Ο εικαστικός Αντώνης Βολανάκης γεννήθηκε το 1976 και σπούδασε στο Λονδίνο και το Ελσίνκι. Έχει δουλέψει με περφόμανς και εγκαταστάσεις, έχει σκηνοθετήσει, σκηνογραφήσει θέατρο, χορό και όπερα και έχει επιμεληθεί εκθέσεις και συνεργατικές πλατφόρμες ανάμεσα σε εικαστικούς, συγγραφείς, ποιητές, ερευνητές φιλοσοφίας και πρόσφυγες καλλιτέχνες. Δουλειά του έχει παρουσιαστεί τόσο στην Ελλάδα όσο και παγκοσμίως σε διοργανώσεις και ιδρύματα όπως μεταξύ άλλων στην Μπιενάλε της Αθήνας, το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, το Μουσείο Μπενάκη, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, τη documenta 14, αλλά και σε πολυάριθμες εκθέσεις σε Ηνωμένες Πολιτείες, Αγγλία, Καναδά, Φιλανδία, Ιταλία, Τσεχία. Ελβετία κ.α.

Έχει διδάξει εικαστικά στα τμήματα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστήμια Πελοποννήσου Ναύπλιο και στο Πανεπιστήμιο Πατρών καθώς και στο Κέντρο Εικαστικής Ψυχοθεραπείας/ Αθήνα, σε μεταπτυχιακά προγράμματα στην École Nationale Supérieure des Arts Décoratifs / Παρίσι, στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών των Βρυξελλών το 2017 και στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ζει μεταξύ Αθήνας και Νέας Υόρκης όπου και διδάσκει στο Tisch School of Arts/ NYU.

Με αφορμή την έκθεση για τον Στέφανο Λαζαρίδη «Κυνικός Ρομαντικός» που επιμελήθηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή και που μόλις τελείωσε είχαμε μια μικρή συζήτηση για τη δουλειά του, την performance, τον Λαζαρίδη ως δάσκαλό του, τη δουλειά του επιμελητή και τη σύγχρονη τέχνη.

1.

Πώς θα χαρακτήριζες τη δουλειά σου γενικότερα;

Η δουλειά μου είναι η περφόρμανς και οι επιτελεστικές της συναρμογές με άλλα πεδία και εργαλεία στη σύγχρονη τέχνη. Το σώμα μετράει και γράφει στον χώρο, με την κίνηση ή την ακινησία του, το λόγο ή την ηχηρή σιωπή του. Το σώμα, ως ένα άλλο σημειωματάριο, ανακατασκευάζει την αφήγηση και η καταγραφή του σώματος μέσα στον χώρο αναδεικνύει το σώμα ως μέσο γνώσης, όπως το αναλύει και ο Μερλώ-Ποντύ: «Τι συμβαίνει μέσα μας και τι συμβαίνει σε εμάς». Το σώμα ως ένα πολιτικό, κοινωνικό και μυστικιστικό πεδίο, μιλάει στο εδώ και τώρα σε όλους ως μια αποδοχή της συνύρπαξης του εγώ και του άλλου για την κατανόηση του εαυτού. Εκεί έγκειται και η ειδοποιός διαφορά της περφόρμανς με το θέατρο: το σώμα γίνεται η αφήγηση αντί να μεταδίδει μία αφήγηση, δεν είναι φορέας αλλά η πράξη η ίδια των συνεχών ρήξεων μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Δεν μπορώ παρά να μοιραστώ μαζί σας το κείμενο που διαβάζω ξανά και ξανά, της δασκάλας μου Πέπης Ρηγοπούλου «Για την περφόρμανς την εποχή της κρίσης», η οποία αναπτύσσει έναν επαναπροσδιορισμό για την ορολογία της περφόρμανς και επανατοποθετεί σε ένα κριτικό πλαίσιο τα θέματα της αυτοαναφορικότητας του καλλιτέχνη: «Με άλλα λόγια, σε μια εποχή διάλυσης και υποχώρησης των ανθρώπινων δεσμών το ζητούμενο είναι μια σύνθεση ανάμεσα στο μύχιο και στο δημόσιο, στην ψυχή, την κοινωνία και τον κόσμο. Η σύνθεση όμως αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί φραστικά, έξω από τη δημιουργία. Το πώς το σώμα του δημιουργού θα λειτουργήσει ως αρχείο στη συνάντησή του με το σώμα/ αρχείο του θεατή είναι ένα στοίχημα που παραμένει κάθε φορά εκκρεμές».

