Η «Άννα Καρένινα» του Τζο Ράιτ έχει μια μεγάλη αντίφαση στην καρδιά της. Ενώ διακατέχεται από την αισθητική αγωνία να μην είναι ένα ακόμη «δράμα κουστουμιών», μια ταινία εποχής σαν όλες τις άλλες, ενώ διακατέχεται από την αισθητική φιλοδοξία να μην προσεγγίσει συμβατικά το μυθιστόρημα του Τολστόι, ενώ από πλευράς κινηματογράφησης τα καταφέρνει και αυτό που παρακολουθούμε είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον ως σινεμά, την ίδια ώρα αυτό που παρακολουθούμε ως υπόθεση και ως ουσία είναι κάτι που μοιάζει εντελώς μπανάλ, κάτι που μοιάζει με παραλλαγμένο «Άρλεκιν», ένας ακόμη απαγορευμένος από την κοινωνία και τις συμβάσεις έρωτας. Μισή ντροπή δική μου κι η άλλη μισή δική μου πάλι, αλλά δεν έχω διαβάσει ποτέ το βιβλίο. Οπότε δεν μπορώ και να εντοπίσω τι έχει το βιβλίο που δεν έχει η ταινία. Ωστόσο παρακολουθώντας την ταινία ξέρω ότι δεν υπάρχει περίπτωση να έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα όλων των εποχών, χωρίς να έχει μέσα του στοιχεία που απουσιάζουν πανηγυρικά από το σενάριο του Τομ Στόπαρντ. Προφανώς και εντελώς άλλο πράγμα η λογοτεχνία και εντελώς ο κινηματογράφος. Ίσως μάλιστα λογοτεχνία είναι ό,τι δεν μπορεί να γίνει σινεμά, ίσως η αξία του βιβλίου βρίσκεται σε όσα δεν μπορούν να κινηματογραφηθούν. Αλλά και πάλι, προφανώς υπάρχει κάτι που δεν σκαλίστηκε επαρκώς, ένα πνεύμα που δεν μπόρεσε να περάσει από τις σελίδες στην οθόνη.

Επίσης υπάρχει βασικό θέμα με το κάστινγκ του παθιασμένου ζευγαριού. Ο Άαρον Τέιλορ Τζόνσον στο ρόλο του Βρόνσκι μέσα στην τόση του κατάξανθη στιλπνότητα θυμίζει έντονα τον Ιωάννη Μελισσανίδη ή το αγόρι στον «Θάνατο στη Βενετία» που μεγάλωσε. Η δε Κίρα Νάιτλι έχει αρχίσει πλέον να με ενοχλεί. Εκτός όλων των άλλων μου μοιάζει πως παίζει πάντα με τον ίδιο τρόπο. Το γεγονός λοιπόν πως το ερωτευμένο ζευγάρι έχει τέτοια σύνθεση είναι ένα ακόμη βασικό μείον της ταινίας. Αντίθετα, ο Τζουντ Λο ως Καρένιν, ο Μάθιου Μακ Φέιντεν ως Στίβα, και ο (γιος του Μπρένταν) Ντόμναλ Γκλίσον ως Λέβιν προσθέτουν πόντους στην ταινία.

Ακούγεται σε μια στιγμή η φράση πως «η ρομαντική αγάπη είναι η τελευταία αυταπάτη της παλιάς εποχής». Βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα και όλα έδειξαν πως συνέβη το ακριβώς αντίθετο, πως τον 20ο αιώνα η ρομαντική αγάπη έγινε η αυταπάτη που κατακυρίευσε τα πάντα, πως έγινε βασικό καύσιμο της μαζικής κουλτούρας μέσω των τραγουδιών, του σινεμά, των βιβλίων τσέπης ή μη, πως το ρομάντσο σε κάθε του μορφή και είδος έγινε ένα από τα πιο απόλυτα ιδανικά.

