Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου, μετά τις παραστάσεις «Venison» και «Pedestal», έκλεισε το ελεύθερο πάτημά του πάνω στην «Ορέστεια» με την παράσταση «Colossus», που στηρίζεται στο πρώτο μέρος της αισχυλικής τριλογίας. Από τον «Αγαμέμνονα», ο δημιουργός δανείστηκε κατ’ αρχήν τη μητριαρχική «θέση» του έργου και τη μορφή της Κλυταιμνήστρας, την οποία ανήγαγε σε αρχετυπικό σύμβολο δημιουργίας και καταστροφής -και άρα της μοναδικής ελπίδας για επανεκκίνηση- του ανθρώπινου πολιτισμού, ο οποίος διαχρονικά έχει εδραιωθεί πάνω στη βία και το αίμα.

Ο Παπακωνσταντίνου δημιούργησε χωρίς αμφιβολία ένα νέο έργο, εικονοκεντρικό κατά κύριο λόγο, που έκανε σαφή τη θέση του, αυτή της αγωνίας -με ευδιάκριτες, αν και σκηνικά αόρατες, συνδέσεις με το σήμερα- για την κρίση της ανθρωπότητας και την επιτακτική ανάγκη μιας επανεκκίνησης σε άλλες -περισσότερο ανθρωποκεντρικές- βάσεις.

Colossus

Η δράση της παράστασης «εικονογράφησε» τη θέση της γυναίκας μέσα σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, αρχικά ως πειθήνιο όργανό του, έως ότου μεταστραφεί σε ένα αρχετυπικό ον που θα αναλάβει να τον καταστρέψει, προκειμένου στη θέση του να δημιουργήσει έναν νέο, καλύτερο. Με κύρια μέσα την εικαστικότητα της όψης και τη διεύθυνση των σωμάτων/ηθοποιών στο χώρο, η δράση αποδόθηκε ως τελετουργία και έτσι τα σκηνικά δρώμενα απέκτησαν το ειδικό βάρος και τη δύναμη του συμβόλου.

Ο Παπακωνσταντίνου δημιούργησε χωρίς αμφιβολία ένα νέο έργο, εικονοκεντρικό

Η παράσταση ξεκίνησε με τη Γυναίκα (στο ρόλο της «Κλυταιμνήστρας» η Μαρία Καλλιμάνη) να απευθύνει έναν εμψυχωτικό πολεμικό λόγο προς όλους τους άξιους πολεμιστέςευλογημένοι όσοι σκοτώνετε») με ιδιαίτερες αναφορές στο σύζυγό της, την ώρα που τέσσερις γεροδεμένοι στρατιώτες παρέλαυναν μπροστά της με μαύρες σημαίες· ακολούθησε η δράση στο εσωτερικό του σπιτιού όπου η Γυναίκα επιδόθηκε σε μια εξαντλητική καθαριότητα του χώρου -μια σκηνή μακράς διάρκειας και επαναληπτικότητας (με μετρημένες, «χορογραφημένες» δράσεις), που καταστρατήγησαν (εσκεμμένα, αλλά όχι χωρίς ζημία) τη δραματική οικονομία-, την ώρα που στο προσκήνιο οι άνδρες μετέφεραν και τοποθετούσαν στο πάτωμα άδεια σακάκια/νεκρούς, μετατρέποντάς το σε ένα χώρο μνημάτων, μια εκατόμβη νεκρών.

Colossus

Η δράση διακόπηκε από μια συμβολική σκηνή, ένα όραμα της Γυναίκας, που αποδόθηκε με τη βοήθεια υπερμεγέθων σκηνικών αξεσουάρ: την επίθεση ενός γύπα προς μία μαμά κουνέλα που κρατούσε το παιδί της στην αγκαλιά – ενώ η είσοδος μιας λευκοντυμένης γυναικείας φιγούρας («Κασσάνδρα»/«Ιφιγένεια») με ματωμένο φόρεμα, καταδικασμένης σε ένα αέναο πήγαινε-έλα μεταξύ δύο κόσμων, ολοκλήρωσε τη μεταστροφή της Γυναίκας («Εσύ πρέπει να το σταματήσεις αυτό. Όλα πρέπει να τελειώσουν για να αρχίσουν ξανά. Γυρίζουμε ξανά και ξανά και βλέπουμε γυναίκες, παιδιά, αίμα. Αίμα, αίμα, αίμα»)· ο δεύτερος μονόλογός της θα είναι καταδικαστικός («να πνιγούν οι στρατιώτες, να τερματιστεί το αιματοκύλισμα, να ρημάξει ο κόσμος, να χαθεί»).

Colossus

Η επιστροφή του συζύγου (στο ρόλο του «Αγαμέμνονα» ο σκηνοθέτης), μετά από έναν θριαμβευτικό νικητήριο λόγο («Νικήσαμε! Δεν έμεινε τίποτα πια!»), θα τον βρει δολοφονημένο στο λουτρό από τα χέρια της γυναίκας του. Η Γυναίκα, φορώντας ένα κόκκινο φόρεμα τόσο μακρύ που απλώθηκε στο δάπεδο της σκηνής, θα απευθύνει τον τελικό της μονόλογο προς όλα τα νεκρά παιδιά, σε μια έκκληση να επιστρέψουν σε αυτήν, να γίνει «μήτρα και τάφος» τους, «γέννα και θάνατος», μήπως και χτιστεί ο κόσμος εκ νέου. Το φινάλε, παρά τη γενικά άχρονη τοποθέτηση -αν και τα κοστούμια παραπέμπουν στα ’40s (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος)-, αποκρυσταλλώνει τη σύνδεση με το σήμερα: το μυαλό του θεατή δεν μπορεί να μην πάει στις σύγχρονες εικόνες των νεκρών παιδιών στη θάλασσα.

Συνολικά, το σκηνικό δημιούργημα του Θάνου Παπακωνσταντίνου διέπεται από αισθητική αρμονία, έχει συμβολισμούς, ωραία εικονοποιία και την απαιτούμενη υποκριτική λιτότητα, και μεταφέρει ευδιάκριτα μια καλλιτεχνική -και όχι μόνο, ανθρώπινη εν γένει- αγωνία. Διακρίνονται, όμως, και μειονεκτήματα, κυρίως στη διαχείριση του σκηνικού χρόνου που σε κάποιες στιγμές χωλαίνει, και στη δραματουργία· όχι γιατί αυτή δεν είναι σαφής, κάθε άλλο, αλλά γιατί όσον αφορά το κείμενο (ακούγονται πέντε όλοι κι όλοι μονόλογοι) αυτό κινήθηκε μάλλον σε πρώτο επίπεδο – με εξαίρεση, όμως, τον τελευταίο μονόλογο, που είχε την απαραίτητη δραματική ένταση και την ανάλογη επίδραση. Η δύναμη των εικόνων, των δράσεων και των συμβολισμών ήταν που επιχείρησε να υποκαταστήσει τις λέξεις και σε κάποιο βαθμό τα κατάφερε, ειδικά μετά το μέσο της παράστασης όταν και ανακτήθηκε η απαραίτητη ροή του ρυθμού.

Info παράστασης:

Colossus | 27 Απριλίου – 28 Μαΐου 2017 | Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

Σχετικά άρθρα: Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου ανάμεσα στον «Κολοσσό» και την Ορέστεια – συνέντευξη στην Αργυρώ Μποζώνη