Για δυο ταινίες θα μιλήσουμε αυτή τη φορά, γιατί έχουμε παραμελήσει ανεπίτρεπτα ως τώρα να μιλήσουμε για τη δεύτερη, που από αύριο μπαίνει στην τέταρτη εβδομάδα προβολής της στην Αθήνα.

Αλλά ας ξεκινήσουμε από το «’71»: 1971, Mπέλφαστ, κατάσταση εντελώς εκρηκτική («the troubles»), λίγο πριν την ακόμη πιο μεγάλη έκρηξη που πυροδότησε η Ματωμένη Κυριακή. Πίσω στην Αγγλία νεότατος στρατιώτης, πιθανότατα ορφανός, κατατάσσεται στον βρετανικό στρατό. Όταν τελειώνει την εκπαίδευσή του πληροφορείται τα καλά νέα: «τυχερούληδες, δεν θα χρειαστεί να φύγετε καν από τη χώρα». Η Βόρεια Ιρλανδία ανήκει στη Μεγάλη Βρετανία κι αυτό είναι το κύριο σημείο τριβής μεταξύ καθολικών και ενωτικών προτεσταντών. Ένα σωρό στρατόπεδα, πρόχειρα – πρόχειρα επτά: οι ντόπιες δυνάμεις ασφαλείας – ο βρετανικός στρατός – οι μυστικοί του πράκτορες – οι παραστρατιωτικές οργανώσεις των ενωτικών – η παλιότερη και κάπως πιο μετριοπαθής πτέρυγα του ΙΡΑ – η νέα και πιο ριζοσπαστική – οι απλοί πολίτες στην μέση. Περιοχές καθολικές και περιοχές προτεσταντών να χωρίζονται από ένα δρόμο. Από την πρώτη του αποστολή ο στρατιώτης βλέπει ότι η κατάσταση στην πόλη είναι εκτός ελέγχου και η ζωή του σε τεράστιο κίνδυνο.

Σε μια σκηνή, μια Ιρλανδέζα όταν της λέει ότι είναι από το Ντέρμπι, του λέει ότι έχει μια γνωστή στο Νότιγχαμ. Το Ντέρμπι δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με το Νότιγχαμ, της απαντάει. «Γιατί;». «Δεν κατάλαβα ποτέ ακριβώς». Eίναι ριψοκινδυνευμένη η εικασία ότι μέσα από αυτό το διάλογο ο σκηνοθέτης Γιαν Ντεμάνζ και ο σεναριογράφος του Γκρέγκορι Μπερκ θέλουν να κάνουν κάποιου είδους παρομοίωση για την τότε κατάσταση στη Βόρεια Ιρλανδία ή να πουν κάτι γενικότερο για τη φύση των εχθροτήτων και των συρράξεων. Η ταινία τους πράγματι δεν θα ασχοληθεί τόσο με αυτή καθ’ αυτή την πολιτική ιστορία, δεν θα ενδιαφερθεί να εντοπίσει τον μεγάλο φταίχτη, όχι όμως από μια απολίτικη προοπτική, όσο για να καταδείξει πως σχεδόν σε όλα τα προαναφερθέντα στρατόπεδα, οι επικεφαλής, αυτοί που κάνουν κουμάντο, είναι σχεδόν εξ ορισμού πιο διεφθαρμένοι. Οι στρατιώτες μπορεί να πέφτουν στα μεταφορικά και κυριολεκτικά πυρά της μάχης είτε κινούμενοι από ιδανικά (και εκείνη την εποχή σε εκείνη την πόλη το δύσκολο δεν ήταν να εμπλακείς, αλλά να μην έχεις καμία ανάμιξη), είτε όπως στην περίπτωση του πρωταγωνιστή επειδή τους πέταξαν στην κόλαση γιατί μην έχοντας στον ήλιο μοίρα κατατάχτηκαν, αλλά οι επικεφαλής λειτουργούν λιγότερο απλά. Εκτός από την μεγάλη σκακιέρα υπάρχουν και οι μικρότερες, εκεί που παίρνεις αποφάσεις χειρισμού, μανιπουλαρίσματος, εκεί που αποφασίζεις ενίοτε να προδώσεις ή να θυσιάσεις τα πιόνια σου. «Δεν είσαι παρά ένα κομμάτι κρέας για αυτούς» θα του πει ένας Ιρλανδός και αυτό είναι σαφώς η κεντρική ιδέα της ταινίας. Παιδιά ορφανά, παιδιά που στέλνονται σαν κομμάτι κρέας στην πρώτη γραμμή, παιδιά στην Ιρλανδία που μετέχουν ενεργά στις διαμάχες, που πετάνε πέτρες ή κάτουρα, που ζυγώνονται όπλα, που καλούνται να σκοτώσουν.  

