Πριν λίγες εβδομάδες είχα χαρακτηρίσει το πρώτο μέρος του «Νymphomaniac» ρηχό και όχι βαθύ. Διόλου απίθανο να έκανα λάθος ή εν πάση περιπτώσει να μου ξέφυγαν πράγματα τόσο σε δομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ιδεών που διατυπώνονται, τα οποία αναιρούν την περί ρηχότητας εκτίμηση. Βλέποντας και το δεύτερο μέρος, η τελική μου γνώμη είναι πως η ταινία είναι πάρα πολύ άνιση μεν (και να μην υπήρχε ο όρος «άνιση» θα έπρεπε να εφευρεθεί για το «Νymphomaniac»), τελικά όμως σημαντική και με ισχυρό λόγο ύπαρξης. Ίσως ο Τρίερ θα έπρεπε να είχε φανεί πολύ πιο σκληρός απέναντι στο υλικό του και να είχε απορρίψει πολλές από τις εμπνεύσεις του. Θα επιμείνω ότι περιττεύουν και βλάπτουν την ταινία ένα σωρό πράγματα, από την άλλη όμως νομίζω πως η ιδέα μιας πιο συμβατικής αφήγησης είναι ακριβώς ό,τι δεν είναι το «Νymphomaniac». Πως παραδόξως μέσα σε όλο αυτό το άπλωμα και την ανισότητα και το μπόλιασμα δυνατών με μπανάλ σκηνών και γόνιμων ιδεών με εξυπνάδες, η ταινία μένει πιο πιστή στην ουσία της και την αλήθεια της. Αν δηλαδή ο Τρίερ σκέφτηκε την ταινία του ως ένα έργο που λειτουργεί από την αρχή ώς το τέλος του, τότε -κατ’ εμέ- απέτυχε, και δη, σε βαθμό που προξενεί εντύπωση. Αν όμως την σκέφτηκε ως μια άσκηση δημιουργικής ελευθερίας, αν αποφάσισε ότι δεν έχει καμία ανάγκη να λογοδοτήσει ούτε καν στο ίδιο του το κριτήριο, ότι θα βάλει μέσα με όλη του την άνεση ό,τι ιδέα του ήρθε και πως από εκεί και πέρα ο καθένας μπορεί να ανακαλύψει μέσα σε όλο αυτό τα κομμάτια που του πάνε, τότε OK.

Ο πόνος και το όριο: Η Τζο, βρίσκοντας τον έρωτα της ζωής της, χάνει την ερωτική της διάθεση. Δεν μπορεί να ολοκληρώσει πια, καθώς -όσο κι αν προσπαθεί- το κορμί της δεν ανταποκρίνεται. Θα ξαναβρεί την ανταπόκριση στον πόνο. «Δεν υπάρχει λέξη κλειδί την οποία θα μου πεις και θα με κάνει να σταματήσω», της λέει ο Κ, ένας νέος άντρας που χτυπά στο γραφείο του γυναίκες που τον περιμένουν στον προθάλαμο με ραντεβού. Ο σαδισμός του επεκτείνεται και στα ωράρια των «πελατισσών» του. Μόνο χαράματα δέχεται και η Τζο πρέπει να είναι εκεί από τις 2 ώς τις 6, όπου μπορεί να την καλέσει πάσα ώρα και στιγμή. Ο Κ δεν κάνει σεξ, είναι απόλυτα σαφές αυτό. Και δεν παίρνει και χρήματα «Τι κερδίζεις εσύ από αυτό;» θα τον ρωτήσει. «Είναι δικό μου θέμα και μην με ξαναρωτήσεις». Σε μια από τις πιο μεγάλες στιγμές της ταινίας το μαστίγωμα μετατρέπεται σε ηδονή. Ωστόσο, ίσως θα έπρεπε να το σκεφτούμε αντίστροφα, όχι ως προς τα σύνορα οδύνης-ηδονής, όχι ως προς αυτή την αναζήτηση του πόνου, αλλά στο ότι εν προκειμένω πρόκειται για έναν πόνο οριοθετημένο (καθώς ο Κ πάντα ενημερώνει για το πόσες φορές θα χτυπήσει και δεν αποκλίνει από αυτό), έναν πόνο προγραμματισμένο, μια σωματική τιμωρία που κατά βάθος δε συνιστά και τιμωρία, αφού είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε μομφή προς το πρόσωπό σου αυτού που σε τιμωρεί, πρόκειται για ένα μαζοχισμό τόσο ξεκάθαρο και τόσο δίχως προσχήματα, που ίσως παύει πια να είναι μαζοχισμός, ίσως δηλαδή η Τζο δεν ψάχνει τον πόνο αλλά τον εγκιβωτισμό του μέσα σε ένα μηχανικό πλαίσιο, ίσως δεν ψάχνει την τιμωρία αλλά τη φυλάκισή της στο σωματικό και μόνο σκέλος, απαλλαγμένη από την ψυχική-ενοχική της διάσταση.