Έτσι το έργο μου ξεκινά από την εικαστική περφόρμανς και αναπτύσσεται με σωματικές πρακτικές: συνεργασιών με κοινότητες, ζωγραφικής και γλυπτικής, αφηγήσεων λέξεων και μουσικής, ύφανσης και κεραμικής, φωτογραφίας και εικαστικών εγκαταστάσεων, πάντα με άξονα τη σωματικότητα και κυρίως αυτήν του/της/των θεατών, μαρτύρων, επισκεπτών, συμμετεχόντων, συνδημιουργών.

2.

Τι επιχείρησες να κάνεις με μια έκθεση για μια τόσο σημαντική μορφή τής σκηνογραφίας και της τέχνης, παγκοσμίως, όπως ο Στέφανος Λαζαρίδης, στο νέο χώρο της Λυρικής Σκηνής;

Η έκθεση πρωτίστως είχε ως στόχο να γεφυρώσει το καλλιτεχνικό έργο του Στέφανου Λαζαρίδη, καθώς o χρόνος, από τη σύντομη παραμονή του ως καλλιτεχνικού διευθυντή στην Εθνική Λυρική Σκηνή, δεν κατέστη αρκετός για να ενεργοποιήσει την περιέργεια των κατοίκων αυτής της χώρας, της Ελλάδας, να τον ψάξει και να διερευνήσει ποια είναι και ήταν η πορεία του και πώς καθόρισε την ιστορία της ευρωπαϊκής όπερας του 20ού αιώνα. Ο Γιώργος Κουμεντάκης, διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, φίλος και συνεργάτης του Στέφανου Λαζαρίδη, γράφει στο σημείωμά του στον κατάλογο της έκθεσης: «Ο προγραμματισμός της Λυρικής κινείται προς ανανεωτικές κατευθύνσεις, διευρύνοντας προοπτικές που άνοιξε το πέρασμα του Λαζαρίδη από την Εθνική Λυρική Σκηνή». Για μένα προσωπικά είναι μία πολιτική και ανθρώπινη πράξη αναγνώρισης και πολλαπλασιασμού του έργου του καθώς, όπως γνωρίζετε, η βίαιη αποπομπή του το 2007 έγινε με ασαφείς χειρισμούς και προθέσεις.

3.

Ποια χαρακτηριστικά του οράματος και της δουλειάς του Λαζαρίδη επέλεξες να αναδειχθούν κυρίως μέσα από την έκθεση και γιατί;

Η παρακαταθήκη που έχει αφήσει ο Στέφανος Λαζαρίδης έχει άυλη και υλική υπόσταση. Ένα μεγάλο μέρος του υλικού αρχείου βρίσκεται στο μουσείο Victoria & Albert Μuseum στο Λονδίνο, η συλλογή των βιβλίων του στο Eθνικό Θέατρο της Αγγλίας και το άυλο αρχείο φυλάσσεται στη μνήμη των συνεργατών του καθώς ξετυλίγεται με προσωπικές εμπειρίες, προφορικές μαρτυρίες και αφηγήσεις. Ο κύριος όγκος του υλικού της έκθεσης προέρχεται από το αρχείο Στέφανου Λαζαρίδη που απόκειται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης και περιλαμβάνει πλούσιο υλικό από μακέτες και σχέδια κοστουμιών, φωτογραφίες παραστάσεων κ.α. Επί της ουσίας εγώ διαχειρίστηκα την αφήγηση ενός αρχείου και την ταξινόμηση ενός διαφεύγοντος πλέγματος πληροφοριών που ξετυλίγεται σε τέσσερις ηπείρους. Προσπάθησα να ξεδιπλώσω το αρχείο και να το ανασυνθέσω με πολλαπλά σημεία, καθώς θεωρώ ότι κάθε σημείο χρονικό ή τοπικό στην πορεία του είναι ένα δυναμικό σήμα για την ανάγνωση της έκθεσης. Στην έκθεση αναπτύχθηκε το έργο του από τα πρώιμα χρόνια της μαθητείας του ακόμη στον Νικόλα Γεωργιάδη και τις πρώτες του καλλιτεχνικές καταθέσεις και εικαστικές μελέτες, στη συνέχεια στην Εθνική Όπερα της Αγγλίας στη δεκαετία του 1980 κατά την οποία έφερε μία ουσιαστική μετατόπιση στο εικαστικό πλαίσιο της όπερας αλλά και το 2000 όταν συνέθεσε μία ολόκληρη σεζόν για την αφήγηση της ιταλικής όπερας με οκτώ νέες παραγωγές. Έπειτα ξεχώρισε μία ενότητα σκηνοθεσίας και σκηνογραφίας του Στέφανου Λαζαρίδη και συνεργασίες με τον Δημήτρη Δημητριάδη, την όπερα της Αυστραλίας και τους Ντουράν Ντουράν. Οι εξωθεατρικοί χώροι είχαν μία άλλη μεγάλη ενότητα με τρεις παραγωγές στη μεγαλύτερη πλωτή σκηνή στην Μπρέγκενς της Αυστρίας, την Κάρμεν στο στάδιο του Ερλς Κόρτ στο Λονδίνο αλλά και το στάδιο στο Πέζαρο της Ιταλίας. Ο Βάγκνερ με τον οποίο διατηρούσε μία δυναμική σχέση σύνδεσης και απώθησης υπάρχει από το Δαχτυλίδι του Νίμπελουγκ στη Βασιλική Όπερα του Κόβεν Γκάρντεν αλλά και τον Λόενγκριν στο Μπάυροϊτ.

