H Έρικα είναι μια στριφνή κι αυστηρή δασκάλα πιάνου στο ωδείο της Βιέννης. Κοντεύει τα σαράντα και ζει μαζί με τη μητέρα της. «Η Έρικα είναι ένα έντομο κλεισμένο μέσα σε κεχριμπάρι. Άχρονο, χωρίς ηλικία. Η Έρικα δεν έχει ιστορία και δε δημιουργεί ιστορίες». Ο παραδοσιακός κόσμος της κλασικής μουσικής και των καθώς πρέπει ρεσιτάλ πιάνου για τους μεγαλοαστούς είναι ο ένας από τους δύο κόσμους που ζει η Έρικα, έξω από το βασικό της κόσμο που έχει καθορίσει το είναι της, τον κόσμο του σπιτιού. Ο δεύτερος είναι ο κόσμος της σεξουαλικής διαστροφής.

Μετά το ωδείο πηγαίνει σε σεξ σοπς, κλείνεται στα δωμάτια και βλέπει τσόντες. Παίρνει από το καλάθι το χαρτομάντηλο που είχε πετάξει ο προηγούμενος. Το βάζει στη μύτη της. Μυρίζει το σπέρμα του. Αναπνέει το σπέρμα του. Το σπέρμα του δεν προοριζόταν για εκείνη, ήταν ένα σπέρμα που δεν είχε να κάνει τίποτα με εκείνη, πρόκειται για ένα σπέρμα απέναντι στο οποίο εκείνη παραμένει αγνή, παραμένει «καθαρή μέσα και έξω», παραμένει παρθένα, παραμένει ανέγγιχτη από αυτό το βρόμικο πράγμα που είναι το σεξ και το αναπνέει τώρα ως παρατηρητής, ως τρίτη, περισσότερο ως ανθρωπολόγος παρά ως άνθρωπος.

Όταν το σπέρμα ενός μαθητή της θα απευθυνθεί σε αυτήν, όταν ένα σπέρμα παραχθεί επειδή η ίδια έχει αποτελέσει το αντικείμενο του πόθου, η Έρικα θα το ξεράσει αμέσως. Ο μαθητής της είναι πολύ νέος, πολύ όμορφος, πολύ ζωντανός, δηλώνει πολύ ερωτευμένος. Είναι η χαρά της ζωής, προσπαθεί να την αγαπήσει φυσιολογικά, δηλαδή χαρούμενα. Έχει χτυπήσει την πιο λάθος πόρτα. Η Έρικα δε θέλει την ομορφιά, δε θέλει τη χαρά, δε θέλει το σεξ, δε θέλει να λερωθεί και να αναστατωθεί από όλα αυτά, δεν ξέρει πώς να τα χειριστεί, αλλιώς έχει μάθει, άλλη είναι η ζώνη μέσα στην οποία αισθάνεται άνετα, είναι εντελώς χαλασμένο αυτό που τη συγκροτεί ψυχικά.

Η Έρικα πηγαίνει στα ντράιβ ιν και κατασκοπεύει τα αυτοκίνητα μέχρι να βρει κάποιους να κάνουν σεξ και να ανάψει και η ίδια. Το σεξ είναι κάτι που αφορά τους άλλους. Εκείνη την αφορά ο πόνος. Μόνη της στο μπάνιο του σπιτιού της παίρνει ένα ξυραφάκι και κόβεται λίγο στα γεννητικά της όργανα. Ματώνει. Η Έρικα απεχθάνεται τον εαυτό της. Η Έρικα δε θέλει να έχει συναισθήματα. Η Έρικα δεν αντέχει να είναι αντικείμενο του πόθου. Το σεξ δεν μπορεί να είναι κάτι που την αφορά άμεσα. Πρέπει να επικρατήσει η τιμωρία. Γράφει γράμμα στο μαθητή της όπου του υπαγορεύει τι θέλει να της κάνει, τους τρόπους με τους οποίους θέλει να την τιμωρεί. «Ο πόνος είναι μόνο το αποτέλεσμα της θέλησης για ευχαρίστηση, για καταστροφή, για εξόντωση και, στην υπέρτατη μορφή του, ένα είδος ηδονής». «Η Έρικα παραδέχεται στο γράμμα της ότι θέλει να χαθεί και να διαλυθεί ολοκληρωτικά κάτω από αυτόν». «Η πιο διακαής επιθυμία μου είναι να με τιμωρήσεις. Η Έρικα θέλει τον Κλέμμερ ως τιμωρία».

