Η Τζάνις και η Τζίντζερ είναι γεννημένες από διαφορετικούς γονείς, υιοθετήθηκαν όμως και μεγάλωσαν από τους ίδιους. Η Τζάνις άλλαξε το όνομά της σε Τζάσμιν γιατί ήταν πιο σικ και ρομαντικό. Η Τζάσμιν εγκατέλειψε τις σπουδές της όταν την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε ο πρίγκιπας του παραμυθιού, ένας μερικά χρόνια μεγαλύτερός της και πολύ πλούσιος άνδρας, που της προσφέρει έκτοτε μια ονειρική σε υλικές συνθήκες ζωή. Η Τζίντζερ, που δεν άλλαξε το όνομά της ποτέ, παντρεύτηκε όχι πρίγκιπα, αλλά εργάτη. Όταν η Τζίντζερ έρχεται ταξίδι στη Νέα Υόρκη με τον άντρα της, η Τζάσμιν την θεωρεί βάρος και δε την φιλοξενεί στο σπίτι της, μολονότι είναι έπαυλη και έχει επαρκέστατο χώρο. Όταν ο άντρας της Τζάσμιν αποδεικνύεται μεγαλοαπατεώνας και φυλακίζεται, η Τζάσμιν χάνει τα πάντα. Η εφορία τους παίρνει το σπίτι και όλα τους τα υπάρχοντα. Η Τζάσμιν αναγκάζεται να αλλάξει πόλη, στάτους και κοινωνική τάξη. Η αδελφή της στο Σαν Φρανσίσκο τη δέχεται σπίτι της και δεν τη θεωρεί βάρος, μολονότι μεγαλώνει δύο παιδιά από το γάμο της που έχει στο μεταξύ λυθεί και μολονότι ετοιμαζόταν να συγκατοικήσει με το νυν φίλο της, που είναι κι αυτός μέλος της εργατικής τάξης.

Στην πρώτη σκηνή της ταινίας η Τζάσμιν μιλάει για τον εαυτό της σε μια γιαγιά που κάθεται δίπλα της στο αεροπλάνο. Στην προσγείωση η γιαγιά θα πει στον άντρα της πως μπήκε στη συζήτηση επειδή νόμιζε ότι η Τζάσμιν μιλούσε σε εκείνη. Τα νεύρα της Τζάσμιν έχουν κλονιστεί, με αποτέλεσμα να μονολογεί ενίοτε παραληρηματικά. Σε δυο τρεις σκηνές ακόμη ο Γούντι Άλεν θα δείξει με εξαιρετικό τρόπο την εξαιρετικά λεπτή τελικά γραμμή ανάμεσα στο να μιλάς σε έναν άλλο άνθρωπο και στο να μιλάς στον εαυτό σου. Η απόσταση από τη νόρμα ενός ανθρώπου για τον οποίον ο εκάστοτε συνομιλητής του είναι απλά ένα πρόσχημα για να λέει τα δικά του ως την ψυχολογική κατάρρευση και την ψυχική διαταραχή του παραληρηματικού μονολόγου δεν είναι τόσο μεγάλη. Υπάρχουν πράγματι άνθρωποι που μιλάνε στους άλλους ανθρώπους αδιαφορώντας παντελώς για τους άλλους ανθρώπους, που μιλάνε ανηλεώς για τον εαυτό τους και που οι διάλογοι τους είναι ουσιαστικά μονόλογοι. Οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη να μιλάνε για τον εαυτό τους θα το κάνουν τόσο σε γνωστούς όσο και σε αγνώστους. Και η Τζάσμιν είναι άνθρωπος κατεξοχήν εγωκεντρικός.

