Κοντά είκοσι εκατομμύρια θεατές στη Γαλλία, μεγάλη επιτυχία έξω από τη χώρα, ήδη σχέδια για αμερικάνικο ριμέικ, πάει ντουγρού να γίνει η πιο επιτυχημένη γαλλική ταινία όλων των εποχών, κάτι άρα πρέπει να συμβαίνει με τους «Άθικτους». Σάββατο βράδυ και στα ταμεία του μούλτιπλεξ μού λένε ότι δεν υπάρχει εισιτήριο. Ούτε πρώτη σειρά, ούτε πουθενά; Ούτε πουθενά, μου απαντούν. Τσιμπιέμαι. Τέτοια εποχή; Τώρα που έπιασε η άνοιξη την πόλη κι «η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα»; Είναι παραμονή Πρωταπριλιάς, οπότε συμπεραίνοντας πως ούτε εξ εθίμου έχουν λόγο να μου πουν ψέμματα για την πληρότητα, κλείνω εισιτήριο για την επόμενη. Όταν την επόμενη η ταινία ξεκινά, στην πρώτη υποψία της υποψίας αστείου, δύο τρεις θεατές θα σπεύσουν να γελάσουν τρανταχτά. Βιάζονται ίσως να μπουν στο κλίμα, βιάζονται ίσως να δείξουν πως συμμετέχουν σε μια ιστορία επιτυχίας, βιάζονται ίσως να νιώσουν εκ των προτέρων νικητές. «Νικητές γιατί;», θα ρωτήσεις εύλογα. Επειδή σε όλους τους τομείς της ζωής, από τους ανθρώπους ως τις ομάδες και από τις δουλειές ως τα κόμματα, η μυρωδιά της επιτυχίας έχει τη δική της αυτόνομη γλύκα. Ανεξάρτητα από το τι είναι αυτό που επιτεύχθηκε, έχεις πάρει κάτι από την αύρα του. Όταν προσκολλάσαι σε κάποιον νικητή, είσαι κι εσύ εξ αντανακλάσεως ένας μικρός νικητής. Στη Γαλλία την επιτυχία της την ψήφισαν μέχρι και πολιτιστικό γεγονός της χρονιάς. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος των θεατών πάει στις αίθουσες με την ασφάλεια της μεγάλης επιτυχίας, πάει για να δει κάτι που άρεσε σε τόσους πολλούς άλλους. Όλα αυτά όμως έχουν ισχύ μέχρι να αρχίσει η ταινία, άντε μέχρι και την πρώτη υποψία αστείου. Όταν η ταινία τελειώνει, κάποιοι θα χειροκροτήσουν. Και αυτό δεν μπορεί να εκβιαστεί ως αντίδραση ούτε να θεωρηθεί αποτέλεσμα ψυχαναγκασμού. Ό,τι κι αν τους έφερε στην αίθουσα, δεν θα χειροκροτούσαν αν δεν τους κέρδιζε αυτό που έβλεπαν. Και νομίζω πως αυτό συνοψίζει την ταινία: σε κερδίζει. Το γιατί και το πώς, το συζητάμε στη συνέχεια, πάντως σε κερδίζει.

——

Τετραπληγικός αριστοκράτης ζητά να προσλάβει ιδιωτικό βοηθό – νοσοκόμο. Σε ένα δωμάτιο της επιβλητικής έπαυλής του, οι υποψήφιοι περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Είναι όλοι λευκοί και μεταφορικά άχρωμοι. Ένας πανύψηλος μαύρος, κουρασμένος από την αναμονή μπουκάρει εκτός σειράς και ζητά να του υπογράψουν ένα χαρτί. Δεν έχει πάει για να προσληφθεί, δεν έχει κανενός είδους σχετικό προσόν για να προσληφθεί, απλά χρειάζεται τρεις βεβαιώσεις εργοδοτών ότι παρουσιάστηκε σε αντίστοιχες αγγελίες εργασίας και δεν τον προσέλαβαν, προκειμένου να μπορεί στη συνέχεια να εισπράξει το επίδομα ανεργίας. Ο τετραπληγικός βρίσκει στον άνθρωπο απέναντί του στοιχεία διαμετρικά αντίθετα από όλων των αληθινά υποψηφίων για τη δουλειά (έχει χιούμορ, φλερτάρει τη γραμματέα του, μιλά στον ίδιο όχι με δέος ή υπερβολικό σεβασμό, αλλά με αναίδεια) και τον προσλαμβάνει. Αργότερα ο δικηγόρος του του λέει πως πρέπει να είναι περισσότερο προσεκτικός με τους ανθρώπους που βάζει στο σπίτι του. Πως τέτοιοι άνθρωποι που μεγάλωσαν σε γκέτο, δεν έχουν κανένα έλεος. Αυτό ακριβώς θέλω, του απαντάει. Να μην με κοιτάνε με έλεος. Όλη η ταινία χτίζεται πάνω στη σχέση τους, στη φιλία που βαθμιαία δημιουργείται ανάμεσα σε αυτό το εντελώς αταίριαστο ζευγάρι (λευκός, μεσήλικος, πάμπλουτος, αριστοκράτης, της υψηλής κουλτούρας, αναγκαστικά καθηλωμένος σε καροτσάκι / μαύρος, νέος, από τα μπανλιέ, μετανάστης που ήρθε στα οκτώ του στη Γαλλία από τη Σενεγάλη, άρτι αποφυλακισθείς, χλευάζει την υψηλή κουλτούρα και του αρέσει η χορευτική μουσική, είναι μέσα στην διαρκή κίνηση).

