Το «Ιnside Llewyn Davis» ξεκινά με τον Όσκαρ Άιζακ να τραγουδά μόνος με την κιθάρα του στη σκηνή, λουσμένος κάτω από την υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Μπρουνο Ντεμπονέλ. Με μια ακόμη αντισυμβατική επιλογή των Κοέν, τα πρώτα λεπτά της ταινίας είναι το τραγούδι του, ολόκληρο το τραγούδι του και μόνο το τραγούδι του. Το κοινό τον παρακολουθεί εντελώς προσηλωμένο. Δεν ακούγονται συζητήσεις, δεν κυκλοφορούν γκαρσόνια. Μια καύτρα στο τσιγάρο ενός θεατή κοντεύει να πέσει, κι αυτός δεν το παίρνει χαμπάρι, επειδή η απόλυτη προσοχή του είναι στο τραγούδι. Όσα θα προκύψουν στην πορεία της ταινίας, τα οποία θα μας κάνουν δικαίως να ξανασκεφτούμε αυτές τις στιγμές με άλλο βλέμμα (εν μέρει ίσως ειρωνικό, εν μέρει ίσως πικρό και θλιμμένο), οι Κοέν στέλνουν ένα γράμμα αγάπης στον ήρωά τους, που αξιώνεται τη σκηνή σαν να είναι αυτός ο μόνος κυρίαρχός της, σαν να είναι αυτός ο χώρος στον οποίο ανήκει και ο χώρος τον οποίο φωτίζει.

Αμέσως μετά πάντως, στο στενάκι πίσω από το μαγαζί, ένας άντρας θα τον πλακώσει στο ξύλο για μυστηριώδη λόγο που έχει πάντως να κάνει κάτι που συνέβη το προηγούμενο βράδυ. To επόμενο πλάνο μετά τον ξυλοδαρμό τον δείχνει να ξυπνά σε ένα μεγάλο και τακτοποιημένο σπίτι με μια γάτα απάνω του. Βρίσκει στη δισκοθήκη το δίσκο που είχε κάνει με ένα συνεργάτη του, ως ντουέτο. Γράφει στους οικοδεσπότες «Συγγνώμη που ήμουν χάλια χθες βράδυ» και με την κιθάρα του στον ώμο φεύγει. Μαζί του όμως φεύγει και η γάτα.

«Η μουσική μου είναι η δουλειά μου», θα πει ο Λιούιν σε μια φάση τσαντισμένος, «με αυτήν πληρώνω το νοίκι μου». Αλλά το θέμα είναι ότι δεν πληρώνει νοίκι, δεν έχει λεφτά να μείνει κάπου πληρώνοντας νοίκι, φορτώνεται κάθε βράδυ σε διαφορετικό φίλο, θαυμαστή, συνάδελφο ή συγγενή. O χειμώνας του 1961 είναι βαρύς και ο Λιούιν δεν έχει καν παλτό. Από τότε που αυτοκτόνησε ο συνεργάτης του έχει πάρει την κάτω βόλτα. Ο σόλο δίσκος που έχει κάνει δε φαίνεται να πουλάει. Ο Λιούιν μπορεί να είναι λούζερ, αλλά είναι και άτυχος. Γιατί στη ζωή υπάρχουν και τυχεροί λούζερς. Είναι μεσαίου βεληνεκούς καλλιτέχνης. Αλλά δε ζει ούτε καν την πολύ πιο άνετη ζωή που θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε αυτό το μεσαίο βεληνεκές, εξαιτίας μια σειράς ατυχιών και κακών επιλογών του. Και βασικά ο Λιούιν μπορεί να μην είναι δήθεν στη μουσική του, είναι όμως τελικά δήθεν στα κριτήριά του πάνω στη μουσική των άλλων. Το πιο εμπορικά φολκ το κοιτάει αφ’ υψηλού. Το αυθεντικά φολκ το περιγελά. Και το εκθαμβωτικά ταλαντούχο φολκ, που έρχεται να φέρει επανάσταση, δεν το βλέπει. Η φολκ σκηνή στις αρχές της δεκαετίας του ’60 έκανε τo Γκρίνουιτς Βίλατζ ένα περίεργο σταυροδρόμι μουσικών επιρροών από τα Απαλλάχια, το βαθύ νότο, το φαρ ουέστ, τη Νέα Αγγλία, σχεδόν από παντού, εκτός από τις γειτονιές της Νέας Υόρκης. Ήταν αυτή η πολιτισμική μη συμβατότητα που έκανε τους Κοέν να ενδιαφερθούν για να ψάξουν να κάνουν μια ταινία με αφορμή αυτό.

