Λος Άντζελες, κάπου στο κοντινό ή πάντως στο όχι εξαιρετικά μακρινό μέλλον. Mε τη βοήθεια της υποψήφιας για Όσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης, ο Σπάικ Τζόνζι μας βάζει στο «Δικός της» μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει ταυτόχρονα προωθημένος και οικείος, όπως συμβαίνει και αναφορικά με τη λίαν προωθημένη, αλλά τελικά με στοιχεία οικειότητας τεχνολογική πραγματικότητα που διαδραματίζεται η ταινία. Ο Θίοντορ Τουόμπλι δουλεύει σε μια εταιρεία που συντάσσει προσωπικές επιστολές για λογαριασμό άλλων. Ο Θίοντορ είναι ο καλύτερος γραφιάς της εταιρείας. Στο παρελθόν, όταν ήταν ακόμα ευτυχισμένος, υπήρχαν μέρες που τον γέμιζε τόσο η δουλειά του, που ένιωθε πως ήταν ο καλύτερος συγγραφέας του κόσμου. Ο Θίοντορ μέσα από τις επιστολές υποδύεται φωνές άλλων, μπαίνει μέσα σε διαπροσωπικές σχέσεις και παίζει το ρόλο του συντρόφου, του εραστή, του πατέρα. Είναι κι ο ίδιος, υπό αυτήν την έννοια, ένα είδος λειτουργικού συστήματος, η ίδια του η δουλειά τον καλεί να παίξει το ρόλο της εικονικής επαφής. Είναι ένας προσομοιωτής συναισθημάτων που όμως βάζει τον εαυτό του στα γράμματα, που αποτελούνται έτσι κατ’ αποτέλεσμα από αλήθεια κι από μη αλήθεια. Ίσως σε μερικούς λειτουργεί ως Συρανό, ίσως κατορθώνει να βάλει σε λέξεις αυτό που όντως οι ίδιοι αισθάνονται, αλλά δεν μπορούν να το εκφράσουν, ίσως σε μερικούς το υπερβαίνει. Και το να βάζεις κάτι σε λέξεις, να το ορίζεις, δε λειτουργεί από μόνο του ως μια νέα ονοματισμένη πραγματικότητα;

Ο Θίοντορ είναι εδώ και καιρό χωρισμένος από την παιδική του αγάπη και γυναίκα της ζωής του, αλλά δεν υπογράφει τα χαρτιά του διαζυγίου. «Μερικές φορές σκέφτομαι πως έχω νιώσει όλα όσα πρόκειται ποτέ να νιώσω. Πως από εδώ και πέρα δεν πρόκειται να νιώσω κάτι καινούργιο, παρά μόνο ασθενέστερες εκδοχές πραγμάτων που έχω ήδη νιώσει» θα πει. «Το παρελθόν είναι απλά μια ιστορία που διηγούμαστε στον εαυτό μας» θα πει. «Την άφησα μόνη της στη σχέση» θα πει. Αλλά δεν είναι απαραίτητο πως φταίει και τόσο για το χωρισμό τους. Τι πιο πολύπλοκο από τις σχέσεις ανθρώπου με άνθρωπο; Είναι πιο εύκολο να γράφεις ωραία λόγια, παρά να ανταποκρίνεσαι στην ολότητα μιας σχέσης, όχι γιατί δεν εννοείς τα ωραία λόγια, αλλά γιατί ίσως δεν αρκεί το πώς αισθάνεσαι, δεν είναι μονοσήμαντο το πώς αισθάνεσαι, αλλά μεσολαβούν και ένα σωρό άλλοι παράμετροι, συμπεριλαμβανομένων των ρόλων στους οποίους απαιτείς ο άλλος να ανταποκριθεί.  

Ο χωρισμένος και κατ’ επάγγελμα και κατά φύση ρομαντικός Θίοντορ αγοράζει την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Λειτουργικά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που συνομιλούν μαζί σου. Πριν γίνει η εγκατάσταση του συστήματος στον υπολογιστή, τον ρωτάνε αν θέλει το λειτουργικό σύστημα να είναι άντρας ή γυναίκα. Δεν το είχε καν σκεφτεί με αυτούς τους όρους. Επιλέγει να είναι γυναίκα. Μόλις εγκαθίσταται, η πρώτη ερώτηση που της κάνει, από αμηχανία περισσότερο, είναι «πώς σε λένε;» και από την πρώτη στιγμή που εκείνη επιλέγει το όνομα «Σαμάνθα» αρχίζει να εξελίσσει τον εαυτό της και την προσωπικότητά της. Και θα αρχίσει να αναπτύσσεται μεταξύ τους μια σχέση τέτοια που όταν ο Θίοντορ της πει ότι δεν έχει ξανααγαπήσει έτσι να ξέρουμε ότι το εννοεί. Είναι λιγότερο έρωτας ο έρωτας για κάποια που δεν βλέπεις, για κάποια που δεν έχει πρόσωπο και σώμα; Μπορεί να ονομαστεί έρωτας; Δε συμβαίνει συχνά ήδη στη δική μας τεχνολογική πραγματικότητα; Το να αγαπάς τον άλλο ως πνεύμα είναι κατώτερη ή μήπως ανώτερη μορφή έρωτα; Και η ανθρώπινη παρουσία, η ανθρώπινη αύρα, η φυσική υπόσταση του άλλου; Είναι ούτως ή άλλως τρελό να ερωτεύεσαι, θα του πει μια φίλη του: «Ο έρωτας είναι μια μορφή κοινωνικά αποδεκτής παράνοιας».

