Η φυσική τάξη των πραγμάτων: Είναι μια ξεχωριστή ημέρα στη ζωή του καθηγητή Σκόλνικ, καθώς σήμερα γίνεται μέλος της Ισραηλινής Ακαδημίας. Ακούμε να απαριθμούνται όλα τα επιτεύγματά του, επιτεύγματα αξιοζήλευτα όχι για μία, αλλά για περισσότερες ζωές. Μαζί μας τα ακούν, καθισμένοι δίπλα δίπλα στην αίθουσα που γίνεται η τελετή, ο πατέρας και ο γιος, οι καθηγητές (μελετητές του Ταλμούδ) Ελιέζερ και Ουριέλ Σκόλνικ. Ο γιος είναι λίγο πάνω απ’ τα 40, ο πατέρας λίγο κάτω απ’ τα 70. Η κάμερα έχει εστιάσει πάνω τους. Όταν η απαρίθμηση τελειώνει και ο καθηγητής Σκόλνικ καλείται για να τιμηθεί, προς έκπληξή μας σηκώνεται ο γιος και όχι ο πατέρας. Η φυσική τάξη των πραγμάτων διαταράσσεται. Προς ακόμα μεγαλύτερη έκπληξή μας, καθώς η κάμερα έχει μείνει στο ίδιο σημείο και ο γιος έχει σηκωθεί για να εκφωνήσει τον ευχαριστήριο λόγο του, ο πατέρας είναι εμφανέστατα στραβωμένος. Σηκώνεται τελευταίος να χειροκροτήσει, χειροκροτεί με το ζόρι, κάθεται πρώτος. Μα τι είδους πατέρας είναι αυτός που δεν καμαρώνει για το γιο του; Εδώ κι αν διαταράσσεται η φυσική τάξη πραγμάτων.

Παρά λίγο: Ο πατέρας μολονότι δεν είναι διόλου αμελητέα ποσότητα επιστημονικά (ήταν μάλιστα για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια υποψήφιος για το βαρύτιμο «Βραβείο του Ισραήλ», δεν κατάφερε όμως να το πάρει ποτέ), απέχει παρασάγγας από την επιτυχία του γιου του. Σαράντα χρόνια κάθε μέρα κάνει τη διαδρομή σπίτι – βιβλιοθήκη. Έχει φάει όλη του τη ζωή χωμένος στην μελέτη του Ταλμούδ. Επί δεκαετίες κοπιαστικά και με την επιμονή μυρμηγκιού συνέθετε την μεγάλη του μελέτη για μια διαφορετική ερμηνεία του Ταλμούδ. Όταν επιτέλους την ολοκλήρωνε, η περιορισμένη φήμη του θα γινόταν ευρεία, θα αναγνωριζόταν απ’ όλους το μέγεθος του έργου του και το μέγεθος του ιδίου. Λίγο μόλις καιρό όμως πριν την δημοσιεύσει, ένας άλλος καθηγητής έπεσε συμπτωματικά σε ένα βιβλίο σε μια βιβλιοθήκη ευρωπαϊκού μοναστηριού, που αποδείκνυε τη θεωρία του. Πρόλαβε και έκανε πρώτος τη δημοσίευση, η μελέτη του πατέρα ήταν πλέον δεύτερη, ο άλλος καθηγητής έλαβε όλες τις δόξες, τις τιμές και τα αξιώματα.

Τα κεραμικά θραύσματα: Ο γιος είναι κοινωνικός, ο πατέρας είναι μονίμως στριφνός, με συμπεριφορά στα όρια του αυτισμού. Ο γιος ζει και διαπρέπει στον κόσμο, ο πατέρας ζει στην κοσμάρα του. Ο πατέρας είναι βιβλιοπόντικας, ο γιος είναι επικοινωνιακός και χαρισματικός. Φέρνει και εμφανισιακά στον Ζίζεκ. Και εγώ και ο γιος μου θα πει σε μια φάση ο πατέρας -και δεν θα το πει ιδιωτικά, αλλά δημόσια, σε συνέντευξη σε εφημερίδα- μελετάμε κεραμικά θραύσματα. Εγώ τα μελετώ με προσοχή, τα εξετάζω σιγά σιγά ώστε να πιστοποιήσω με σιγουριά σε ποιά εποχή ανήκουν και να μεταδώσω τη γνώση στις επόμενες γενιές. Ο γιος μου έχει το χάρισμα να φτιάχνει πράγματα. Παίρνει ένα θραύσμα από εδώ κι ένα από εκεί και σου φτιάχνει ένα αγγείο. Που όμως μπορεί να είναι απλά μια δεξιοτεχνική απάτη, τα θραύσματα μπορεί να ανήκουν σε διαφορετικές εποχές, το αγγείο του μπορεί να μη σημαίνει τίποτα. Το μέλι δεν στάζει απλά· ρέει από το πατρικό στόμα.

