Η Ελένη Γαλάνη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχαιολογία, Ιστορία τέχνης και Μουσειολογία στην Αθήνα, τη Σορβόννη και τη Βαρκελώνη και για πολλά χρόνια εργάστηκε σε μουσεία και γκαλερί σε Ελλάδα και Ευρώπη (Παρίσι, Λονδίνο, Βαρκελώνη, Φλωρεντία). Τα τελευταία δύο χρόνια ζει ανάμεσα σε Φρανκφούρτη και Αθήνα και φωτογραφίζει, γράφει και ταξιδεύει πολύ (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά).

Το Ανατολικό Τέλος κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη του 2017 από τις εκδόσεις Μελάνι και είναι η τρίτη της ποιητική συλλογή. Πριν από αυτό ήταν το Παρκούρ (Γαβριηλίδης, 2012) και το Terrarium (Μελάνι, 2014). Καθότι και φωτογράφος η ίδια, η Γαλάνη συχνά συνδυάζει γραφή και φωτογραφία. Για το Terrarium και με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου, οι φωτογράφοι Ελένη Ονάσογλου, Γιωργία Πανάκια και Παύλος Παυλίδης εξέθεσαν δουλειές τους εμπνευσμένες από τα κείμενά της στον πολυχώρο Taf, ενώ το 2015 πραγματοποίησε το project 224 όπου μέσα σε 2 μέρες φωτογράφησε 24 από τα 80 περίπου σημεία όπου διαδραματίζεται η ιστορία στο βιβλίο Στο καφέ της χαμένης νιότης του Πατρίκ Μοντιανό (μπορεί κανείς να το βρει στο site της).

Το Ανατολικό Τέλος συνοδεύεται επίσης από μια σειρά φωτογραφιών που τραβήχτηκαν από την ίδια κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου στα πέντε σημεία της Ευρώπης, στα οποία αναφέρεται και κάποια ημερολογιακά κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Nomas.

1.

Τι είναι το Ανατολικό Τέλος;
Ηχητικά-ετυμολογικά παραπέμπει στην παραθαλάσσια πόλη Οστάνδη του Βελγίου -East End- μια πόλη που αποτέλεσε καταφύγιο πολλών και γνωστών Γερμανών (και όχι μόνο) καλλιτεχνών και συγγραφέων πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την άνοδο δηλαδή του Ναζισμού. Υπάρχει μάλιστα ένα βιβλίο του Βάιντερμαν, το Οστάνδη 1936 που καταγράφει την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Οι πέντε τόποι στους οποίους αναφέρομαι μέσα στο βιβλίο, και στην έκθεση που παρουσιάστηκε μαζί με το βιβλίο, (το προσθέτω εδώ διευκρινιστικά γιατί στο βιβλίο αναφέρονται περισσότερο από 5 τόποι) αποτελούν το γεωγραφικό ανατολικό όριο (τέλος) μαζικών μετακινήσεων ανθρώπων σε παρόντα ή παρελθόντα χρόνο, όπως για παράδειγμα ο σιδηροδρομικός σταθμός Friedrichstrasse στο Βερολίνο όπου κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου σταματούσαν οι συρμοί, η Albert Promenade στην Οστάνδη ως σημείο/πέρασμα στο Dover (Αγγλία), η Prora στο Rügen, ένα θέρετρο που έχτισαν οι Ναζί και που ποτέ δεν λειτούργησε, η Φρανκφούρτη, όπου ζω τα 4 τελευταία χρόνια, και συγκεκριμένα το εργοστάσιο με το όνομα Aurora (Ανατολή) στα σύνορα με το Offenbach, την πόλη με το μεγαλύτερο ποσοστό μεταναστών στη Γερμανία σήμερα. Όλοι αυτοί είναι τόποι ή σημεία σύνορα-όρια. Το Ανατολικό τέλος είναι, λοιπόν, ένα σχόλιο πάνω στο όριο, το μεταίχμιο, τα σύνορα. Εξάλλου και η Ελλάδα είναι το ανατολικό τέλος της Ευρώπης.

2.