Στον έρωτα πάντα επανέρχεσαι. Τι κι αν όλα σε πείθουν πως έχουν τελειώσει; Πάντα επανέρχεσαι. Έτσι, θα επανέλθει και ο μαθητής μετά την αρχική αηδία που του προκαλεί το γράμμα της. Από την άλλη βέβαια: «Ύστερα από ένα διάλειμμα στη σκέψη του, είναι εντυπωσιασμένος παρά τη θέλησή του από την προσπάθεια της Έρικας που επεκτείνει τα όριά της. Τα περιθώρια του πόθου διευρύνονται. Ο Κλέμμερ είναι εντυπωσιασμένος. Άλλες γυναίκες σε αυτόν το χώρο έχουν μόνο μια σκαλωσιά αναρρίχησης και μία ή δύο αιώρες σε σκονισμένο έδαφος ή σε σκασμένο μπετόν. Όμως εδώ, μπροστά στον ευτυχή χρήστη βρίσκεται ολόκληρο γήπεδο ποδοσφαίρου συν ένα γήπεδο τέννις και στίβος!». «Είναι νέος και πρόθυμος για κάτι νέο. Είναι υγιής και πρόθυμος να αρρωστήσει. Είναι ανοιχτός σε όλα, άσχετα από την κατεύθυνση».

Αν το σεξ είναι από μόνο του ένα άγριο ζώο που μπορεί να σε βγάλει εκτός ορίων, το να μη το ζεις, το να μένεις εκτός της επικράτειάς του σε τρελαίνει διπλά. Διαστρέφει όλη την ύπαρξή σου. Η ύπαρξη της Έρικας είναι συνολικά διεστραμμένη. Ο πατέρας της απών, ψυχικά διαταραγμένος, κλεισμένος σε κάποιο άσυλο. Η μητέρα της όχι απλά παρούσα, αλλά ολικά κυρίαρχη, ολικά βασανιστική, μεταχειρίζεται την Έρικα σαν να είναι ακόμα κοριτσάκι. Διαρκής έλεγχος, ασταμάτητη καταπίεση, την παίρνει τηλέφωνο να δει πού είναι και γιατί αργεί, της ψάχνει την τσάντα και της στερεί την ιδιωτικότητα, την κατηγορεί όταν παίρνει φορέματα, τα βάζει με τη φιλαρέσκειά της, οτιδήποτε δίνει χαρά στην Έρικα και την κάνει να αισθάνεται γυναίκα ενοχοποιείται, τι θα πουν οι γείτονες, το σπίτι μας θα γίνει μπουρδέλο. Η λευκή κορδέλα που έχει φορέσει η μητέρα στην Έρικα είναι αόρατη και δε βγαίνει ποτέ. Η μητέρα και η Έρικα κοιμούνται δίπλα δίπλα. Η ΄Ερικα έχει πάρει τη θέση του πατέρα της στο κρεβάτι αυτό.

«H Δασκάλα του Πιάνου» επανεκδίδεται. Η Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι στοιχειωτική, ο Μπενουά Μαζιμέλ και η Ανί Ζιραρντό δίπλα της κλείνουν υποδειγματικά το τρίγωνο. Η ταινία του Χάνεκε είναι πολύ σημαντική και το μυθιστόρημα της βραβευμένης με νόμπελ Έλφριντε Γέλινεκ (από το οποίο και τα εντός εισαγωγικών αποσπάσματα) ακόμη σημαντικότερο.

