starΤέσσερις προτάσεις για το καλοκαίρι, φίλες και φίλοι, φίλοι και φίλες, φίλοι και φίλοι, φίλες και φίλες.

1.

La Casa de Papel

Ένα τέλειο σχέδιο ληστείας. Με ερωτηματικό όμως. Και το ερωτηματικό δεν πηγαίνει στην τελειότητα του σχεδίου, αλλά στο αν αυτό που θα επιχειρήσουν να κάνουν είναι όντως ληστεία. Μια ολιγομελής ομάδα κακοποιών. Ο εγκέφαλος που τους συγκέντρωσε και που  έχει εκπονήσει το σχέδιο αυτοαποκαλείται «Καθηγητής» και τα μέλη παίρνουν ονόματα πόλεων. Η Τόκιο, ο Ρίο, ο Ντένβερ κλπ. Μια ληστεία που προετοιμάζεται πάρα πολλά χρόνια και που ο Καθηγητής έχει προσπαθήσει να καλύψει κάθε δυνατή λεπτομέρεια, κάθε δυνατό σενάριο. Θα τους εκπαιδεύσει για μήνες. Και μετά θα μπουν στο Ισπανικό Νομισματοκοπείο παίρνοντας ομήρους τους εργαζομένους και τους επισκέπτες. Σκοπός είναι να παρατείνουν με τεχνάσματα την παραμονή τους μέσα. Ώστε να τυπώνουν, να τυπώνουν, να τυπώνουν πενηντάευρα, μέχρι να φτάσουν τα δύο δις ευρώ και να αποδράσουν.

To “La Casa de Papel” θα ήταν απολαυστικότατο κι εθιστικότατο ακόμη κι αν κατέγραφε μια οποιαδήποτε άλλη ληστεία. Ανεβαίνει όμως σε άλλες σφαίρες συνδυάζοντας την καταλυτική ψυχαγωγική του δύναμη με μια εντελώς ανατρεπτική ατζέντα. Μπορεί βέβαια κανείς να αναρωτηθεί αν αυτή η ατζέντα είναι μόνο επιφανειακά ανατρεπτική, μπορεί βέβαια κανείς να αναρωτηθεί αν το πολιτικό σκέλος της σειράς είναι περισσότερο εντυπωσιοθηρικό παρά βαθύ. Ίσως ναι, ίσως όχι. Αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν ταινίες και σειρές που είναι ουσιαστικά πολιτικές και που σκάβουν στο κοινωνικό υπέδαφος αποκαλύπτοντας δομές και συσχετισμούς εξουσίας (όπως π.χ. οι σειρές του David Simon), δεν βλέπω γιατί να αναιρεί ότι μπορούν να τεθούν καίρια πολιτικά ζητήματα -και δη με ιδιαίτερα επιδραστικό τρόπο- ακόμη και σε ένα επίπεδο συνθηματολογικό ή μιας λαμπερής κεντρικής ιδέας.

Ληστεία λοιπόν; Όχι και τόσο. Δεν θέλουν να κλέψουν λεφτά από κανέναν. Θέλουν να τυπώσουν λεφτά. Να φτιάξουν λεφτά από το πουθενά. Γιατί έτσι φτιάχνονται τα λεφτά. Από το πουθενά. Κι ο Καθηγητής θα εξηγήσει ότι αυτό που επιχειρούν να κάνουν, το έκανε τα περασμένα χρόνια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Κι όχι για ένα και δύο δις, αλλά για πάνω από εκατό δις τη χρονιά. Το ονόμασε ενέσεις ρευστότητας και έδινε τα χρήματα στις τράπεζες. Αν το δικό του σχέδιο πάει καλά, τα χρήματα που θα τυπώσουν θα μπουν από το πουθενά στην αληθινή οικονομία. Με το αζημίωτο προφανώς των ίδιων των συνεργών που δεν είναι Ρομπέν των Δασών, η ένεση ρευστότητας θα είναι όλη δική της.