Το βιβλίο το Ανατολικό Τέλος είναι μέρος ενός ευρύτερου project φωτογραφίας και γραφής το οποίο παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβρη που μας πέρασε στο Taf. Μίλησέ μας για αυτό.
Η έκθεση αποτελούνταν από φωτογραφικό υλικό από τα πέντε σημεία στα οποία αναφέρθηκα, 50 φωτογραφίες, δέκα από κάθε σημείο, μία εγκατάσταση με λέξεις σε neon boxes καθώς και ένα βίντεο με τίτλο Μόρια που αναφερόταν στην περιοχή της Μυτιλήνης: στο βίντεο γίνεται ένας παραλληλισμός του τερματικού σταθμού του Βερολίνου, όπου οι ταξιδιώτες έφταναν και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν στη δυτική πλευρά και της Μυτιλήνης όπου οι πρόσφυγες επίσης φτάνουν χωρίς να μπορούν να προχωρήσουν προς στην Ευρώπη. Ένα άλλο μέρος της δουλειάς αυτής, τα ημερολόγια, δημοσιεύτηκαν στο αγγλόφωνο περιοδικό Nomas πριν από ένα χρόνο.

3.

Στο βιβλίο σου κυριαρχεί το ταξίδι και η τέχνη. Τι αντιπροσωπεύει για σένα το ταξίδι, τι σε έχει μάθει;
Το ταξίδι και η τέχνη ήταν πάντα αναπόσπαστα στοιχεία στη ζωή μου. Η τέχνη ως θεωρία αλλά και ως πρακτική (στο παρελθόν ασχολήθηκα για πολλά χρόνια με την κεραμική και τη γλυπτική σε πηλό) υπάρχει έντονα και στα προηγούμενα βιβλία μου, εδώ ίσως λίγο περισσότερο καθώς συχνά ένας πίνακας είναι το αρχικό ερέθισμα για τη συγγραφή του ποιήματος, χωρίς αυτό να γίνεται, πάντως, συστηματικά. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ταξιδεύω συνέχεια. Ταξίδευα όμως συχνά και πριν. Το ταξίδι είναι μια διαδικασία απολύτως δεμένη με την ύπαρξή μου, ένα κίνητρο, ο πιο αποτελεσματικός, ίσως, θεωρώ, τρόπος για να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του και τους άλλους, υπάρχοντας συνειδητά. Ένα εργαλείο προσωπικής εξέλιξης. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς να ταξιδεύω. Κι αν δεν το κάνω οριζόντια το κάνω κάθετα, το ταξίδι γίνεται εσωτερικό, με κατεύθυνση προς τα μέσα. Νομίζω ότι τα ταξίδια με μαθαίνουν την υπομονή, να κατανοώ και να τιμώ την διαφορετικότητα, να είμαι ελαστική, ανεκτική, να έχω εμπιστοσύνη τόσο στον εαυτό μου όσο και στους άλλους. Και πάντα υπάρχει κάτι καινούριο να μάθει κανείς. Πάντα βρίσκεις βοήθεια στα ταξίδια από ανθρώπους που είναι άγνωστοι, εκεί που δεν το περιμένεις, είναι πολύ απελευθερωτικό αυτό. Το βιβλίο πάντως δεν ξεκίνησε με άξονα το ταξίδι και τις πόλεις. Η σύνδεση έγινε εκ των υστέρων.

4.

Στο ποίημά σου για την Αθήνα ξεκινάς με μια παρατήρησή σου, ότι πληγή και θαύμα στα γερμανικά έχουν την ίδια ρίζα (Wunde και Wunder). Τι είναι η Αθήνα για σένα, πληγή ή θαύμα;
Είναι και τα δύο. Τα γερμανικά είναι μια εξαιρετικά δύσκολη γλώσσα, με εκπληκτική, όμως, ακρίβεια. Το τραύμα κρύβει μέσα του τη δυνατότητα του θαύματος, ίσως μάλιστα να είναι η προϋπόθεση για το θαύμα. Πώς λέει ο Leonard Cohen για τις ρωγμές μέσα από τις οποίες τρυπώνει το φως; Η Αθήνα είναι για μένα και τα δύο, είναι η γενέθλια πόλη μου, ένα θαύμα και ένα τραύμα μαζί.