4.

Μίλησέ μου για τη λειτουργία του κύβου στην έκθεση και γιατί επιλέχθηκε ως βασικό μοτίβο παρουσίασης των εκθεμάτων.

Ο κύβος είναι το στερεό που εμφανίζεται τις περισσότερες φορές στο καλλιτεχνικό έργο του Στέφανου Λαζαρίδη. Όπως λέει ο Λαζαρίδης στην Ελίζαμπεθ Ράιτ, σε ηχητικά αρχεία της Βρετανικής Βιβλιοθήκης: «Το αντικείμενο που δίνει απαντήσεις για πολλά πράγματα σε μένα,  για εμένα – ο κύβος: τι είναι μεταφυσικά, πόσο μεγάλος είναι, τι περιέχει, τι αποκλείεις όταν θέλεις να παρουσιάσεις τον κύβο ως πράγμα, ως δυναμική, αλλά ποτέ δεν αποκαλύπτεις τι έχει μέσα. Ή το αποκαλύπτεις· είναι ένα δοχείο πραγμάτων. Ένα δοχείο πραγμάτων του μέλλοντος, πραγμάτων του  παρελθόντος ή πραγμάτων του παρόντος;». Και εδώ να πούμε ότι ο Λαζαρίδης όταν αναφέρεται στη λέξη πράγμα το διευρύνει, από το μικρό κλάσμα το οποίο έχουμε μέσα μας ως και τον κόσμο ολόκληρο ο οποίος μας εμπεριέχει. Η ιδέα του σχεδιασμού της έκθεσης ήταν ότι εννέα κύβοι έχουν πέσει από τον ουρανό, κάποιοι ακόμα δεν έχουν ακουμπήσει στο πάτωμα, και γι’ αυτό ίστανται, κάποιοι έχουν βυθιστεί, κάποιοι είναι ακόμη εν κινήσει, και αυτό το αρχιπέλαγος με τις νησίδες εστίασης είναι μία ρωγμή στις χρονικότητες του έργου του Λαζαρίδη.

5.

Πώς επηρέασε τη δική σου δουλειά και πορεία ο Λαζαρίδης ως δάσκαλος;

Όταν συνάντησα, στην περίοδο των σπουδών μου, το 1998, τον Στέφανο Λαζαρίδη στο Λονδίνο μαθητεύοντας τα Σαββατοκύριακα στο στούντιό του άνοιξε ένας ολόκληρος κόσμος, της μουσικής και της όπερας και της σύνδεσής της με τη ζωγραφική και τη γλυπτική, την περφόρμανς, τη φιλοσοφία, την ανθρωπολογία και άλλα πρακτικά και θεωρητικά πεδία γνώσης. Ήταν ένας αναγεννησιακός καλλιτέχνης, με περιέργεια για τα πάντα, με βαθύ ένστικτο και σεμνότητα, ευγένεια και αστείρευτο χιούμορ. Ένας άνθρωπος που άκουγε προσεκτικά τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις μου και με κατηύθυνε σε μελέτες εις βάθος, σε συγκεκριμένα έργα ζωγραφικής στην Εθνική Πινακοθήκη στο Λονδίνο, μπροστά στα οποία πέρασα ατελείωτες ώρες, μελετώντας τη σύνθεση, τους όγκους το χρώμα, τα παλλόμενα σώματα, τη σωματική σχέση με τον θεατή που αναζητούσε ο ζωγράφος, το συμβάν και τις χρονικότητες. Στα δέκα χρόνια συνομιλούσαμε ξανά και ξανά για τους ίδιους πρεσβευτές του Χολμπάιν και το πορτρέτο, γάμο όπως το λέω εγώ, των Αρνολφίνι του Γιαν Βαν Άικ, για την κυρία που στέκεται του Βερμέρ, την Αφροδίτη του Βελάσκεθ, τους λουόμενους του Σεζάν και του Σερά. Σε κάθε μεγάλο διάλειμμα που είχαμε στις οκτώ παραγωγές για τις οποίες συνεργάστηκα μαζί του στην Εθνική Όπερα της Αγγλίας, ήταν τρία μόλις λεπτά να πάμε στην Εθνική Πινακοθήκη και να περπατήσουμε κατευθείαν μπροστά σ’ ένα έργο. Όταν λοιπόν μου απεθυνόταν στα ελληνικά και μου έλεγε «πάμε;», ήξερα ότι δεν εννοούσε το ιταλικό εστιατόριο  δίπλα  στην όπερα, αλλά ότι θα τρώγαμε ένα τοστ στο χέρι αφού πρώτα είχαμε συνομιλήσει με τον Ρέμπραντ.

