«Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου» λοιπόν (εδώ και το πολύ όμορφο σάιτ τους), μια από τις πιο συζητημένες ταινίες της χρονιάς και μάλλον η πιο μεγάλη της έκπληξη. Με θριαμβευτική πορεία από τις Κάννες (όπου κέρδισε τη Χρυσή Κάμερα) ως το Σάντανς (όπου κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο) και με εμφατική (όσο και προφανώς παντελώς ανέλπιστη όταν γυριζόταν η ταινία) είσοδο στις βασικές κατηγορίες των Όσκαρ, η ταινία έφτασε να συζητιέται στις ΗΠΑ από τον Ομπάμα που την σύστησε στην Όπρα, ως την Όπρα που την είδε, ενθουσιάστηκε και την σύστησε με τη σειρά της στα πλήθη.

Μια απομονωμένη από τον έξω κόσμο κοινότητα στα bayou της Νότιας Λουιζιάνας. Ένα νησάκι ονόματι Bathtub (δηλαδή «Mπανιέρα») που η τύχη του είναι περίπου προδιαγεγραμμένη: θα βουλιάξει στο νερό. Τα αναχώματα είναι για τους υπολοίπους. Το νησάκι βρίσκεται πέρα από το ανάχωμα, με αποτέλεσμα, αν οι κάτοικοί του δεν θέλουν να χαθούν μαζί με το νησί, να πρέπει αργά ή γρήγορα να το εγκαταλείψουν. Με μια πρώτη συμβατική ματιά του δικού μας κόσμου ζουν σε άθλιες συνθήκες, με το δικό τους μάτι όμως -και ειδικά με το μάτι του Γουίνκ, του αλκοολικού πατέρα της εξάχρονης Χασπάπι- ζουν στο καλύτερο μέρος της γης. Tο κάθε βλέμμα προσαρμόζεται στα στάνταρ του κόσμου του, τα οποία καθορίζουν έτσι τον τρόπο που κοιτάζουμε κάθε τι το διαφορετικό. Στο Μπάθταμπ έχουν μια οργανική σχέση με τη φύση, με τα ζωντανά, με τα ζώα και τα ψαρικά. Ο Γουίνκ εκτρέφει και μετά σκοτώνει ο ίδιος τα κοτόπουλα που τρώνε. Αντίθετα, πέρα από το ανάχωμα κοτόπουλο τρώνε μόνο σε κροκέτες. Στο ξεκίνημα της ταινίας η Χασπάπι βάζει το αυτί της και ακούει τις καρδιές των ζώων. Παντού και πάντα – μας λέει- οι καρδιές όλων των ζώων χτυπούν και μιλάνε η μία στην άλλη με τρόπους που δεν μπορεί να καταλάβει. Όταν όλα σωπαίνουν πίσω από τα μάτια της -θα πει σε άλλη στιγμή- βλέπει όλα όσα την δημιούργησαν να αιωρούνται σε αόρατα κομμάτια. Ο κόσμος του Μπάθταμπ είναι ένας και ενιαίος, ορατός και αόρατος μαζί.

Έδώ στο Μπάθταμπ έχουμε τις περισσότερες αργίες από όλον τον άλλο κόσμο μαζί. ‘Ενας κόσμος μποέμ, ένας κόσμος όπου η αίσθηση με την παραίσθηση δεν απέχουν και τόσο πολύ, ένα διαρκές μεθύσι να υποκαθιστά τη κανονική αντίληψη του κόσμου. Αν πρόκειται για παρακμή, είναι μια γλυκιά έως αξιοζήλευτη παρακμή. Η έντονη αίσθηση του ανήκειν, του τόπου, το να αρνείσαι με κάθε τίμημα να ενταχθείς στον τρόπο των πολλών. Ένας άλλος τρόπος ζωής. Μακριά από εφορίες και γραφειοκρατίες. Μακριά από την προκοπή. Μακριά από την πρόοδο. Μακριά από την ανέλιξη. Με πολύ λιγότερες σκοτούρες. Ένας κόσμος που επιθυμεί να ζει διαφορετικά, έξω από την παραδεδεγμένη κλίμακα αξιών, λιγότερο αλλοτριωμένα, με άλλους κώδικες.

Βασικό γνώρισμα των Αμερικάνων, τόσο μέσα όσο -όπως εδώ- έξω από τον κυρίαρχο πολιτισμό, το «μην μυξοκλαίς», το «πολέμα», το «κατάφερέ τα μόνος σου». Απλά εδώ η πάλη είναι πολύ πιο αρχέγονη, η σκληραγώγηση πιο αυθεντική, το έπαθλο δεν είναι ο θρίαμβος σε μια ιεραρχικά δομημένη κοινωνία, η αναρρίχηση, αλλά το να επιπλεύσεις, το να επιβιώσεις. Εδώ τα πτώματα επί των οποίων θα πατήσεις θα είναι μόνο τα πτώματα των ζώων για να τραφείς. Άνθρωποι χωρίς φιλοδοξίες. Άνθρωποι που δεν προσδοκούν να πάνε κάπου, κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. Θέλουν να μείνουν εκεί που είναι, να συνεχίσουν να ζουν όπως ζούσαν, μόνο που αυτό δεν είναι πια δυνατόν. Έτσι η καταιγίδα είναι ένα είδος τέλος του κόσμου. Γιατί ο τόπος σου είναι ταυτόχρονα και ο κόσμος σου, γιατί όλη σου η κουλτούρα και ο τρόπος ζωής σου είναι άρρηκτα δεμένος με αυτήν σου την απομόνωση, την ανεξαρτησία, τη μη λογοδοσία. Η Χασπάπι μαθαίνει να αντιμετωπίζει τις πάσης φύσεως απώλειές της με θάρρος, κοιτώντας τες στα μάτια.