——-

Τι κάνει λοιπόν τους «Άθικτους» να ξεχωρίζουν; Σε πρώτη ανάγνωση δεν έχουν κάτι το τόσο πολύ διαφορετικό ή πρωτότυπο. Αλλά τους ταίριαξαν όλα μα όλα τα συστατικά τους (είναι καλογυρισμένοι, καλομονταρισμένοι, καλοφωτογραφημένοι, γραμμένοι με πολύ χιούμορ, έχουν πολύ λειτουργική χρήση της μουσικής και των τραγουδιών), με καθοριστικότερο απ’ όλα τα συστατικά τον Ομάρ Σι, που είναι στα αλήθεια απολαυστικός και δίχως τον οποίο η ταινία δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση αυτό που είναι. Διόρθωση: με περισσότερο απ’ όλα τον Ομάρ Σι, σε απόλυτη χημεία με τον Φρανσουά Κλιζέ. Και κατά τη γνώμη μου η αξία της ως ταινία εκεί πρέπει να εντοπιστεί και μόνο. Αν αρχίσουμε να ψάχνουμε για μηνύματα του στυλ «όλες οι διαφορές τάξεων και φυλών με ένα κλικ διορθώνονται» ή «τι κι αν είσαι ανάπηρος, δεν τρέχει μία, δες τη φωτεινή πλευρά της ζωής», παίρνουμε λάθος δρόμο. Δεν αποκλείεται όλα αυτά να έπαιξαν ρόλο στην επιτυχία της ταινίας στη Γαλλία, αλλά μάλλον δευτερεύοντα. Και νομίζω πως αν αρχίζουμε να τα ψειρίζουμε, θα ξυνίσουμε απέναντι σε μια ταινία που δεν της αξίζει ξυνίλα. Γιατί οι σκηνοθέτες και σεναριογράφοι Ερίκ Τολεντανό και Ολιβιέ Νακάς δεν μοιάζει να έφτιαξαν την ταινία τους (που είναι εμπνευσμένη από αληθινή ιστορία) για να μας κάνουν οποιαδήποτε είδους κατήχηση.Οι «Άθικτοι» είναι αυτό που βλέπεις. Μια ταινία φτιαγμένη με πολύ κέφι και γεμάτη ανθρωπιά, στην οποία κυριαρχούν δύο ηθοποιοί που παίζουν καλά μαζί, που φτιάχνουν ένα ζευγάρι αταίριαστο όσο και αλληλοσυμπληρωματικό.

——-

Ο Κλιζέ έχει πάθει κατάθλιψη. Έχει αφήσει γενειάδα και ο Σι τον ξυρίζει με ξυράφι. Ο Κλιζέ του λέει μαλακά: «Αν μου έδινες τώρα μια και με έκοβες, όλα θα ήταν πιο εύκολα». Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχεται στις συζητήσεις τους αυτό το θέμα. Στις αρχές της γνωριμίας τους, όταν η επαγγελματική σχέση άρχιζε να μεταλλάσσεται σε φιλική, του είχε πει πως οι άνθρωποι στην κατάστασή του δεν μπορούν ούτε καν να αυτοκτονήσουν: υπό μία έννοια πρόκειται για το έσχατο στάδιο της αδυναμίας αυτοκαθορισμού. Αναφέρω τη σκηνή όχι για την αγωνία του αν θα του κόψει το λαιμό. Από τα δεκάδες εκατομμύρια των θεατών της, αποκλείεται να υπάρξει ένας που να σκεφτεί εκείνη την ώρα ότι υπάρχει όντως περίπτωση να τον κόψει. Σε οποιαδήποτε άλλη ταινία όμως, εδώ θα είχαμε τη στιγμή που οι τόνοι θα γίνονταν για λίγο μελοδραματικοί και οι πιο ευσυγκίνητοι θα καλούνταν να δάκρυσουν. Ο Σι όμως του απαντάει καπάκι «Μα άρχισες τις μπούρδες πάλι», σαν να του το είχε πει για αστείο. Ναι, δεν θα τον σκότωνε ποτέ. Αλλά δεν μπαίνει καν στη συζήτηση, δεν απαντάει με κάτι μεγαλόστομο, φέρεται στη στιγμή όπως της πρέπει, αρνείται να μπει σε κήρυγμα για το πόσο αξίζει η ζωή. Και στη συνέχεια αρχίζει να το διασκεδάζει. Πριν λίγο του είπε ότι θέλει να πεθάνει και τώρα τον κουρεύει σαν τον Νταλί και τον Χίτλερ. Όπως και στην πρώτη τους συνάντηση εξακολουθεί να τον αντιμετωπίζει όχι με οίκτο, αλλά με στάση αναιδή. Τα λίγα αυτά λεπτά και αυτή η μετάβαση είναι ενδεικτική του συνολικού τόνου της ταινίας: μακριά από βερμπαλισμούς για την αξία της ζωής, κοντά στην θέρμη της ζωής, όπως αυτή εκπέμπεται από τους δύο έξοχους πρωταγωνιστές της, από τον Κλιζέ με το βλέμμα και τις εκφράσεις του προσώπου, από τον Σι με όλο του το σώμα.