5.

Τι είναι η ποίηση; Είναι ο χρόνος που απομένει, όπως γράφεις στο ποίημά σου Νέκαρ; Είναι το βιβλίο σου ένα αισιόδοξο βιβλίο;
Λοιπόν ο ποιητής Γιώργος Βέης που μίλησε στην παρουσίαση του βιβλίου το χαρακτήρισε αισιόδοξο, και είναι κάτι μου έκανε εντύπωση γιατί πιστεύω ότι δεν το αντιλαμβάνεται κανείς έτσι στην πρώτη ανάγνωση. Όπως στο θαύμα και το τραύμα, έτσι και στο φως και το σκοτάδι, πρόκειται για δίπολα, που βιώνονται συχνά συμπληρωματικά. Μέσα εξάλλου στην απο-γοήτευση υπάρχει η αρχική γοητεία. Έτσι νοιώθω και με την ποίηση, όπως αναφέρεται στο ποίημα για τον Hans Rosenthal –υπάρχει μια ποίηση  που γράφεται όταν οι λέξεις βουβαίνονται– η πράξη του ανθρώπου να αγνοήσει τις χειροβομβίδες για να κοιτάξει τον ουρανό αποτελεί δικαίωμα στην ανατροπή, ένα κλείσιμο του ματιού και μια τρικλοποδιά στην κανονικότητα, στο συχνά συμβαίνον, το κοινώς αποδεκτό. Αυτή η αναρχία είναι η ποίηση: λίγη παραπάνω «ψυχή»,  που ανατρέπει το αναμενόμενο, τον αρχικό σχεδιασμό, ποιώντας νόημα. Υπό αυτή την έννοια ναι, είναι ένα αισιόδοξο βιβλίο.

6.

Η πατρίδα είναι μια λέξη που περιφέρεται στο βιβλίο σου. Η ποιήτρια και ζωγράφος Etel Adnan είχε πει ότι πατρίδα είναι η γλώσσα. Τι είναι η πατρίδα για σένα;
Το Ανατολικό Τέλος είναι ένα βιβλίο αφιερωμένο στους απάτριδες. Όμως συμφωνώ ότι πατρίδα είναι (και) η γλώσσα. Προχωρώντας παραπέρα θα έλεγα μάλιστα, ότι πιστεύω ακόμα πως η γλώσσα, ως προσωπική πατρίδα, δημιουργεί σε μεγάλο βαθμό την πραγματικότητά μας, όπως την αντιλαμβανόμαστε. Κάτι σχετικό διάβασα πρόσφατα σ΄ένα άρθρο: Σύμφωνα με τη γλωσσολόγο Dorothy Lee, που μελέτησε για χρόνια τη φυλή των Wintu και άλλες απομονωμένες φυλές στον Αμαζόνιο και στη Νέα Γουινέα, και τον τρόπο επικοινωνίας τους, η γλώσσα όχι απλά επηρεάζει τη σκέψη μας αλλά και σε μεγάλο βαθμό δημιουργεί την αντίληψή μας για τον έξω κόσμο. Σε ό,τι με αφορά, ζώντας στο εξωτερικό σχεδόν δέκα χρόνια πια (τέσσερα χρόνια στη Γερμανία, πριν από αυτό πέντε χρόνια σε Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία) πάντα η γλώσσα ήταν  για μένα μια πατρίδα. Αλλά πατρίδα είναι και άλλα πράγματα: η ελευθερία, για παράδειγμα, είναι ένας σκοπός και μια προσωπική πατρίδα. Ως οικεία αίσθηση ασφάλειας και πληρότητας, κάτι που ίσως βρίσκεται μέσα μας αλλά ψάχνουμε εκεί έξω, ένα ιδεατό σημείο συνάντησης. Θα έλεγα πάντως πως πατρίδα δεν είναι κάτι αυστηρά συγκεκριμένο και περιχαρακωμένο για να διασφαλιστεί. Ούτε απαραίτητα κάτι στατικό. Σύμφωνα με τον Κέρουακ «όλη η ζωή είναι μια ξένη χώρα» και ίσως τελικά η πατρίδα είναι μια αναζήτηση για όλη τη ζωή.