Βλέποντας το τρέιλερ του «12 Χρόνια Σκλάβος», είχα ψιλοκαταλήξει ότι δε θα δω την ταινία. Και ούτε το ότι η ταινία ακουγόταν πολύ ως μια από τις πολύ δυνατές αμερικάνικες της χρονιάς, ούτε η επαλήθευσή του με το γεγονός ότι στις Χρυσές Σφαίρες βγήκε επικεφαλής των υποψηφιοτήτων με επτά, ούτε καν η υπογραφή του Στιβ ΜακΚουίν, σκηνοθέτη του “Hunger” και του “Shame“, με έψηναν, αφού το τρέιλερ σε προδιέθετε πως θα παρακολουθούσες κάτι που έχεις ξαναδεί τόσο θεματικά όσο και αισθητικά. Δε θα την έβλεπα και δε θα έγραφα για αυτήν ως συνειδητή επιλογή του πόσο κουραστικό και προβλέψιμο έχει καταντήσει το Χόλιγουντ, οι θεματικές του, η προσέγγισή του, τα μηνύματά του. Αλλά η «Μικρά Αγγλία» την προηγούμενη εβδομάδα πήγε τόσο καλά στις αίθουσες, που η μόνη άλλη ταινία που βγήκε ήταν το δεύτερο «Χόμπιτ», κι όσο κι αν είχα καταμαγευτεί με την τριλογία του «Άρχοντα» τόσο είχα καταβαρεθεί με το πρώτο «Χόμπιτ» που το εγκατέλειψα στη μέση, ώστε το δεύτερο δεν έπαιζε να το δω. Κι έτσι σχεδόν από σπόντα πήγα να δω το «12 χρόνια Σκλάβος» δύσπιστος έως εχθρικός. Τι νόημα έχει να γυρίζεις άλλη μια ταινία για τη δουλεία σήμερα; Τι νόημα έχει ένα σινεμά που θα ξανακαταδικάσει βαρύγδουπα όσα έχει καταδικάσει η Ιστορία; Κυρίως, πώς να γυρίσεις μια ταινία για τη δουλεία σήμερα, όταν πέρσι την αντιμετώπισε με τον απαράμιλλο τρόπο του ο Ταραντίνο στον “Django; Αυτά που καταδίκασε η Ιστορία δεν τα ανακυκλώνεις, αλλά τα εκδικείσαι μεταμοντέρνα, βάζοντας ένα μαύρο εκδικητή να τους αλλάζει τον αδόξαστο. Δεν ασχολείσαι σοβαροφανώς με τη δουλεία σήμερα, δεν μπαίνεις στο τριπάκι να ξαναμεταδώσεις αυτήν την υπέρτατη αδικία ώστε να προκαλέσεις έναν προϋπάρχοντα αποτροπιασμό. Αυτά σκέφτομαι και στα πρώτα λεπτά της ταινίας. Το μοντάζ είναι ζόρικο βέβαια, ζόρικο με την καλή έννοια, αλλά ακόμα της αντιστέκομαι. Μέχρι που σιγά σιγά σταματάω να της αντιστέκομαι.