Ο μικρόκοσμος των πανεπιστημιακών: Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γιόζεφ Σένταρ εξηγεί το λόγο για τον οποίο επέλεξε να κάνει μια ταινία επικεντρωμένη στο Τμήμα Μελέτης του Ταλμούδ του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ: «Είναι το μικρότερο Τμήμα στο Πανεπιστήμιο, αλλά είναι παγκοσμίως γνωστό για τις ασυμβίβαστες μεθόδους του και την αμείλικτη στάση που έχει απέναντι στα λάθη. Μόλις άρχισα να ακούω ιστορίες μέσα από το το Τμήμα, σχετικά με μυθικές αντιπαλότητες μεταξύ των καθηγητών, την επική ξεροκεφαλιά, τους εκκεντρικούς καθηγητές που ζουν μέσα σε μια ακαδημαϊκή αποστολή που έχει για αυτούς μεγαλύτερη σημασία κι από την ίδια τη ζωή, ακόμη κι αν το θέμα είναι βαθιά ελιτίστικο, τις ερωτεύτηκα και έγιναν το κέντρο της ιστορίας μου». Σε μια σκηνή, ένας που βρίσκεται πιο κάτω από τον γιο στην ιεραρχία του Τμήματος, λέει σε έναν που βρίσκεται ακόμη πιο κάτω, ότι στον γιο «αρέσουν οι μετρημένες κολακείες. Αν δεν συμφωνείς με τις επιστημονικές του θεωρίες, δεν θα κάνει τίποτα φωναχτά, αλλά είναι εξαιρετικά πιθανό μια μέρα να βρεις τον εαυτό σου έξω από το Τμήμα». Ο ίδιος άνθρωπος σε μια άλλη σκηνή παίζει σκουός με τον γιο (και φυσικά ο γιος τον συντρίβει). Όταν στα αποδυτήρια ο γιος διαπιστώσει ότι κάποιος έκλεψε τα ρούχα του, θα προσφερθεί να του δώσει να φορέσει τα δικά του, αφού όμως πρώτα στο άκουσμα της κλοπής δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα μειδίαμα στο πρόσωπό του. Δουλικότητα, ζηλοφθονία, περιορισμός πρόσβασης σε κονδύλια και χειρόγραφα. Μεγάλοι επιστήμονες – μικροί άνθρωποι. Μεγάλα εγώ – μικροπρέπειες. Τα απότοκα της μικρής πίτας.

Το δωματιάκι: Σε μια σκηνή της ταινίας γίνεται μια ανεπίσημη σύσκεψη στο Υπουργείο Παιδείας, με επτά συνολικά ανθρώπους, στενούς συμβούλους της Υπουργού και άλλους σημαντικούς παράγοντες, σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί μάλλον έναν τόσο στενό χώρο αφενός για να δημιουργήσει κωμικές καταστάσεις και να υπονομεύσει τη δραματικότητα του θέματος που συζητιέται, αφετέρου για να δημιουργήσει σκηνές έντασης. Ωστόσο, δεν παύει να μου έρχεται στο νου μια συνέντευξη προ μηνών της Άννας Διαμαντοπούλου στο γραφείο της στο Υπουργείο Παιδείας, γραφείο που έχει έκταση περίπου ίση με ποδοσφαιρικό γήπεδο.

Όλα αυτά που θα χάσει: Σε μια άλλη σκηνή ο γιος εκμυστηρεύεται στη γυναίκα του ότι είδε σήμερα τον γέρο πατέρα του να μιλάει σε μια επίσης ηλικωμένη συνάδελφό του με μια οικειότητα που του φάνηκε ύποπτη. Αναρωτιέται αν ο πατέρας του ζει όλα αυτά τα χρόνια και μια παράλληλη μυστική ζωή. «Μα πώς θα μπορούσε;», συνεχίζει. «Έχει να χάσει τόσα πολλά». Η γυναίκα του φυσικά και δικαίως αρχίζει να τον ρωτάει αν εκείνος της είναι πιστός από φόβο κι όχι από αφοσίωση και κάπου εκεί η ταινία γίνεται πολύ επεξηγηματική, ωστόσο αφενός βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τον ήρωα, πόσο πολύ απολαμβάνει το κοινωνικό στάτους της ζωής του και αφετέρου προσθέτει μια ακόμα απόχρωση στη ζωή των δύο βασικών ηρώων, κάνοντας τους ακόμα περισσότερο αληθινούς.