Μου έρχεται στο μυαλό μια εξαιρετική παρατήρηση που είχε κάνει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ για τη λογοτεχνία, αλλά που ισχύει φυσικά και για το σινεμά: «Mια ιστορία ερωτικού πάθους δεν μπορούμε να τη διηγηθούμε εκ των ένδον. Η παραφορά και η έκσταση που βιώνουν οι δύο εραστές μπορεί να τους φαίνονται μοναδικές (και είναι μοναδικές γι΄ αυτούς), αλλά, όταν κωδικοποιούνται γλωσσικά, ακόμα και με τον πιο ποιητικό τρόπο, δίνουν αμέσως την εντύπωση του κοινότοπου και του κιτς: το ερωτικό πάθος καθαυτό παύει τότε να είναι μια εντελώς ξεχωριστή, ανεπανάληπτη εμπειρία και, αδυσώπητα φιλτραρισμένο από ένα κοινόχρηστο μέσο όπως η γλώσσα, αποκαλύπτεται ως κάτι που έχει επαναληφθεί και θα επαναληφθεί αμέτρητες φορές σχεδόν πανομοιότυπα στη ζωή του ανθρώπινου είδους.Πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να διηγηθούμε υποκειμενικά το ερωτικό πάθος σήμερα, «στον καιρό της ειρωνείας», η οποία είναι η χολέρα της δικής μας εποχής ή, ίσως σωστότερα, ένα σύμπτωμά της. Γιατί, όπως ολόκληρος ο μεταμοντέρνος πολιτισμός μας, έτσι και οι ερωτικοί κώδικές του είναι μίμηση ή σύμφυρμα παλιότερων εκφραστικών προτύπων, παλιότερων «αφηγήσεων», ασύμμετρων με τη σημερινή πραγματικότητα· και η ειρωνεία (εδώ αυτοειρωνεία) έγκειται στο ότι η μίμηση και η σύμφυρση είναι συνειδητές, γίνονται με ένα κλείσιμο του ματιού που υποδηλώνει ότι δεν μπορούμε πια να ταυτιστούμε εντελώς με αυτά που λέμε, ούτε όμως να επινοήσουμε μια άλλη, πιο αυθεντική γλώσσα για να πούμε αυτό που μας συμβαίνει. Ο Ουμπέρτο ΄Εκο παρατηρεί κάπου ότι, καθώς το «σ΄ αγαπώ» έχει γίνει σήμερα μια δήλωση νοθευμένη και ευτελισμένη από την ψεύτικη, γλυκερή περιπάθεια των χιλιάδων αισθηματολογικών μυθιστορημάτων και τηλεοπτικών σίριαλ, ένας ερωτευμένος θα μπορούσε να δραπετεύσει από αυτό το δίλημμα λέγοντας στην αγαπημένη του κάτι σαν «όπως θα έλεγε ο Λάλλα [ένας δημοφιλής Ιταλός συγγραφέας τέτοιων μυθιστορημάτων], σ΄ αγαπώ».

Νομίζω πως ο Ράιτ αντιλαμβάνεται μεν την παγίδα, αλλά δεν την αποφεύγει εντελώς. Πως προσπαθεί μεν να μας κλείσει το μάτι με τη συνολική του ματιά πάνω στην ταινία, με τα μεταμοντέρνα παιχνίδια που κάνει στην αφήγηση, αλλά πως ειδικά στο θέμα του έρωτα δεν τολμά -ή και δεν έχει και την ελευθερία δεδομένων των περιορισμών που έχει από τα στούντιο- να το κλείσει ακόμη πιο τολμηρά. Το έργο ξεκινά εξαιρετικά ευφρόσυνα και γεμάτο υποσχέσεις, αλλά στην πορεία η ευφορία αρχίζει να μειώνεται και ο προβληματισμός να αυξάνεται. Ωστόσο δεν παύει να είναι μια ταινία που τον κινηματογραφόφιλο τουλάχιστον δεν μπορεί να τον αφήσει αδιάφορο.

Πώς μπορεί λοιπόν να πει κανείς κάτι διαφορετικό σήμερα για τον έρωτα; Όχι προσεγγίζοντας τον ευθέως, όχι δείχνοντάς μας ένα πάθος, αλλά κάτι άλλο. Στο «Πίσω από τους Λόφους» του Κριστιάν Μουντζίου (σκηνοθέτη του «4 μήνες, 3 βδομάδες, 2 μέρες») η εικοσιπεντάχρονη Αλίνα γυρνά από τη Γερμανία που δούλευε τα τελευταία χρόνια στον τόπο της, στην Ρουμανία. Την υποδέχεται η αγαπημένη της φίλη η Βοϊτσιτα. Έχουν μεγαλώσει μαζί στο ορφανοτροφείο. Τώρα η Βοϊτσίτα είναι καλόγρια στο μοναστήρι, στον λόφο πάνω από την επαρχιακή πόλη που βρίσκεται και το ορφανοτροφείο τους. Στο μοναστήρι ζουν λίγες νέες καλόγριες, μια μεγαλύτερη την οποία αποκαλούν «μαμά» κι ο παπάς τον οποίο οι καλόγριες αποκαλούν «μπαμπά» και μπροστά σε τρίτους «πατέρα». Η Αλίνα την ρωτάει πόσων ετών είναι ο πατέρας κι η Βοϊτσίτα απαντά 30. Τριάντα δεν μοιάζει να είναι, πάντως δεν είναι μεγάλος. Μολονότι το είδος της σχέσης που οι δυο κοπέλες είχαν στο ορφανοτροφείο και το είδος της αγάπης που νιώθει η Αλίνα δεν δηλώνεται ποτέ με λέξεις, δεν υπάρχει και καμία αμφιβολία πως η Αλίνα είναι ερωτευμένη με την Βοϊτσίτα. Εντελώς ερωτευμένη. Αλλά η Βοϊτσίτα έχει αφήσει να μπει άλλος στην ψυχή της: ο Θεός. «Δεν μ’ αγαπάς πια;» «Σ΄αγαπάω, αλλά όχι όπως πριν». Δυο γυναίκες κι ο Θεός: ένα περίεργο ερωτικό τρίγωνο. Η Αλίνα είναι σαφές τι είναι αυτό που νιώθει για την Βοϊτσίτα, θέλει να την πάρει από το μοναστήρι και να πάνε να ζήσουν μαζί, το πιο ενδιαφέρον είναι λοιπόν αυτό που νιώθει η Βοϊτσίτα για την Αλίνα: προσπαθεί να συμβιβάσει μέσα της και τις δύο αγάπες, θέλει να χωρέσει στην καρδιά της και τον Θεό και την Αλίνα. Αλλά την Αλίνα διαφορετικά από πριν. Την κύρια θέση την έχει ο Θεός.