Ο Τσιετέλ Ετζιοφόρ υποδύεται τον Σόλομον Νόρθαπ, ένα μαύρο οικογενειάρχη στη Σαρατόγκα της Νέας Υόρκης το 1841. Γεννήθηκε ελεύθερος άνθρωπος, συμπεριφέρεται ως ελεύθερος άνθρωπος, σκέφτεται ως ελεύθερος άνθρωπος. Μέχρι που βρίσκεται αλυσοδεμένος σε ένα μπουντρούμι. Όταν διαμαρτύρεται πως είναι ελεύθερος και πως θα κυνηγήσει και δικαστικά όσους του το έκαναν αυτό, το μαστίγιο αναλαμβάνει δράση πάνω στην πλάτη του. Θα αντιδράσεις όσο θεωρείς ότι έχεις δικαιώματα, ότι ανήκεις σε ένα πεδίο δικαιωμάτων. Η βία έχει τον τρόπο να σε πείθει να αρχίζεις να σκέφτεσαι αλλιώς: αντί η επίταση της αδικίας να επιτείνει μέσα σου την οργή, την αγανάκτηση και την επιθυμία για αντίδραση, εγκαθιδρύει το φόβο και σου βάζει δεσμά και στο μυαλό. Από το δουλέμπορο Πολ Τζιαμάτι τον αγοράζει ο δημαρίτης κτηματίας Μπένεντικτ Κάμπερμπατς. Mαζί με τον Σόλομον πουλιέται και μια γυναίκα με τα δύο παιδιά της. Ο δημαρίτης κτηματίας αγοράζει τον Σόλομον και τη γυναίκα, αλλά εκείνη αρχίζει να ωρύεται να μην την χωρίσουν από τα παιδιά της. Ο κτηματίας έχει καρδιά και ζητά από το δουλέμπορο να του πουλήσει και το κοριτσάκι. Αλλά δεν είναι προς πώληση. Τι να κάνει λοιπόν, έτσι είναι οι αντικειμενικές συνθήκες. Έχει ένα χρέος να πληρώσει, ένα κτήμα να τρέξει. Έχει κι έναν αγροίκο επιστάτη στο κτήμα του, αλλά τι να κάνει, έτσι είναι οι συνθήκες. Ο ίδιος πάντως φέρεται ανθρώπινα. Κι όταν η μαύρη γυναίκα κλαίει ασταμάτητα και πρήζει τα γεννητικά όργανα όχι μόνο λευκών αφεντικών, αλλά και μαύρων σκλάβων, και όταν η δικιά του γυναίκα δεν αντέχει άλλο τόση μίρλα, ο κτηματίας την ξαποστέλνει. Κι όταν ο Σόλομον πλακώνει αυτός στις βουρδουλιές τον επιστάτη κι ο επιστάτης τον κρεμάει, ο δημαρίτης κτηματίας επεμβαίνει υπέρ του. Τον βάζει και μέσα στο σπίτι του, τον ξαπλώνει στο διάδρομο του και του δίνει και μαξιλάρι. Και όταν ο Σόλομον του λέει ότι είναι ελεύθερος άνθρωπος κσι πως παρανόμως βρίσκεται εκεί, ο κτηματίας δε θέλει να ακούει τέτοια, έχει ήδη κάνει πάρα πολλά υπέρ του και τον έχει μεταπωλήσει σε έναν κτηματία που ξέρει να τσακίζει τους αράπηδες, γιατί αν τον κρατούσε στο κτήμα του ο επιστάτης, θα τον σκότωνε, ενώ κανείς άλλος δεν τον αγόραζε με την κακή φήμη που απέκτησε.

Ο Κάμπερμπατς διάβαζε από τη Βίβλο χωρία ισότητας και ταπείνωσης, ο δεύτερος κτηματίας, ο Μάικλ Φασμπέντερ, χωρία για υποταγή και τιμωρία. Είναι σκληρός, αλλά έχουμε συναντήσει και χειρότερα κινηματογραφικά κτήνη. Εκείνο που βασικά τον διαφοροποιεί είναι το πάθος που έχει για μια δούλα του, η οποία είναι και μακράν του δεύτερου η πρωταθλήτρια στο μάζεμα βαμβακιού. Γενικά, βλέποντάς τους μαύρους στα χωράφια, βλέπεις την παραγωγικότητα στο απόγειό της και την αποτελεσματικότερη μείωση της κατάρας του εργατικού κόστους, όπως οι διάφορες Μανωλάδες μας πείθουν και σήμερα. Και πρώτη στην παραγωγή η συγκεκριμένη σκλάβα και διπλό θύμα, τόσο του πάθους του κτηματία, όσο και της ζήλειας και του μίσους της γυναίκας του που την χτυπάει διαρκώς στο πρόσωπο για να χαλάσει αυτό που έχει ερωτευτεί ο άντρας της, ενώ παράλληλα προσπαθεί διαρκώς να τον πιάσει στο ρατσιστικό του φιλότιμο. Κι όταν ο Φασμπέντερ την βασανίζει και ο Σόλομον επικαλείται την καταδίκη του στην αιώνια κόλαση, από τη μια σκέφτεσαι την τραγικότητα της πολύ πιθανής εκδοχής να μην καταδικαστεί ποτέ και πουθενά και από την άλλη αντιλαμβάνεσαι πως το ανθρώπινο μυαλό δεν αντέχει τόση αδικία χωρίς ελπίδα για κάποια μεταφυσική δικαιοσύνη. «Δεν αισθάνομαι τύψεις, είναι ιδιοκτησία μου, μπορώ να κάνω ό,τι θέλω με την ιδιοκτησία μου» του απαντά ο Φασμπέντερ. Ο νόμος δημιουργεί και ήθος. Μπορεί να είναι ξεχωριστά πράγματα, μπορεί οι απαράγραπτες φυσικές αλήθειες για τις οποίες μιλάει ο ήρωας που υποδύεται ο Μπραντ Πιτ να είναι αυτές που καθιστούν ένα νομικό καθεστώς δίκαιο ή άδικο, αλλά δε δημιουργεί μόνο το ηθικό το νόμιμο, δημιουργεί και το νόμιμο το ηθικό. Και τελικά, ναι, αν είσαι σκλάβος, μάλλον προτιμάς να είσαι στο κτήμα του Κάμπερμπατς από το κτήμα του Φασμπέντερ. Αλλά όπως και αν διαβαστεί η Βίβλος, όταν είσαι σκλάβος σε φυτεία, είσαι σκλάβος σε φυτεία.