Όλοι μιλούν για αυτό το πολύ μικρό κοριτσάκι με το διπλά περίεργο όνομα: Χασπάπι στην ταινία (το όνομά της το πήρε από αυτόν τον μεζέ), Κουβενζανέ  στην πραγματικότητα. Κουβενζανέ Γουάλις, η νεότερη στην ιστορία υποψήφια για όσκαρ. Όσο όμως όντως εντυπωσιακή κι αν είναι, κατά τη γνώμη μου αδικεί την ταινία η επικέντρωση σε αυτήν. Κατά τη γνώμη μου το ακόμα πιο εντυπωσιακό ταλέντο είναι αυτό του δημιουργού της ταινίας Μπεν Ζάιτλιν, που παίρνει τα πιο ευτελή υλικά και φτιάχνει εικόνες μαγείας. Γίνεται αρκετή αναφορά στον Τέρενς Μάλικ ως επιρροή, o Mάλικ όμως συνήθως εκστασιάζεται από τις εικόνες του και μοιάζει να αδιαφορεί για το αν ο θεατής είναι στον ίδιο βαθμό κοινωνός της έκστασής του. Στα «Μυθικά Πλάσματα του Νότου» η ποίηση δεν συγκρούεται με την αφήγηση της ιστορίας, αντίθετα συνυπάρχουν αρμονικότατα. Προσωπικά η ευαισθησία στην ματιά και ο τρόπος που ο Ζάιτλιν φτιάχνει ποίηση από το τίποτα μου φέρνουν στο νου περισσότερο την Τζέιν Κάμπιον. Θεματικά υπάρχει μια συγγένεια με τον Πίτερ Γουίαρ του αποκαλυπτικού «Τhe Last Wave» (και μπορεί κανείς να βρει και μια σινεφίλ αναφορά στο “The Cars that Ate Paris“), ενώ ακόμη και ο Ντέιβιντ Λιντς έρχεται στο νου, στον τρόπο που κινηματογραφούνται τα προϊστορικά κτήνη που ξυπνά με την φαντασία της η μικρή.

Το γεγονός πως ο Ζάιτλιν έχει πολύ μεγάλο ταλέντο είναι το ένα μόνο σκέλος της εξίσωσης. Το μέγιστο προτέρημα της ταινίας είναι ότι συνδυάζει την ντοκιμαντεριστική με την ποιητική ματιά. Δεν είναι φυσικά ντοκιμαντέρ, δεν υπάρχει νησάκι Mπάθταμπ (αν και υπάρχουν άλλα που του μοιάζουν) αλλά από την άλλη η ταινία έχει καρδιά ενός μεταλλαγμένου ποιητικού ντοκιμαντέρ. Η ματιά του καλλιτέχνη και η ματιά του λαογράφου παντρεύονται (καθόλου τυχαίο δεν είναι πως οι γονείς του σκηνοθέτη είναι λαογράφοι). Η παρουσίαση αυτού του άγνωστου στα μάτια μας κόσμου είναι μια χειρονομία με αυταξία, είναι μπορεί να πει κανείς μια όχι μόνο καλλιτεχνική αλλά και πολιτική πράξη. Χαίρεσαι να βλέπεις όλους αυτούς τους μη ηθοποιούς στους δεύτερους ρόλους και να ξέρεις πως κάπου εκεί κοντά ζούσαν και ζουν, και πως, ακόμη κι αν δεν ζουν με αυτόν τον τρόπο, πάντως ζουν με κάποιον παραπλήσιο.

Το να πεις πως «Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου» είναι κάτι εντελώς διαφορετικό ακόμη και για τα στάνταρ του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά δεν αρκεί. Η αξία του προφανώς δεν περιορίζεται στη διαφορετικότητά του και μόνο. Θες να περάσει λίγος χρόνος για να δεις πώς θα γράψει τελικά η ταινία μέσα σου, αν ο αρχικός εντυπωσιασμός θα υποχωρήσει ή αντίθετα θα μετουσιωθεί σε κάτι βαθύτερο και διαρκές. Σε κάθε περίπτωση όμως, τέτοιου είδους ταινίες σε κάνουν να ανανεώνεις την πίστη σου στη δυνατότητα ανανέωσης του κινηματογράφου, στη δυνατότητα του να εξακολουθεί να σε αιφνιδιάζει ως θεατή.