6.

Τι επίδραση έχει η διπλή έδρα μεταξύ Αθήνας και Νέας Υόρκης και η επακόλουθη κινητικότητα -μεταξύ των δύο αυτών συγκεκριμένων πόλεων- στη δημιουργικότητά σου; Υπάρχει κάποιο χαρακτηριστικό του καλλιτεχνικού χώρου της Νέας Υόρκης -όπως τον έχεις εσύ βιώσει- που θεωρείς ότι λείπει ιδιαιτέρως αισθητά από τον αθηναϊκό;

Στη Νέα Υόρκη πήγα το 2012, ως οικονομικός μετανάστης αλλά πρέπει να ομολογήσω σε ένα προνομιούχο πλαίσιο, ως επισκέπτης καλλιτέχνης και υπότροφος του Ιδρύματος Φούλμπραΐτ στο τμήμα Τέχνη και Πολιτική, το πρώτο στον κόσμο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών αυτού του πεδίου στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Είναι ένα τμήμα το οποίο αναγνώρισε το πλαίσιο της πρακτικής της διεπιστημονικής και δια-καλλιτεχνικής συνεργασίας στα project που κάνω ως καθαρά πολιτικό. Παρακολούθησα εννέα εξαμηνιαία μεταπτυχιακά μαθήματα ως ένα διάλειμμα από τη διδασκαλία μου στα πανεπιστήμια Πελοποννήσου και Πατρών, όπου δίδαξα επί πολλά συναπτά έτη, περφόρμανς, εικαστικά και την τέχνη της εγκατάστασης στους φοιτητές των Τμημάτων Θεατρικών Σπουδών. Έτσι, σε μία θέση ενδιάμεση, ως επισκέπτης καλλιτέχνης, συνδέθηκα με πολλούς καλλιτέχνες, καθηγητές και φοιτητές, και δημιουργήθηκε μια χαλαρή κοινότητα γύρω μου: εικαστικοί, ακτιβιστές, ποιητές, χορευτές αλλά και επιστήμονες, λόγω της δυνατότητας διασύνδεσης που είχαμε με το Ίδρυμα Φούλμπραΐτ. Και στην Αθήνα και στη Νέα Υόρκη θέλει ειλικρινή προσπάθεια να διασχίσει κανείς τα ταξικά και οικονομικά όρια που υπάρχουν ή έχουν τοποθετηθεί από άλλους ώστε να συνδεθεί, να συνομιλήσει με τον άγνωστο, τον έτερο αυτόν/αυτήν/αυτούς που δεν μπορεί να προσδιορίσει. Τα ραντεβού στα τυφλά, τα project στα οποία συναντώ αγνώστους και δημιουργούνται εφήμερες ή και μακροχρόνιες σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ διαφορετικών ομάδων, άνθησαν στη Νέα Υόρκη και τα εφάρμοσα στην Ελλάδα. Στη Νέα Υόρκη η ενεργητική ακρόαση του τυχαίου, η εξωστρέφεια και η υπακοή στην έκπληξη είναι από τα χαρακτηριστικά των κατοίκων της. Ο «καλλιτεχνικός χώρος» τής Αθήνας είναι αρκετά κανονιστικός και νιώθω ότι υπάρχει αρκετός φόβος, και αυτό κάνει τους ανθρώπους να είναι συγκρατημένοι κι έτσι δεν απελευθερώνονται εύκολα. Το να ακούει κανείς προσεκτικά σημαίνει ότι έχει την ευρυχωρία που απαιτείται για μια εσωτερική αλλαγή, με επανατακτικότητα, χωρίς να σπάσει αλλά να λυγίσει με χάρη, ώστε να ξανα-κινηθεί και να αυτενεργήσει. Ευτυχώς, οι νέες γενιές που έχουν αναδυθεί τη δύσκολη τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα έχουν μία σεμνή δυναμική που φαίνεται να διανοίγει χειραφετημένους και ελεύθερους τρόπους για αλληλο-περιχώρηση.