Πατέρας και γιος: Μολονότι η οικογένεια του γιου είναι γεμάτη από κόρες, κανείς δεν ασχολείται μαζί τους. Όχι λοιπόν, το θέμα δεν είναι καθόλου οι κόρες του, το θέμα είναι ο δικός του γιος, τον οποίο πίεσε τρελά να πάει στο Πανεπιστήμιο από τα 14 και τώρα αυτός μερικά χρόνια αργότερα κάθεται όλη μέρα και δεν κάνει τίποτα, καταπιεσμένος ίσως από το ασήκωτα βαρύ φορτίο.της σκιας του πατέρα του και του παππού του. Ο Ουριέλ μπορεί τελικά να αποδεικνύεται ένας συγκινητικά και με αυταπάρνηση καλός γιος, αλλά αποδεικνύεται παράλληλα κι ένας θλιβερά κακός πατέρας. Αν το πρόβλημα του πατέρα του είναι ότι τον ξεπέρασε ο γιος του, το δικό του είναι να μην μείνει ο γιος του πολύ πίσω. Μήπως το ιδανικό είναι ο γιος μας να γίνεται ένα μικρό μας αντίτυπο, αλλά όχι τόσο λαμπερό όσο εμείς, μήπως θέλουμε τα παιδιά μας να μας μιμούμαστε αλλά να μην μας ξεπερνούν, μήπως ζηλεύουμε ακόμα και τα παιδιά μας όταν πετυχαίνουν πράγματα που εμείς δεν πετύχαμε;

Οι δυο καταξιώσεις: Ο πατέρας που έχει περάσει μια ζωή στερημένος από την τελική αναγνώριση, βλέπει το γιο του να παίρνει με τη σέσουλα τους τίτλους, τις θέσεις και τις τιμές. Ο πατέρας έχει τεράστια ιδέα για τον εαυτό του, τόσο τεράστια που θεωρεί τον εαυτό του αληθινό επιστήμονα και τους άλλους κάλπηδες, αλλά δεν παύει να λαχταρά για την απ’ έξω καταξίωση. Ό,τι ιδέα -ή και βεβαιότητα- κι αν έχεις για τον εαυτό σου, όταν αυτή η ιδέα βρίσκει στην πραγματικότητα τοίχο κι όχι καθρέφτη, όταν δεν αντανακλάται κάπου έξω από σένα, καταβάλλεσαι. Μπορεί να συγκριθεί με τίποτα αυτού του είδους η καταξίωση, η καταξίωση στα μάτια των πολλών; Ναι, με την καταξίωση στα μάτια του ενός, με την πατρική καταξίωση. Συνήθως ξεκινάμε τη ζωή μας καταξιωμένοι στα μάτια των γονιών μας και στην πορεία ψάχνουμε να τη βρούμε και στα μάτια των πολλών. Εδώ ο γιος είναι καταξιωμένος από τους πολλούς, αλλά όχι από τον πατέρα του. Στην πορεία της ταινίας όταν ο γιος θα χρειαστεί να κοιτάξει λίγο πέρα από τον μύθο του πατέρα του και να προσπαθήσει να εξηγήσει με λεπτομέρειες, γιατί ο πατέρας του είναι ένας ξεχωριστός επιστήμονας, θα διαπιστώσει πως ο μύθος του είχε θολώσει την κρίση. Σε παράλληλο μοντάζ παρακολουθούμε τον μεν πατέρα να κατεδαφίζει τα όσα ο γιος του έχει πετύχει και τον γιο να προσπαθεί να βγάλει από την μύγα ξύγκι για να αναδείξει το ιδιαίτερο στο έργο του πατέρα του. Και μόνο αυτή η σκηνή θα αρκούσε να καταλάβουμε γιατί το «Γράψε Λάθος» πήρε το βραβείο σεναρίου στις Κάννες και ήταν υποψήφιο για όσκαρ ξένης ταινίας, αλλά φυσικά δεν είναι μόνο αυτή η σκηνή, είναι όλη η ταινία αληθινά πλούσια και ασυνήθιστη θεματικά, είναι όλη η ταινία που θα είναι κρίμα να περάσει απαρατήρητη.