με τη γυναίκα του ελκύονται στην ιδέα μετά από ένα reunion. Ποιος είμαι στη ζωή μου, τι έχω καταφέρει; Ο Πολ όχι μόνο δεν είναι νικητής, είναι underachiever. Πάμε εκεί κάτω να ξεκινήσουμε ξανά. Όχι ως χαμένοι πια. Αλλά αν στον κανονικό κόσμο ανήκα στην μεσαία τάξη που δεν μπορεί να πάρει στεγαστικό για νέο σπίτι και στον κάτω μπορώ να ζω πολυτελώς, υπάρχουν πολύ χειρότεροι από μένα. Και στον κανονικό κόσμο και τώρα και στον μικρόκοσμο. Η κοινωνία που χτίζεται δεν είναι αταξική, αλλά μικρογραφία της πάνω. Κάργα ταξική κι αυτή. Κάποιος πρέπει να καθαρίζει τα σπίτια, κάποιος πρέπει να υπηρετεί, κάποιος πρέπει να μένει στα προάστια και κάποιος πρέπει να μένει στα γκέτο. Πρέπει να υπάρχουν προάστια και γκέτο. Κι ακόμη κι αν δεν υπάρχουν εξαρχής, τα δημιουργεί η ίδια η δομή της οικονομικής οργάνωσης. Φράχτες, όρια, μετανάστες.

Με διάρκεια επίσης μεγαλύτερη του δίωρου, ο «Μικρόκοσμος» δεν έχει μόνο μια εντυπωσιακή ιδέα, είναι μια ιδέα δουλεμένη και επεξεργασμένη και είναι και μια ιδέα μέσα σε ένα σενάριο που εξελίσσεται με τρόπο απρόβλεπτο. Μπορεί να γίνεται προβλέψιμο στην τελική του ευθεία, αλλά χαλάλι του. Ο Ματ Ντέιμον μπορεί να μην είναι κανένα τέρας υποκριτικής, επιλέγει όμως ρόλους που του επιτρέπουν να υπηρετεί την ερμηνευτική του γκάμα και να γίνεται με τα χρόνια καλύτερος. Εδώ δίνει μια από τις πιο χαριτωμένες ερμηνείες του. Ο Κρίστοφ Βαλτς δίπλα του είναι πάντα μια ευφρόσυνη έκπληξη.

Το “Molly’s Game” και ο «Μικρόκοσμος» μας προσφέρουν μαζί γύρω στις 4:30 ώρες στέρεου σινεμά. Κι είναι μια πολύ καλή αρχή για τη χρονιά!