Ελαττώματα φυσικά και έχει το “Casa de Papel“. Οι απιθανότητες δίνουν και παίρνουν. Αλλά τις προσπερνάς. Γιατί ακόμη κι αυτές είναι απολαυστικά γραμμένες και σκηνοθετημένες. Το ταλέντο των συντελεστών κάνει μπαμ. Και τα ισπανικά ακούγονται πολύ ευχάριστα στο αυτί, προσθέτοντας στην εμπειρία. Στις σειρές ήταν δυσκολότερο να σπάσει η αμερικάνικη κυριαρχία. Αλλά δεν είναι ακατόρθωτο. Και να που το Netflix αγόρασε και προέβαλε το “Casa de Papel”. Μια ληστεία που χτυπά στην καρδιά της κρίσης που έπληξε το ευρώ. Γίνεται αναφορά στους «Αγανακτισμένους». Ένα αστείο μεταξύ των συνεργών έχει να κάνει με το αν έχει νόημα να κρύψουν κάπου λεφτά, μήπως το ευρώ έχει πάψει να υπάρχει σε μερικά χρόνια. Και πέραν των οικονομικών ο δημιουργός της σειράς Άλεξ Πίνα έχει έναν τρόπο να ενσωματώνει έστω και ως απλές ατάκες, επίμαχες συζητήσεις της εποχής. Πατριαρχία και μητριαρχία, πολιτική ορθότητα.

Ακριβώς τέτοια εποχή τρία καλοκαίρια πριν πάνω στα δημοψηφίσματα και το κλείσιμο των τραπεζών, είχε γίνει θέμα το περίφημο «Ντου στο Νομισματοκοπείο». Είχε συνδεθεί περισσότερο μαζί του ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, αλλά αν έναν πολιτικό φέρνει σε μένα στο νου η σειρά είναι ο Γιάνης Βαρουφάκης. Κουβαλά κάτι από το σταριλίκι του, τη συστημική αντισυστημικότητά του, την αμφισβήτηση του κεντρικού οικονομικού παιχνιδιού της τραπεζοκρατούμενης Ευρωζώνης. Και στη μυθοπλασία είναι σίγουρα όλα ευκολότερα, ελκυστικότερα, όλα μοιάζουν πιο εφικτά από ό,τι είναι στον εκτός μυθοπλασίας κόσμο της πολιτικής.

Και πάντως η σειρά αφήνει ως παρακαταθήκη έναν αμφιλεγόμενο ήρωα όπως ο Μπερλίν. Και αφήνει ως ακόμη μεγαλύτερη παρακαταθήκη το “Βella Ciao”. Θα τραγουδηθεί και θα σε κάνει να σκιρτήσεις. Είναι αυτός ο μόνος τρόπος να τραγουδιέται πια το “Bella Ciao”; Είναι αυτός ο μόνος τρόπος πια να αμφισβητήσεις το σύστημα; Δεν είναι αυτό η μεγαλύτερη νίκη όσων πας και καλά να πολεμήσεις; Δεν υπάρχει μια μεγάλη ειρωνεία πίσω από αυτό; Ναι, ίσως. Αλλά ας μην υποτιμούμε ποτέ ούτε την επιδραστικότητα της ποπ κουλτούρας, ούτε τους δρόμους μέσα από τους οποίους μπορεί να οδηγηθεί κανείς στην πολιτική αφύπνιση.

2.

The Ζen Diaries of Garry Shandling

Το “The Ζen Diaries of Garry Shandling” είναι ντοκιμαντέρ του HBO, που αποτελείται από δύο μέρη κι έχει διάρκεια 4:30 ώρες. Το γύρισε μια κεντρική φιγούρα της σύγχρονης αμερικάνικης κωμωδίας, ο Τζαντ Άπαταου και ασχολείται με τη ζωή και την καριέρα του μέντορά του και καλoύ του φίλου Γκάρι Σάντλινγκ, που πέθανε πριν δυο χρόνια σε ηλικία 67 ετών. Βλέποντας το πρόσωπό του οι περισσότεροι ίσως τον θυμηθούν, αν και το όνομά του λέει λιγότερα, λιγότερα από ό,τι άλλοι σύγχρονοι ομότεχνοί του. Γιατί ο ο Σάντλινγκ συνδύαζε την καλλιτεχνική ανησυχία με την τελειομανία, γεγονός που τον έκανε να αλλάζει τομείς στους οποίους είχε καθιερωθεί και να ψάχνεται, περισσότερες από μία φορές.