Η Έρικα έχει αποκρούσει ένα κύμα έρωτα και σεξ από το μαθητή της. Κάπου πρέπει να στρέψει τη δική της σεξουαλικότητα. Κάπου οικεία και διεστραμμένα. «H Έρικα αφήνεται να παρασυρθεί από την ίδια της την προσπάθεια αγάπης. Πέφτει πάνω στη μητέρα και την γεμίζει φιλιά. Φιλάει τη μητέρα έτσι όπως δεν το φαντάστηκε εδώ και χρόνια. Αρπάζει τη μητέρα σφιχτά από τους ώμους, και η μητέρα, θυμωμένη, δίνει χτυπήματα γύρω της αλλά πάντα στο κενό. Η Έρικα φιλάει τη μητέρα στους ώμους, αλλά δεν πετυχαίνει ούτε αυτή πάντα το στόχο, γιατί η μητέρα ρίχνει κάθε φορά το κεφάλι της από την άλλη μεριά, εκεί όπου δεν μπορεί να την φιλήσει. Το πρόσωπο της μητέρας μέσα στο μισοσκόταδο είναι μόνο μια φωτεινή κηλίδα, περιστοιχισμένη από βαμμένα ξανθά μαλλιά, που βοηθούν τον προσανατολισμό. Η Έρικα φιλάει χωρίς διάκριση αυτήν τη φωτεινή κηλίδα. Από αυτή τη σάρκα δημιουργήθηκε. Από αυτόν τον πλαδαρό πλακούντα. Η Έρικα πιέζει το υγρό της στόμα πολλές φορές στο πρόσωπο της μητέρας και την κρατάει δυνατά με τα μπράτσα της, για να μην μπορεί να αντισταθεί. Η Έρικα στην αρχή ξαπλώνει η μισή, στη συνέχεια κατά τα τρία τέταρτα, πάνω στη μητέρα, γιατί αυτή αρχίζει να χτυπάει στα σοβαρά και να κοπανάει με τα μπράτσα της. Το μητρικό στόμα προσπαθεί να ξεφύγει από το σουφρωμένο στόμα της Έρικας αριστερά και από το σουφρωμένο στόμα της Έρικας δεξιά. Η μητέρα στριφογυρίζει άγρια το κεφάλι της για να μπορέσει να αποφύγει τα φιλιά, είναι σαν μια ερωτική πάλη, όπου στόχος δεν είναι ο οργασμός αλλά η μητέρα αυτή καθαυτή, το πρόσωπο της μητέρας. Και αυτή η μητέρα παλεύει τώρα αποφασιστικά. Είναι μάταιο, γιατί η Έρικα είναι πιο δυνατή. Όπως ο κισσός τυλίγεται γύρω από ένα παλιό σπίτι, έτσι και η Έρικα τυλίγεται γύρω από τη μητέρα που δεν είναι ασφαλώς ένα άνετο παλιό σπίτι. Η Έρικα ρουφάει και δαγκώνει αυτό το μεγάλο σώμα, σαν να ήθελε ξαφνικά να ξανασυρθεί εκεί μέσα, να κρυφτεί μέσα του. Η Έρικα ομολογεί την αγάπη της στη μητέρα και η μητέρα λέει λαχανιαστά το αντίθετο, δηλαδή πως και αυτή αγαπάει το παιδί της, όμως το παιδί πρέπει να σταματήσει αμέσως! Τώρα! Η μητέρα δεν μπορεί να αμυνθεί μπροστά σε αυτή την καταιγίδα της αγάπης, που ξεχύνεται από την Έρικα προς αυτή, όμως νιώθει κολακευμένη. Αισθάνεται ξαφνικά επιθυμητή. Είναι μια θεμελιώδης προϋπόθεση για την αγάπη, να αισθάνεται κανείς ανατιμημένος, επειδή κάποιος τον ζητάει κατά προτεραιότητα. Η Έρικα δαγκώνει τη μητέρα δυνατά. Η μητέρα αρχίζει να αποκρούει την Έρικα με χτυπήματα. Όσο περισσότερο φιλάει η Έρικα, τόσο περισσότερο τη χτυπάει η μητέρα, πρώτον για να προστατευτεί η ίδια και δεύτερον για να αποκρούσει το παιδί, που μοιάζει να έχει χάσει τον έλεγχο, αν και δεν ήπιε καθόλου. Η μητέρα λέει σε διάφορους τόνους βρυχηθμού: Σταμάτα! Η μητέρα την προστάζει να σταματήσει αμέσως. Η Έρικα μαίνεται με αμείωτη ορμή, φιλώντας τη μητέρα, πότε από δω και πότε από κει. Χτυπάει τη μητέρα απαιτητικά, αν και μαλακά, επειδή δεν έρχεται από τη μεριά της καμιά επιθυμητή αντίδραση. Χτυπάει απαιτητικά και όχι για να τιμωρήσει τη μητέρα, που το παρεξηγεί σαν μια κακόβουλη πράξη και απειλεί και βρίζει. Μητέρα και παιδί έχουν αλλάξει τους ρόλους, γιατί το χτύπημα είναι στη δικαιοδοσία της μητέρας. Αυτή έχει πιο ολοκληρωμένη γενική εικόνα, καθώς βλέπει το παιδί από ψηλά. Η μητέρα πιστεύει πως πρέπει να αποκρούσει αποφασιστικά τις παρασεξουαλικές επιθέσεις του βλασταριού της και ρίχνει σφαλιάρες στα τυφλά μέσα στο σκοτάδι.