Ο πρωταγωνιστής Τζακ Ο’ Κόνελ που είδαμε πριν λίγο καιρό να έχει μια πολύ έντονη παρουσία στο εξαιρετικό «Γροθιές στους Τοίχους» είναι ανερχόμενο όνομα και εκπέμπει κάτι πρωτογενές. To «’71» είναι στιβαρό, ξέρει πού θέλει να πάει, έχει ατμόσφαιρα, σε μεταφέρει πραγματικά στο κλίμα του πώς ήταν το Μπέλφαστ τότε, σε βάζει στη θέση των επιμέρους ηρώων -κάποιες στιγμές μου έφερε στο μυαλό γουέστερν– δεν έχει μέσα του τίποτα το περιττό. Από την άλλη, προσωπικά μου έλειψε κάτι που θα με ξαφνιάσει. Ίσως το να βλέπεις αυτό που πάνω κάτω περιμένεις να σου αφήνει ένα αίσθημα μερικής ικανοποίησης, ακόμη και όταν αυτό που βλέπεις είναι πολύ δυνατό. Ωστόσο το αν ξαφνιάστηκα ή όχι εγώ είναι προφανώς μη σημαντικό, το σημαντικό είναι πως η ταινία μπορεί να σταθεί παραπάνω από αξιοπρεπώς και να ισχυριστεί βάσιμα ότι αφήνει το ευδιάκριτο στίγμα της.

Οι «Iστορίες για Αγρίους» του Νταμιάν Σιφρόν, είναι μια ταινία από την Αργεντινή που αποτελείται από έξι μικρές ιστορίες. Η πιο μικρή όλων η πρώτη. Εκτυλίσσεται σε ένα αεροπλάνο και είναι ουσιαστικά ένα κινηματογραφημένο ανέκδοτο ή μάλλον ένα ανέκδοτο που μόνο αν το κινηματογραφήσεις μπορεί να λειτουργήσει έτσι, αν το διηγηθείς είναι μια σαχλαμάρα. Με το καταπληκτικό τελευταίο του πλάνο παγώνει η εικόνα, πέφτει ο τίτλος του φιλμ και το χαμόγελο που θα σχηματιστεί στα χείλια σου, θα σε πείσει ότι έχουμε να κάνουμε με μια ταινία πολύ ξεχωριστή. Αμέσως μετά καθώς ακολουθούν οι τίτλοι της αρχής με τα ονόματα των συντελεστών βλέπουμε φωτογραφίες από άγρια ζώα. Η εκδίκηση είναι ο κοινός θεματικός άξονας των έξι ιστοριών. Θα μπορούσε να ειδωθεί ως παρομοίωση του ανθρώπου με θηρίο, αλλά θα μπορούσε να ειδωθεί και ως ειρωνική αντίστιξη: τα ζώα δεν εκδικούνται. Στη δεύτερη ιστορία σερβιτόρα σερβίρει τοκογλύφο που κατέστρεψε τον πατέρα της. Στην τρίτη ιστορία ένας οδηγός ακριβού γερμανικού αυτοκινήτου παρεμποδίζεται στο δρόμο από σακαράκα. Στην τέταρτη μηχανικός κατεδαφίσεων βλέπει τη ζωή του να καταστρέφεται από τη γραφειοκρατία του δημοσίου σε συνδυασμό με την εκχώρηση επικερδών τομέων του σε ιδιωτικούς εργολάβους. Στην πέμπτη νέος γόνος πλουσιοτάτης οικογενείας χτυπάει με το αυτοκίνητό του έγκυο γυναίκα και ο πατέρας προσπαθεί να πείσει τον επιστάτη να αναλάβει με το αζημίωτο την ευθύνη. Στην έκτη παρακολουθούμε μια γαμήλια τελετή βγαλμένη από την κωμική κόλαση. Ποικίλα τα κίνητρα εκδίκησης στις ιστοριες. Από το ερωτικό ως τον πόνο για τον χαμένο οικείο ως την καφκική γραφειοκρατία, με σημαντικό ταξικό υπόστρωμα στις περισσότερες.