Η σκηνή του απαγχονισμού του Σόλομον είναι απόλυτα χαρακτηριστική της ποιότητας ταινίας και κάπου εκεί που η ταινία μέσα μου έκανε το τελικό κλικ και αποφάσισα ότι δε θα της αντιστέκομαι άλλο, αλλά θα πάρω το ανεπιφύλακτο μέρος της. Ο Σόλομον λοιπόν κρεμιέται και τα δάκτυλα των ποδιών του οριακά ακουμπούν στη γη. Όσο βλέπω να τον κρεμάνε, όσο διαρκεί η σκηνή, επανέρχονται οι σκέψεις μου για τον Ταραντίνο κ.λπ. Τι μας προσφέρει μια ακόμη σκηνή βαρβαρότητας; Αλλά να που η σκηνή συνεχίζεται και δεν τελειώνει. Οι λευκοί που τον κρέμασαν φεύγουν και στο ίδιο παγωμένο πλάνο βλέπουμε στο φόντο σιγά σιγά τους μαύρους να ξεμυτίζουν και να συνεχίζουν κανονικά τις δουλειές τους με κατεβασμένα κεφάλια. Μολονότι ο κρεμασμένος ήρωας παραμένει στο προσκήνιο, η σκηνή παύει να αφορά αυτόν και το προσωπικό του μαρτύριο και αφορά το παρασκήνιο, αφορά όλους τους υπόλοιπους που δεν πάνε να τον βοηθήσουν, που με κατεβασμένο το κεφάλι συνεχίζουν τις δουλειές τους. Και αυτή η σκηνή δε θα μπορούσε να χωρέσει στο τρέιλερ, αυτό το διαφορετικό κοίταγμα, αυτή η αναζωογονητική προσέγγιση του ΜακΚουίν που δεν κάνει κάποια επανάσταση, αλλά με τη μετρημένη αιρετικότητα της ματιάς του αλλάζει ίσως το ακαδημαϊκό υπόδειγμα. Αν πας απλά να μιμηθείς και να ακολουθήσεις τα χιλιοπερπατημένα μονοπάτια σε ένα τέτοιο θέμα, τότε η αισθητική κούραση της ματιάς σου θα ερχόταν να κλειδώσει με το χιλιοειπωμένο ιστορικά μήνυμα.

Το φινάλε της ταινίας έρχεται περισσότερο ως υπενθύμιση της στουντιακής αρτηριοσκλήρωσης. Η ταινία για τον ΜακΚουίν έχει τελειώσει λίγα λεπτά νωρίτερα, όταν ο ήρωας ελπίζει και γυρνά και μας κοιτάει κατά πρόσωπο. Αλλά το φινάλε δεν καταφέρνει να μας χαλάσει, είναι πια αργά για να χαλαστούμε, αντίθετα λειτουργεί περισσότερο ως δείκτης για το πόσο ακαδημαϊκά ανυπόφορη και ξεπερασμένη θα μπορούσε να είναι μια ταινία που τελικά αποδείχθηκε συναρπαστική.