Η κόρη τραβάει τα χέρια της μητέρας και τη φιλάει στο λαιμό, με κρυπτοσεξουαλικό σκοπό, μια σπάνια και αδόκιμη αγαπημένη. Η μητέρα, που επίσης δεν έχει απολαύσει στον έρωτα καμιά λεπτότερη εκπαίδευση, εφαρμόζει μια λάθος τεχνική και κλωτσάει τα πάντα γύρω της. Η γέρικη σάρκα υποφέρει έτσι περισσότερο. Δε γίνεται σεβαστή ως μητέρα, αλλά μόνο ως σάρκα. Η Έρικα βοσκάει τη σάρκα της μητέρας με τα δόντια. Φιλάει και φιλάει. Φιλάει άγρια τη μητέρα. Η μητέρα αποκαλεί βρομιά το παιχνίδι που παίζει η εκτός ελέγχου κόρη με τη μητέρα. Δεν την ωφελεί καθόλου – έχει να φιληθεί έτσι η μητέρα εδώ και δεκαετίες, και θα πάθει κι άλλα ακόμα! Το φίλημα εξακολουθεί με την ίδια ένταση, ώσπου ύστερα από ένα ατελείωτο ανεμοστρόβιλο φιλιών η κόρη, αποκαμωμένη, μένει μισοξαπλωμένη πάνω στη μητέρα. Το παιδί κλαίει πάνω από το πρόσωπο της μητέρας και η μητέρα ξεφορτώνει από πάνω της το παιδί, ενώ ταυτόχρονα το ρωτάει αν τρελάθηκε. Καθώς δεν ακολουθεί καμιά απάντηση ούτε αναμένεται καμία, η μητέρα διατάζει αμέσως ύπνο, γιατί και αύριο μέρα είναι! Υπενθυμίζονται οι επαγγελματικές υποχρεώσεις που περιμένουν τη διεκπεραίωσή τους αυτή την ημέρα. Η κόρη συμφωνεί ότι τώρα πρέπει να κοιμηθούν. Η κόρη ψηλαφεί ακόμα μια φορά σαν τυφλοπόντικας αναζητώντας το κύριο σώμα της μητέρας, όμως η μητέρα διώχνει με φτυαριές τα χέρια της κόρης. Η κόρη μπόρεσε για μια στιγμή μόνο να παρατηρήσει το αραιό τρίχωμα της μητέρας, χαμηλά, κάτω από τη χοντρή κοιλιά της. Ήταν ένα ασυνήθιστο θέαμα. Η μητέρα είχε κρατήσει το εφηβαίο αυστηρά κρυμμένο. Η κόρη είχε ανασηκώσει επίτηδες το νυχτικό της μητέρας κατά τη διάρκεια του αγώνα, για να μπορέσει επιτέλους να δει αυτό το τρίχωμα, για το οποίο πάντα ήξερε: θα έπρεπε βέβαια να υπάρχει! Ο φωτισμός, δυστυχώς, ήταν πολύ ελλιπής. Η Έρικα ξεσκέπασε τη μητέρα της αρκετά, για να μπορέσει να τα παρατηρήσει όλα, μα όλα. Η μητέρα αμύνθηκε ανεπιτυχώς για να το αποτρέψει. Η Έρικα είναι πιο δυνατή από την ελαφρά φθαρμένη μητέρα, αν το δει κανείς καθαρά σωματικά. Η κόρη πετάει στο πρόσωπο της μητέρας αυτό που μόλις είδε. Η μητέρα σιωπά σαν να μη συνέβη τίποτα.

Και οι δύο γυναίκες αποκοιμούνται η μία πλάι στην άλλη. Η νύχτα θα είναι πια πολύ σύντομη, σε λίγο η ημέρα θα αναγγείλει τον ερχομό της με δυσάρεστη φωτεινότητα και ενοχλητικές φωνές πουλιών».