O Λιούιν και οι δύο γάτες: Ο Λιούιν χάνει την αρσενική γάτα και βρίσκει στο δρόμο μια ολόιδια θηλυκή. Την επιστρέφει και, όταν καταλαβαίνει το λάθος, αρχίζει να ταξιδεύει με τη θηλυκή. Μια ολόιδια αρσενική γάτα επιστρέφει μόνη της στο διαμέρισμα. Είναι σίγουρα η ίδια; Ο Λιούιν παρατάει τη θηλυκή μέσα σε ένα αυτοκίνητο στο δρόμο προς Σικάγο. Στην επιστροφή από Σικάγο παραλίγο να πατήσει με το αυτοκίνητο ένα ζώο σε μέγεθος γάτας. Είναι γάτα, είναι η γάτα που πριν εγκατέλειψε; Είναι μια άλλη γάτα; Πόσες πιθανότητες γάτας υπάρχουν; Τι συμβαίνει όταν η γάτα βγαίνει από το διαμέρισμα-κουτί της και τι συμβαίνει όταν δε βγαίνει; Υπάρχουν πενήντα τοις εκατό πιθανότητες να της κλείσει με το πόδι την έξοδο και πενήντα να μην της την κλείσει. Όχι τόσο κεντρικά και καθοριστικά όσο στο «A serious man», αλλά περισσότερο ως υπαρξιακό παιχνίδι και αστείο αυτή τη φορά, η γάτα του Σρέντιγκερ είναι ξανά παρούσα. Στα μισά του δρόμου προς Σικάγο, τα αυτοκίνητα πηγαίνουν προς την μια και την άλλη κατεύθυνση χαμένα μέσα στην ομίχλη, κι ο Λιούιν να κάνει οτοστόπ χαμένος στην ομίχλη της ύπαρξής του.

Ο Λιούιν και οι δύο άντρες: Ο Λιούιν θα παίξει δύο καθοριστικά κομμάτια απέναντι σε δύο διαφορετικούς άνδρες. Το πρώτο προσπαθώντας να πείσει ένα μεγαλοατζέντη στο Σικάγο να τον αναλάβει. «Δεν βλέπω να υπάρχουν πολλά λεφτά εδώ», θα του απαντήσει αφού τον ακούσει. Από την άλλη, η αντίδραση του πατέρα του που τα έχει χαμένα και ο Λιούιν του παίζει ένα τραγούδι που αγαπούσε στα νιάτα του είναι ακόμη χειρότερη: τα κάνει επάνω του. Αλλά πριν τα κάνει επάνω του έχει γυρίσει κι έχει κοιτάξει προς το παράθυρο συγκινημένος. Μπορούμε να δούμε την αντίδραση του πατέρα του ως ένα ακόμη κοσμικό αστείο εις βάρος του Λιούιν, αλλά μπορούμε ίσως να το δούμε πως, ακόμη κι αν δεν έχει τα φόντα για σόλο εμπορική καριέρα, μπορεί να συγκινεί, έστω και παίζοντας ένα τραγούδι που ως τώρα σνομπάριζε, ένα τραγούδι που συνδέεται με αυθεντικές εμπειρίες και αναμνήσεις του πατέρα του.

Ο Λιούιν και οι δύο γυναίκες: Δύο γυναίκες που προσβάλλει. H μία είναι από τις πιο πιστές θαυμάστριες της μουσικής του. Τον φιλοξενεί στο σπίτι της, τον ταϊζει, τον κοιμίζει. Και η άλλη παίζει φολκ, που επίσης συνδέεται με αυθεντικές της εμπειρίες. Αλλά την γιουχάρει ως βλάχα. ΟK, δικαιολογίες μπορεί ίσως να υπάρχουν και για τα δύο του ξεσπάσματα, το μεθύσι ή ο πόνος για την απώλεια του φίλου-συνεργάτη, και τα δύο μπολιασμένα από την προσωπική αποτυχία, αλλά είναι ακριβώς οι τελευταίοι άνθρωποι που θα έπρεπε να προσβάλλει.

Τo εξώφυλλο του Τhe Freewheelin’ Bob Dylan έδωσε τον οπτικό τόνο στην ταινία, ο Όσκαρ Άιζακ με τη βαθιά ανθρώπινη ερμηνεία του δημιουργεί μια φιγούρα που δικαιούται να σταθεί επάξια δίπλα σε άλλες του κοενικού πανθέου, οι δεύτεροι ρόλοι είναι αυτή τη φορά λιγότερο εντυπωσιακοί, με τον Τζον Γκούντμαν να χάνει μάλλον και το μέτρο. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια από τις πιο δυνατές στιγμές των Κοέν, αλλά ακόμα και στις λιγότερο δυνατές τους, οι άνθρωποι αυτοί κάνουν σινεμά με τον εντελώς δικό τους τρόπο και έχουν σχεδόν πάντα κρυμμένα δώρα, έχουν σχεδόν πάντα κάτι να πουν που θέλει αποκρυπτογράφηση. Στο τελευταίο τρίλεπτο της ταινίας οι Κοέν γυρνάνε το φύλλο εντελώς αλλιώς, με όχι μία αλλά δύο μεγάλες ανατροπές που φωτίζουν την ταινία τελείως διαφορετικά. Θα χρειαστεί να μοιραστείς τα έσοδα με κάποιον άλλον. Για κάθε Ντίλαν που ανατέλλει, υπάρχουν τόσοι Λιούιν Ντέιβις που δε θα ανατείλουν ποτέ. Ένας καλός καλλιτέχνης πρέπει να βρεθεί στη σωστή θέση τη σωστή στιγμή προκειμένου να πετύχει, ενώ ένας αληθινά μεγάλος κάνει τη θέση και τη στιγμή δική του. Κι αν αυτό ισχύει για τον Ντίλαν στη μουσική, ισχύει σαφώς και για τους Κοέν στο σινεμά, για την προσωπική κινηματογραφική γλώσσα που έχουν δημιουργήσει.