Η ταινία δεν είναι ένα όχημα για να μιλήσει για την αποξένωση ή για να κριτικάρει την τεχνολογία. Χρησιμοποιεί την τεχνολογία και εφευρίσκει μια νέα για να πει την ιστορία της πέρα από ταμπέλες. Στην ταινία, οι κάτοικοι στους δρόμους να περπατάνε συνομιλώντας με το λειτουργικό τους σύστημα, αποκομμένοι στην κοσμάρα τους. Το πετυχαίνουμε ήδη και στους δρόμους της δικής μας πραγματικότητας. Η απόλυτα προσωπική σχέση με το γκατζετάκι μας. Το να γίνεται ο κόσμος μας το κινητό μας. Ίσως ακόμα και τώρα οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης να είναι μια μορφή κοινωνικοποίησης. Ίσως το απώτερο στάδιο να είναι να μιλάς απευθείας με το μηχάνημα, το μηχάνημα να μη γίνεται μέσο που σε φέρνει σε επαφή με άλλους άνθρωπους και τον κόσμο, αλλά να αυτονομείται ως επαφή, να γίνεται ο αγαπημένος σου άνθρωπος και όλος σου ο κόσμος. Αλλά ένα τέτοιου είδους μηχάνημα σαν αυτό της ταινίας δεν είναι μηχάνημα, είναι κάτι άλλο. Δεν είναι εικονική σχέση αυτή που αναπτύσσεται μαζί του. Μηχανικό, ψεύτικο και γελοίο είναι το σάιμπερ σεξ που ο Θίοντορ κάνει στην αρχή της ταινίας με αληθινό άνθρωπο που μόλις πέτυχε σε τσατ ρουμ, όχι αυτό που θα κάνει με τη Σαμάνθα.

Είναι θλιβερό να είναι ερωτευμένος ένας άνθρωπος με ένα μη άνθρωπο; Όπως το ακούς έτσι από μόνο του, είναι. Αλλά στην πραγματικότητα της ταινίας, όχι δεν είναι. Μπαίνοντας λίγο στο χαρακτήρα της Έιμι Άνταμς, που η σχέση της με το δικό της λειτουργικό σύστημα είναι φιλική, ενώ γελάει μας κακοφαίνεται περισσότερο, επειδή βλέπουμε έναν άνθρωπο να μιλάει σε μια φωνή, επειδή δεν έχουμε μπει στη μεταξύ τους σχέση, όπως έχουμε μπει στη σχέση μεταξύ του Θίοντορ και της Σαμάνθα. Ο Τζόνζι παίρνει την παρούσα κατάσταση για να οραματιστεί μια μελλοντική και πάνω σε αυτήν όχι να ηθικολογήσει, αλλά να πει μια ιστορία για τη φύση της ανθρώπινης επαφής. Σαν να λέει πως στην τεχνητή νοημοσύνη και στο τεχνητό συναίσθημα εκείνο που έχει σημασία είναι η νοημοσύνη και το συναίσθημα, όχι το ότι είναι τεχνητά. Και πως, αν το λειτουργικό σύστημα δεν μπορεί να είναι ποτέ άνθρωπος, δε σημαίνει πως δεν μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι άλλο, σε κάτι που θα είναι η δική του αλήθεια βάσει της δικής του νοημοσύνης και του δικού του συναισθηματικού κόσμου.

Μια καθαρίστρια που φαίνεται στο βάθος του φόντου προς το τέλος της ταινίας να καθαρίζει ένα από αυτά τα φουτουριστικής αισθητικής κτίρια δημιουργεί ένα άλλης τάξης θέμα. Aυτός ο κόσμος της πριβέ αποξένωσης και ταυτόχρονα της πριβέ πλήρωσης θα αφορά τους πάντες ή μόνο το ποσοστό της κοινωνίας που θα μπορεί να το αντέξει οικονομικά; Έχει η καθαρίστρια την οικονομική δυνατότητα για όλα αυτά τα τεχνολογικά κόλπα; Ή μήπως πάει ανάποδα, όσο εξαπλώνεται η τεχνολογία τόσο πιο προσβάσιμη γίνεται σε όλους;  

‘Ολες οι ανθρώπινες σχέσεις στην ταινία είναι αποτυχημένες, τρακάρουν, αλλά ούτε και αυτό προβάλλεται ως αδιέξοδο. Ο Τζόνζι εξετάζει με τρυφερότητα και κατανόηση και το μεν και το δε, καθώς όπως ακριβώς δεν κουνάει το δάκτυλο μπροστά σε κινδύνους αποξένωσης κ.λπ., έτσι δεν το κουνάει με απελπισία μπροστά στις συχνές αποτυχίες των ανθρώπινων σχέσεων. «Είναι αναπόφευκτο να πληγώσεις τον άλλον. Η ζωή είναι μικρή και δικαιούμαστε χαρά».

Ο Γιόακιν Φίνιξ παίρνει για μία ακόμη φορά ένα ρόλο και τον παίζει με τρόπο που δυσκολεύεσαι να σκεφτείς άλλον στη θέση του. Η Σκάρλετ Γιόχανσον δεν προσφέρει απλώς τη φωνή της, η φωνή της συνδιαμορφώνει την ταινία, κι όπως ακριβώς καταλαβαίνεις ότι δε διαβάζει απλά το ρόλο της, αλλά πίσω από αυτήν τη φωνή, αυτόν το χρωματισμό, υπάρχει ένα πρόσωπο, μια προσωπικότητα, έτσι ακριβώς καταλαβαίνεις ότι και η Σαμάνθα δεν είναι μηχανή αλλά πνεύμα και συναίσθημα και τελικά και παρουσία, αύρα και υπόσταση. Ο Σπάικ Τζόνζι βγαίνει οριστικά από τη σκιά του Τσάρλι Κάουφμαν και κάνει μια ταινία για την οποία και ο ίδιος ο Κάουφμαν θα ήταν υπερήφανος.