Ξεκίνησε γράφοντας για κωμικές σειρές κι ενώ όλα πήγαιναν καλά, σταμάτησε για να αφοσιωθεί στο stand-up. Όταν άρχισε να ξεχωρίζει κι εκεί, άρχισε να προσκαλείται όλο και συχνότερα στο “The Night Show“. Και μετά άρχισε να αντικαθιστά εκ περιτροπής με τον Τζέι Λένο τον οικοδεσπότη Τζόνι Κάρσον. Κι ενώ ήταν το όνειρό του να γίνει ο βασικός οικοδεσπότης του σόου, ξαφνικά παραιτήθηκε από το όνειρό του. Γιατί δεν προλάβαινε και τα δύο, αφού ήδη εκείνη την εποχή έγραφε και έπαιζε στην πρώτη από τις δύο σειρές του το “It’s Garry Shandling Show”. Προτίμησε να αφοσιωθεί στη σειρά του, αντί να γίνει το πρόσωπο του δημοφιλέστερου talk show της αμερικάνικης τηλεόρασης. Η σειρά προβαλλόταν την ίδια εποχή με το “Seinfeld”. Περισσότερο κριτική επιτυχία, περισσότερο επιδραστικό, περισσότερο προχωρημένο, δεν γνώρισε ποτέ την τεράστια επιτυχία του (φίλου του) Σάινφελντ. Τα αποσπάσματα που δείχνει ο Άπαταου στο ντοκιμαντέρ είναι ιδιοφυή. Ο Σάντλινγκ στη σειρά «έσπαγε τον Τέταρτο τοίχο» συνεχώς. Η επόμενη σειρά του ήταν το “Τhe Larry Sanders Show” όπου παίρνει τις εμπειρίες του από τα late night shows και τα κάνει σειρά. Σταμάτησε και τις δυο σειρές ενώ πήγαιναν καλά. Η επόμενη μετάβασή του στον κινηματογράφο αποδείχθηκε πολύ λιγότερο επιτυχημένη. Και σίγουρα κι όπως φαίνεται κι από τα αποσπάσματα, αλλά στο ντοκιμαντέρ συζητείται και σχεδόν ευθέως, η χάρη που είχε όταν υποδυόταν τον εαυτό του ή περίπου τον εαυτό του, δεν μπόρεσε ποτέ να μετατραπεί αντίστοιχα επαρκώς στο «υποδύομαι κάποιον άλλον». Ο Σάντλινγκ πέρασε στη συνέχεια στο παρασκήνιο και τα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν ήταν δημιουργικά στην πρώτη γραμμή.

Μολονότι το ντοκιμαντέρ είναι κατά βάση ένας φόρος τιμής κι ένα γράμμα αγάπης, προκαλεί ιδιαίτερα θετική εντύπωση το πόσο εξονυχιστική, σχολαστική δουλειά, πόσο δουλειά λεπτολόγου έχει κάνει ο Άπαταου.  Κι έχοντας στη διάθεσή του άφθονο οπτικοακουστικό υλικό από την καριέρα του Σάντλινγκ, όπως και πρόσβαση στα ημερολόγια που κρατούσε όλη του τη ζωή, μας προσφέρει μια χορταστική εικόνα της διαδρομής του. Κυρίως της επαγγελματικής, αλλά θα σταθεί πολύ και στο μεγάλο τραύμα που προκάλεσε στον εντεκάχρονο Γκάρι η απώλεια του δεκατριάχρονου αδελφού του Μπάρι. Οι γονείς του όχι μόνο δεν τον πήραν στην κηδεία, αλλά το γεγονός του θανάτου του αδελφού του δεν του ανακοινώθηκε ποτέ με λέξεις.

3.