Στο «Περί Έρωτος και Άλλων Δαιμονίων» του Μάρκες, στον 18ο αιώνα ένας ιερέας που προσπαθεί να εξορκίσει τα δαιμόνια από μια κοπέλα, αυτομαστιγώνεται. Ένας άλλος ιερέας τον βλέπει. Τον ρωτάει τι έπαθε: «Το δαιμόνιο, πάτερ, το πιο τρομερό απ’ όλα». Έχει ερωτευθεί την κοπέλα. Στο «Πίσω από τους Λόφους» ο έρωτας παίρνει ξανά την μορφή του δαιμονισμού.

Το ότι η έμπνευση του Μουντζίου προήλθε από αληθινό γεγονός (δεν θα αποκαλύψω εδώ ποιό είναι) και ότι ξεκινώντας από αυτό έφτιαξε την ταινία που έφτιαξε, απλά μεγαλώνει τον σεβασμό και τον θαυμασμό. Σκηνοθετεί μη σκανδαλωδώς ένα θέμα που σκανδαλίζει, μη σοκαριστικά ένα θέμα που σοκάρει, σκηνοθετεί μη καταγγελτικά ένα θέμα που προσφέρεται για καταγγελία, σκηνοθετεί όχι προσφέροντάς μας καλούς και κακούς, όχι προσφέροντάς μας σκοτάδι εναντίον φωτός, αλλά σαν να πρόκειται για αρχαία τραγωδία ένα έργο όπου η κάθε πλευρά έχει το δικό της δίκιο και το δικό της νόμο.

Ο Μουντζίου τήνει την κάμερά του και αφήνει τις σκηνές να διαδραματίζονται, τους ηθοποιούς να παίζουν στο βάθος, σαν να κινηματογραφεί την πραγματικότητα. Στο φόντο πάντα κάτι διαδραματίζεται. Κι επίσης διαδραματίζεται και κάτι στο φόντο της ιστορίας που βλέπουμε. Στο αστυνομικό τμήμα όπου η Βοϊτσίτα πάει να βγάλει διαβατήριο, οι αστυνομικοί κουτσομπολεύουν συναδέλφους του – μια γιατρός φορτίζει το κινητό της και παίρνει την πιο ακατάλληλη και περίεργη ώρα τηλέφωνο μια φίλη της να κανονίσουν κάτι για αργότερα – δυο συνάδελφοι που οδηγούν ένα αυτοκίνητο και συζητούν για τον χειμώνα που κρατά φέτος πολύ: ο Μουντζίου μας λέει πως εκτός από την ιστορία που διηγείται και παρακολουθούμε η ζωή συνεχίζει να εξελίσσεται ταυτόχρονα, πως τίποτα το τόσο δραματικό για τη ζωή των συγκεκριμένων ηρώων δεν είναι και τόσο δραματικό για τον υπόλοιπο κόσμο, πως το μονοπώλιο της μίας ιστορίας είναι μια ακόμη μυθοπλαστική σύμβαση, την οποία καλό είναι να αποδομούμε.

Αν η Άννα Καρένινα είναι μια ταινία που αξίζει να δει κανείς παρόλη την βασική της αντίφαση, το «Πίσω Από τους Λόφους» όχι μόνο από αντιφάσεις δεν πάσχει, αλλά είναι μια πάρα πολύ σημαντική ταινία, με αρετές τόσο φανερές όσο και κρυμμένες, μια ταινία που όσο τη σκέφτεσαι τόσο περισσότερο την αγαπάς.