Η Τζάσμιν βλέπει την αδελφή της σαν κατώτερή της και γενικά βλέπει τους άλλους από ψηλά. Και μπορεί ο πρώην άντρας και ο νυν φίλος της Τζίντζερ να μην αποδέχονται αυτό το βλέμμα, την Τζίντζερ όμως σχεδόν την καθορίζει. Το αποδίδει στο ότι η Τζάσμιν έχει ισχυρότερα γονίδια, δεν αποκλείεται όμως το κόμπλεξ αυτό να της το δημιούργησε η ίδια, με το να της φερόταν πάντα ως κατώτερη. Κόμπλεξ κατωτερότητας της Τζίντζερ, κόμπλεξ ανωτερότητας της Τζάσμιν. Οι άνθρωποι της εργατικής τάξης είναι για την Τζάσμιν εξ ορισμού κατώτεροι. «Λούζερς» τους αποκαλεί. Η εργατική τάξη είναι η τάξη των λούζερς. Η Τζάσμιν πιέζει την Τζίντζερ να βρει κάποιον καλύτερο. Αυτά είναι τα αληθινά λαχεία της ζωής. Και όσο και αν σπεύδει κανείς να δει θετικά την Τζίντζερ, τον τρόπο που φέρεται στην Τζάσμιν, τον τρόπο που όταν ο κόσμος της καταρρέει, της ανοίγει το σπίτι της και την αγκαλιά της, όσο και αν είναι προτιμητέα αυτή η στάση από μια στάση εκδίκησης ή ακόμα και απόλυτα δικαιολογημένης αδιαφορίας, δεδομένου του τρόπου που της έχει φερθεί στο παρελθόν, δεν παύει να τίθεται το ερώτημα πού σταματάει η καλοσύνη και πού αρχίζει η θυματοποίηση. 

Αν η Μπλανς Ντυμπουά στο «Λεωφορείον ο Πόθος» στηριζόταν πάντα στην καλοσύνη των ξένων, η Τζάσμιν έζησε αρχικά στηριζόμενη στην εκμετάλλευση των ξένων από τον άντρα της και στη συνέχεια, όταν αυτός βγήκε εκτός εικόνας, στηρίχθηκε στην εκμετάλλευση της αδελφής της, ψάχνοντας μια δεύτερη ευκαιρία παραμυθιού σαν την πρώτη. Κι όταν τα πλούτη και η καλή ζωή ξανάρχονται με τη μορφή ενός διπλωμάτη με φιλοδοξίες πολιτικού, τα ερωτεύεται ξανά, όντας έτοιμη να επιστρέψει στο μόνο κόσμο που την ενδιαφέρει και στον οποίο ανήκει. Η Τζάσμιν ζει για τον εαυτό της και για το γυάλινο πύργο της. Kαι στον πρώτο γυάλινο πύργο που ζούσε δεν είχε κανένα πρόβλημα να «κoιτά από την άλλη πλευρά». Δεν ήθελε να ξέρει ούτε για οικονομικές απάτες ούτε για απιστίες. Υπάρχει ένα όριο όμως στο να κοιτάς αλλού. Όταν αναγκάζεσαι να δεις εκεί που δεν ήθελες, όταν το παραμύθι γκρεμίζεται, τότε καταλαβαίνεις πως το να εξαπατάει ο άλλος όλη την κοινωνία μπορείς να το ανεχθείς, αλλά το να εξαπατά εσένα όχι. Το παράδοξο όμως και συνάμα μια βασική επιτυχία της ταινίας -τόσο του τρόπου με τον οποίο είναι γραμμένος ο ρόλος της Τζάσμιν, όσο και του τρόπου με τον οποίο τον ενσαρκώνει η Μπλάνσετ- είναι πως ενώ είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεις ένα καλό στοιχείο στην Τζάσμιν, είναι και ένας άνθρωπος που τελικά περισσότερο συμπονάς παρά αντιπαθείς, ένας άνθρωπος που δε θες την τιμωρία του, αλλά μάλλον τη λύτρωσή του.

Ο Γούντι Άλεν με τη «Θλιμμένη Τζάσμιν» υπογράφει τη 45η ταινία του, την καλύτερή του των τελευταίων ετών. Στους δεύτερους ρόλους κάνει ασυνήθιστες, αλλά εξαιρετικά επιτυχημένες επιλογές, όπως αυτήν του χαρισματικού Μπόμπι Καναβάλε, υποψήφιου για Έμυ για το Βoardwalk Empire και δύο stand up κωμικών, του Λούις Σι Κέι και του Άντριου Ντάις Κλέι. To ότι τους βάζει σε δραματικούς ρόλους είναι ίσως ενδεικτικό και της αέναης παλάντζας του ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό. Η Σάλι Χόκινς είναι εξαιρετική ως Τζίντζερ και η Κέιτ Μπλάνσετ παίρνει το ρόλο της Τζάσμιν και τον πηγαίνει με τις αποχρώσεις στην ερμηνεία της μερικές σκάλες πιο πάνω από ό,τι θα φανταζόταν και ο ίδιος ο Άλεν όταν τον έγραφε.