Οι Άλπεις: τετραμελής ομάδα αποτελούμενη από μια αθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής, τον προπονητή της, μια νοσοκόμα κι ένας συνάδελφο της τραυματιοφορέα, που είναι και ο αρχηγός. Ασυνήθιστη λοιπόν η σύνθεσή της ομάδας, παράξενο το όνομά της (κι ασυνάρτητη έως γελοία η εξήγηση που θα δώσει για αυτό στα υπόλοιπα τρία μέλη ο αρχηγός), μα πάνω απ’ όλα εντελώς ιδιότυπη η φύση της. Γιατί οι Άλπεις ειδικεύονται στο να βοηθούν -με το αζημίωτο- ανθρώπους που έχουν χάσει συγγενείς, συντρόφους ή φίλους να ξεπεράσουν πιο εύκολα την απώλεια, καθώς τα μέλη τους υποδύονται τους ανθρώπους που έχουν οριστικά χαθεί. Κανονίζουν ραντεβού στα οποία φορούν τα ρούχα που εκείνοι φορούσαν, επαναλαμβάνουν λόγια που εκείνοι έλεγαν, φέρονται όπως εκείνοι φέρονταν. Όσοι μισθώνουν τις υπηρεσίες τους, επιχειρούν είτε να προσομοιώσουν σκηνές που τους στοιχειώνουν την μνήμη, είτε να συμφιλιωθούν σιγά σιγά με τη απότομη εξαφάνιση μιας ύπαρξης από δίπλα τους, είτε να καταπολεμήσουν την μοναξιά τους. Μα γίνεται αυτό έτσι απλά; Μήπως η υποκατάσταση που παρέχουν οι Άλπεις είναι κάτι που στην αληθινή ζωή δεν θα μπορούσε ποτέ να λειτουργήσει, αφού αν είχες απέναντί σου κάποιον ντυμένο με τα ρούχα και τα λόγια του προσφιλούς σου νεκρού, η εμπειρία θα είχε πάνω σου περισσότερο κωμικοτραγική παρά λυτρωτική επίδραση;

Δεν το ξέρω. Αναρωτιέμαι όμως αν ο λόγος που ο Λάνθιμος απέφυγε να πέσει με τα μούτρα στην κεντρική του ιδέα, οφείλεται ακριβώς στο ότι δεν μπόρεσε να αποφασίσει κι ο ίδιος πόσο έπρεπε να την πιστέψει, πόσο «σοβαρά» να την πάρει, υπό ποιό πρίσμα έπρεπε να την αντιμετωπίσει. Κι έτσι μολονότι οι «Άλπεις» έχουν ως αφετηρία μια εξίσου ή και περισσότερο ιντριγκαδόρικη αφετηριακή κατάσταση απ’ ό,τι ο «Κυνόδοντας», καταλήγουν να υστερούν αισθητά σε σχέση με τον τελευταίο. Ο βασικός λόγος που κατά τη γνώμη μου συμβαίνει αυτό είναι επειδή στον «Κυνόδοντα» πήραν μαζί με τον συν-σεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου την βασική συνθήκη του έργου (δυο γονείς που έχουν κρατήσει τα τρια ενήλικα παιδιά τους σε όλη τους τη ζωή σε πλήρη απομόνωση από τον εκτός σπιτιού κόσμο) και της αφοσιώθηκαν πλήρως, κατορθώνοντας να εισπράξουν από αυτήν ό,τι περισσότερο μπορούσαν, ενώ εδώ η βασική συνθήκη του έργου (η υπηρεσία υποκατάστασης που προσφέρει η ομάδα των Άλπεων στους οικείους των νεκρών) δεν αντιμετωπίζεται εξίσου ευθέως, κι ο Λάνθιμος με τον Φιλίππου είναι σαν να προσπαθούν να της υπεκφύγουν και να την ντριπλάρουν. Στον «Κυνόδοντα» ο Λάνθιμος δεν αμφισβήτησε την αληθοφάνεια του κόσμου του, δεν τον υπονόμευσε, αλλά πίστεψε όλα όσα συνέβαιναν μέσα του κι έτσι τα πιστέψαμε κι εμείς. Η φόρμα του μπορεί να ήταν κι εκεί αποστασιοποιημένη, αλλά το σύμπαν του «Κυνόδοντα» ήταν αληθινό. Αντίθετα το σύμπαν των «Άλπεων» μοιάζει σε διάφορα σημεία του να είναι πρωτίστως αισθητικό. Τη σιγουριά του «Κυνόδοντα» διαδέχεται η αβεβαιότητα των «Άλπεων», τη διαυγή ματιά του «Κυνόδοντα» διαδέχεται το αρκετά σαστισμένο βλέμμα των «Άλπεων». Ο «Κυνόδοντας» μπορεί να ήταν μια κατ’ εξοχήν συμβολική ιστορία, αλλά οι ήρωες μέσα στην συνθήκη ζούσαν τη δική τους αληθινή ζωή.