Η ιστορία με τη σερβιτόρα, με τη γραφειοκρατία, με την ευθύνη για το τροχαίο, είναι και αυτές εξαιρετικές, έχουν τις στιγμές του γέλιου τους, αλλά επειδή σε αυτές το γκροτέσκ γκάζι δεν είναι πατημένο, μένουν δυο βήματα πιο πίσω. Αν και οι έξι ήταν έτσι, το «Ιστορίες για Αγρίους» θα ήταν μια ενδιαφέρουσα ταινία, αλλά όχι κάτι παραπάνω. Η πρώτη, η τρίτη και η έκτη ιστορία όμως το απογειώνουν και το πάνε σε άλλες σφαίρες. Στην τρίτη ποιός έχει άραγε πρώτος άδικο; Ο οδηγός της σακαράκας που δεν αφήνει τον οδηγό του ακριβού γερμανικού αυτοκινήτου να περάσει και του κλείνει το δρόμο ή το άδικο βρίσκεται ήδη στη διαφορά των οχημάτων τους και την οικονομική τους κατάσταση; Όπως και να έχει, με το που τον προσπερνάει τελικά του κάνει χειρονομία με το δάκτυλο και του λέει κάτι προσβλητικό. Το άδικο το χρεώνεται αυτός. Είναι πιο γρήγορος, είναι άθικτος, ο κόσμος του δεν θα συναντηθεί. Όταν τελικά συναντηθούν, όλο το άδικο πάει με το μέρος του αδύνατου που κλιμακώνει την εκδίκησή του. Μόνο και μόνο για να έρθει η περαιτέρω κλιμάκωση από τον πλούιο οδηγό. Μια κλιμάκωση τρομακτική και απολαυστική μαζί. Γελάς, και την ίδια ώρα που γελάς, σου εντυπώνεται όλη η κωμωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Η κλιμάκωση και ο παραλογισμός. Η κλιμάκωση που φέρνει τον παραλογισμό και σε αυτήν και στις άλλες ιστορίες.  Ο Σιφρόν γελάει με τους ήρωές τους και ταυτόχρονα σέβεται το δράμα τους ακριβώς επειδή γελάει μαζί τους. Αν η ιστορία με το τροχαίο ήταν σε ελαφρά διαφορετικό κλίμα, αν δηλαδή δεν έβγαινε γέλιο, θα ήταν μια ιστορία διδακτική, μια ιστορία με ένα βάρος αφόρητο. Το γέλιο δεν εκβιάζεται, βγαίνει αντικειμενικά από τα ολοένα και πιο παράλογα πράγματα που κάνουν. Στο ζευγάρι των οδηγών αντιπαρατίθεται το ζευγάρι των νεόνυμφων. Η εκδίκηση μόνο με το δείκτη στο τέρμα του γκροτέσκ μπορούσε να είναι τόσο απολαυστική. Ειδάλλως θα ήταν κάτι σαν σαπουνόπερα.

Ο Σιφρόν μας υποβάλλει μια απόλυτα απολαυστική αισθητική πρόταση. Το ταλέντο του σεναριακά και σκηνοθετικά είναι κραυγαλέα μεγάλο και μπορεί κανείς να ποντάρει ότι αν δεν κάνει λάθος βήματα στην καριέρα του, μας περιμένουν μεγάλες ταινίες. Προτείνω ολόθερμα τις «Ιστορίες για Αγρίους».