Η ομίχλη του πολέμου: «Το Πρόσωπο της Ομίχλης» του Σεργκέι Λόζνιτσα ξεκινά με ένα καλοκουρδισμένο μονόπλανο. Βρισκόμαστε στο 1942, στα δυτικά σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης, στην υπό ναζιστική κατοχή Λευκορωσία, και τρεις άνδρες οδηγούνται στην κρεμάλα. Καθώς τους οδηγούν εκεί, στην πλατεία του χωριού ακούγονται λογύδρια για το πόσο ακατανόητο και μάταιο είναι που μερικοί να εξακολουθούν να μην αντιλαμβάνονται πόσο φίλοι μας είναι οι Γερμανοί και πως είναι εδώ για να ανοικοδομήσουν τον τόπο. Κανονικά έπρεπε να είναι τέσσερεις οι άνδρες που θα οδηγούνταν στην κρεμάλα, γιατί τέσσερεις συνελήφθησαν ως συνεργοί της ίδιας πράξης. Ο ένας τους όμως αφέθηκε ελεύθερος. Έτσι, όταν ένα βράδυ δυο παρτιζάνοι φτάνουν στο σπίτι του βαθιά μέσα στο δάσος, όπου ζει με τον μικρό του γιο και την όμορφη γυναίκα του, και τον καλούν να έρθει μαζί τους, είναι σαφές ότι δεν τον θέλουν για καλό σκοπό. «Περίμενα ότι θα ερχόσασταν». «Άρα ομολογείς πως είσαι ένοχος;». «Δεν είμαι ένοχος για τίποτα». Λέει αλήθεια; Αν δεν τον άφησαν ελεύθερο επειδή πρόδωσε τους υπόλοιπους, γιατί να τον άφησαν; Κι ακόμα κι αν λέει αλήθεια, μπορεί κανείς να μην είναι ένοχος για τίποτα; Ό,τι κι αν θα έλεγε ο Κάφκα επ’ αυτού, η ταινία θα επικεντρωθεί στους δύο παρτιζάνους και τον κατηγορούμενο ως προδότη και στις επιλογές που καλούνται να πάρουν μέσα στην ομίχλη του πολέμου, παρεμβάλλοντας στην πορεία ένα φλας μπακ για τον καθένα τους, το οποίο μας βοηθά να τους σκιαγραφήσουμε καλύτερα.

«Ο πόλεμος είναι ένα τοπίο αβεβαιότητας. Τα τρία τέταρτα όλης της δράσης στον πόλεμο είναι κατά το μάλλον ή ήττον τυλιγμένα σε μια ομίχλη αβεβαιότητας. Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται είναι ένα καθαρό, διεισδυτικό μυαλό για να εντοπίσει την αλήθεια, στηριγμένο στη δική του κρίση και μόνο»: από αυτήν την φράση του Κλαουζεβιτς καθιερώθηκε ο όρος «ομίχλη του πολέμου» και η ταινία μιλά κατ’ εξοχήν για αυτήν την ομίχλη. «Επί 37 χρόνια, μια ολόκληρη ζωή, όλοι στο χωριό με σέβονταν και ήξεραν τι άνθρωπος είμαι. Τώρα γιατί με θεωρούν όλοι προδότη, πόσο πολύ να με αλλάξει ο πόλεμος;». «Ο άνθρωπος είναι ευμετάβλητο ον, ειδικά όταν πρόκειται για την επιβίωσή του», θα του απαντήσουν. Είναι όμως η επιβίωση το υπέρτατο αγαθό ή αν σε θεωρούν όλοι προδότη είσαι χειρότερος κι από νεκρός, είσαι ένας ντροπιασμένος νεκροζώντανος που το όνειδος του ονόματός σου θα ακολουθεί τη γυναίκα σου και το παιδί σου; Η εσωτερική ερμηνεία του Βλάντιμιρ Σβίρσκιυ, στον ρόλο του Σισένια, συνεισφέρει στο να μας προσφέρει έναν ούτως άλλως αξιομνημόνευτο σε υπαρξιακό επίπεδο ήρωα.