Εδώ, o αρχηγός της ομάδας Άρης Σερβετάλης μοιάζει έτοιμος να παραδώσει έναν συναρπαστικό κινηματογραφικό ήρωα. Μέχρι που καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται να το κάνει επειδή δεν έχει ρόλο. Είναι ένα σύμβολο; Ό,τι κι αν είναι, είναι τόσο μικρή η παρουσία του που δεν προλαβαίνει να αναπτυχθεί στοιχειωδώς. Η ανάγκη ύπαρξης της αθλήτριας της ρυθμικής της Αριάν Λαμπέντ, μοιάζει να εξαντλείται στο συμβολικό καλαμπούρι με τα Κάρμινα Μπουράνα και το κάτι «πιο ποπ» που ζητάει. Επιχειρεί και να αυτοκτονήσει σε μια φάση βέβαια, αλλά αναρωτιέμαι πόσοι θεατές θα αισθανθούν αγωνία για την τύχη της την ώρα που θα τη δουν να το επιχειρεί. Στον «Κυνόδοντα» που ο κόσμος ήταν αληθινός, κι οι ήρωες αληθινοί, ό,τι συνέβαινε μας αφορούσε.

Όλο το έργο αρχίζει έτσι σιγά σιγά να επικεντρώνεται στην νοσοκόμα της εξαιρετικής -τις στιγμές που δραπετεύει από το βάρος της μανιέρας- Αγγελικής Παπούλια. Σεναριακά η εκτροπή της φαντάζει δυσανάλογη και την ώρα που θα πρέπει να ταυτιστούμε μαζί της θυμίζει νευρόσπαστο. Η κινησιολογία της αλλά και η μη επαρκώς αιτιολογημένη δυσλειτουργικότητά της φέρνει επίσης στο μυαλό την ηρωίδα του «Αttenberg». Υπάρχει κάποιο γενικότερο point τελικά για αυτή τη δυσλειτουργικότητα; Ίσως το point του «Κυνόδοντα» για την ελληνική οικογένεια; Πηγή του κακού να είναι το ότι κοτζάμ γαϊδάρα ζει με τον πατέρα της, τα «Δεν με πειράζει που άργησες. Αλλά να ειδοποιείς να μην ανησυχώ» και τα «Χαμήλωσε την ένταση»; Ή μήπως η Παπούλια στις «Άλπεις» ψάχνοντας απεγνωσμένα για συναίσθημα ακόμη κι εκεί που ως χθες το υποδυόταν δεν είναι και τόσο διαφορετική από πολλούς ανθρώπους της εποχής της; Όπως και να’ χει, από ένα σημείο και ύστερα η Παπούλια των «Άλπεων» μοιάζει να συνομιλεί απ’ ευθείας με την Παπούλια του «Κυνόδοντα». Ίσως η μία είναι το αντεστραμμένο είδωλο της άλλης. Μια κοπέλα που προσπαθεί να δραπετεύσει από ένα σπίτι – κόσμο και μια κοπέλα που προσπαθεί να μπει σε ένα σπίτι – κόσμο. Μια κοπέλα που ψάχνει γενναία την ελευθερία και μια κοπέλα που προσπαθώντας τρομαγμένη να κρυφτεί από τον εαυτό της καταλήγει να κυνηγάει τη σκιά της. Μια κοπέλα που μπροστά στον καθρέφτη γιορτάζει στο πρόσωπό της τη ματωμένη επανάστασή της και μια κοπέλα που μπροστά στον καθρέφτη αντικρίζει τις ματωμένες συνέπειες της παραβίασης των κανόνων.