Billions

Για το “Billions” έχουμε πει δυο λόγια και στο παρελθόν. Ο Πολ Τζιαμάτι είναι ο εισαγγελέας που βάζει σκοπό καριέρας να κλείσει φυλακή τον ζάμπλουτο διαχειριστή Hedge Fund, Nτάμιεν Λιούις. Όσο περνάνε οι κύκλοι (ολοκληρώθηκε πρόσφατα ο τρίτος) οι γραμμές θολώνουν, ο σχετικισμός αρχίζει να δίνει τη θέση του στην ηθική πυξίδα που είχε αρχικά ο Τζιαμάτι, ακόμη κι αν και η δίωξη εξυπηρετούσε την ατζέντα του. Ο δεύτερος κύκλος τελείωνε με έναν πραγματικά εντυπωσιακό τρόπο και στον τρίτο θα τεθεί τελικά το ερώτημα αν οι δυο άντρες είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, ή αν παρ’ όλες τις διαφορετικές αφετηρίες τους καταλήγουν να ανήκουν στην ίδια όψη. Νέα τροπή στη σειρά δίνει και η εποχή της κυβέρνησης Τραμπ και του πολιτικού σεισμού που προκάλεσε ακόμη και στο δικαστικό σύστημα.

Αγαπημένη κι εξαιρετική σειρά το “Billions”, που έχει όχι μόνο αυτές τις δυο υποκριτικές δυνάμεις της φύσης να την καθοδηγούν, αλλά και ένα πάνθεον σπουδαίων συμπληρωματικών ρόλων δίπλα τους. Οι γκεστ εμφανίσεις του Τζον Μάλκοβιτς στον ρόλο ενός Ρώσου ολιγάρχη παύλα μαφιόζου, είναι το κερασάκι στην τούρτα. Aν πρέπει να καταλογίσουμε στο Billions κάτι, είναι ότι προσπαθεί να χωρέσει τόσες πολλές πολιτικές μανούβρες και δολοπλοκίες και παιχνίδια εξουσίας, που στον τρίτο κύκλο χάνει μερικές φορές τον έλεγχο της μπάλας και παραδίδεται σε ευκολίες ή σε λύσεις που δεν μοιάζουν αρκετά πειστικά στοιχειοθετημένες.

4.

Succession

Το “Succession” είναι μια νέα σειρά του HBO που τώρα ξεκίνησε να προβάλλεται. Κι όταν έχεις εθιστεί στα παιχνίδια εξουσίας πλουσίων του “Billions” σου φαίνεται ιδανική λύση για άμεσο υποκατάστατο. Η εμπλοκή του Άνταμ Μακ Κέι του υπέροχου “The Big Short” σε προδιαθέτει για τα καλύτερα. Στα πέντε επεισόδια που έχουν προβληθεί ως τώρα η σειρά ψάχνει ακόμα να βρει τον βηματισμό της. Δεν σε κάνει δικό της με το καλημέρα, σε αφήνει όμως να ελπίζεις ότι κάτι υπάρχει κι εδώ άξιο λόγου.

Ένας μεγιστάνας κλείνει τα ογδόντα του χρόνια, το ένα από τα τέσσερα παιδιά του είναι προγραμματισμένο να αναλάβει κι επισήμως τη θέση του στον Όμιλο Επιχειρήσεών του, η πατρική σκιά είναι πάρα πολύ βαριά, άλλα από τα παιδιά προσπαθούν να συγκριθούν μαζί της άλλα εγκατέλειψαν την μάταιη προσπάθεια από νωρίς.

Ο Μπράιαν Κοξ είναι μεν πάντα σταθερή αξία, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι είχε ποτέ το βεληνεκές που θεωρείται ότι έχει, αντιθέτως ο Τζέρεμι Στρονγκ που έχει κάνει αισθητή την παρουσία του σε μια σειρά από μικρότερους ρόλους έχει τώρα τη δυνατότητα σε έναν σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο να δείξει ότι είναι για μεγάλα πράγματα. Την παράσταση όμως κλέβει ο Μάθιου Μακφάντιεν και μαζί του το υπέροχο μουσικό θέμα του Νίκολας Μπριτελ.