Η ταινία έχει το βασικότατο προτέρημα να αρχίζει και να τελειώνει με ευρηματικούς κινηματογραφικά τρόπους. Το βασικό σώμα της όμως έχεις την αίσθηση πως διαρκεί περισσότερο από όσο θα έπρεπε, πως συχνά οι ήρωες περιφέρονται μέσα στο δάσος χωρίς να είναι τόσο απαραίτητο ούτε δραματουργικά (όσο κι αν η περιφορά τους συνιστά και μια μεταφορά για την ομίχλη του πολέμου) ούτε αισθητικά (παρά την υπέροχη φωτογραφία του Όλεγκ Μούτου, διευθυντή φωτογραφίας και στο «Πίσω από τους Λόφους»).

Το πρόσωπο της άνοιξης: Σε αντιδιαστολή με την ομίχλη του πολέμου, η διαύγεια μιας ανοιξιάτικης μέρας: μια από τις πιο υποτιμημένες ψυχοθεραπευτικές και μυσταγωγικές εμπειρίες είναι το να περπατάς χωρίς να πηγαίνεις κάπου, το να περπατάς σαν βόλτα, ή ούτε καν σαν βόλτα, το να περπατάς ας πούμε τα δέκα λεπτά που έχεις να σκοτώσεις μέχρι να αρχίσει ένα κυριακάτικο απόγευμα «Το πρόσωπο της ομίχλης». Οι ανοιξιάτικες μέρες είναι η πιο κατάλληλη εποχή για να αγχώνεσαι για κάτι που επίκειται ή για να καταβάλλεσαι για κάτι που έχει προηγηθεί: όποιο κι αν είναι το μέγεθος και η αιτία του άγχους ή της στενοχώριας, μοιάζουν μπροστά στο μέγεθος και τη σημασία της ηλιόλουστης ημέρας σχεδόν εκτός θέματος. Οι ανοιξιάτικες ημέρες υπαινίσσονται πως το νόημα της ύπαρξης είναι το φως της καλοκαιρίας και πως όλα τα υπόλοιπα νοήματα είναι εν τέλει δευτερεύοντα.

Ένα άλογο και ένας σκύλος: Σε μια πολύ όμορφη σκηνή παρακολουθούμε ένα αυτοκίνητο να έρχεται από μακριά, περνώντας δίπλα από ένα μικρό λιβάδι, στο οποίο δεσπόζει ένα μαύρο άλογο. Το άλογο αρχικά κοιτάζει αλλού, μετά στρέφει το κεφάλι του προς το αυτοκίνητο που πλησιάζει, κι όταν αρχίζει να απομακρύνεται επιστρέφει στην κοσμάρα του, ξαναστρέφοντας το κεφάλι προς τα εκεί που κοιτούσε πρώτα. Λίγο πριν μπω στο σινεμά ένα σκυλί σε ένα μπαλκόνι γαβγίζε και κουνούσε την ουρά του. Σκέφτομαι πως για εκείνο είναι μια σκέτα όμορφη μέρα χωρίς θλίψεις ή άγχη. Μήπως όμως τα ζώα συγκινούνται λιγότερο από αυτήν την ομορφιά; Ή απλά είχαν τη σοφία να μην κάνουν όλη αυτήν την παράκαμψη από τα θεμελιώδη, την παράκαμψη που αποκαλούμε ευφημιστικά πολιτισμό, είχαν δηλαδή την σοφία να μην αφήσουν τον λόγο να μολύνει τις αισθήσεις τους, να μην αφήσουν τα ζόρια της κοινωνίας να τους εμποδίσουν από το να ζουν τις μέρες τους, έτσι, σκέτα, χωρίς πολλά πολλά. Και πιθανώς να το παράκανα σήμερα με αυτού του είδους τις παρεκβάσεις, αλλά εξαρχής έτσι ήταν η φύση αυτής της στήλης, όχι λόγια αυστηρά περιορισμένα σε μια ταινία, αλλά διάλογος με την εκάστοτε ταινία, όπου αυτή θα λέει τα δικά της κι εγώ τα δικά μου, όπου άλογα σε κινηματογραφικά κάδρα θα συνομιλούν με σκυλιά σε μπαλκόνια έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες. Ή που μάλλον δεν θα συνομιλούν, θα εξακολουθούν να μένουν στην κοσμάρα τους, ζώντας ευτυχισμένα, ή έστω πέρα από την ευτυχία και την δυστυχία, εκεί που το τι μέρα κάνει έξω δεν είναι κάτι άξιο παρατήρησης και στοχασμού, αλλά μια πραγματικότητα οργανικά δεμένη με το είναι τους.