Το αίμα απ’ το αιδοίο: Όταν η Τζο μεγαλώνει, το αιδοίο της μετατρέπεται σε μια ανοιχτή πληγή. Ο Τρίερ φτιάχνει μια ηρωίδα που δεν «τιμωρείται» μόνο μία φορά το μήνα επειδή είναι γυναίκα, αλλά μια γυναίκα που ματώνει μόνιμα, επεκτείνοντας την «τιμωρία» και αυτήν τη φορά χωρίς το αντιστάθμισμα της δυνατότητας γέννησης ζωής. Η Τζο πληρώνει όχι κάποιο προπατορικό αμάρτημα, αλλά το «αμάρτημα» της δικής της νυμφομανούς φύσης. Και κάπως έτσι το αιδοίο γίνεται ο πυρήνας αυτής της ταινίας, το αιδοίο που θέλοντας να ζήσει σαν φαλλός και ζώντας μια ζωή ικανοποίησης της δικής του αδηφάγου βούλησης τιμωρείται, τιμωρείται με ενοχές, με ανηδονία, με σωματικό πόνο, με αίμα. 

Μαύροι: Η σκηνή με τους δύο Αφρικάνους μετανάστες εραστές είναι μεγαλοφυής, καθώς ο Τρίερ παίρνει μια κλασική σεξουαλική φαντασίωση και τη μετατρέπει σε ένα υπαρξιακό αστείο. Καθώς τσακώνονται στη γλώσσα τους, η Τζο κοιτάζει τους σηκωμένους μαύρους φαλλούς τους, που έτσι απομυθοποιούνται, το μέγεθος και το χρώμα τους παύει να έχει τη συμβολική σημασία του, παύει να έχει την κυρίαρχη σημασία που θα είχε σε οποιαδήποτε ερωτική σκηνή και μετατρέπεται σε ένα ακόμα κομμάτι σώματος, για την ακρίβεια σε ένα ακόμα κομμάτι αυτού του ψυχοσωματικού συνόλου που είναι ο άνθρωπος, στο οποίο κυριαρχεί η γλώσσα και ο λόγος. Μπροστά στο Λόγο όλα είναι αστεία και δευτερεύοντα.

Η αποθέωση των παιδοφίλων: Σε ένα από τα πιο αμήχανα τμήματα της ταινίας, η Τζο μετατρέπεται σε ένα είδους ψυχολογικό τραμπούκο που βοηθά κανονικούς τραμπούκους στην είσπραξη χρεών για λογαριασμό τοκογλύφων. Η σκηνή, που γυμνώνει έναν άντρα και προσπαθεί να δει ποια αφήγηση θα του δημιουργήσει στύση ώστε να τον κάνει να βρει το αδύναμο σημείο του, να υποκύψει και να πληρώσει τα χρέη του, είναι ο ορισμός της σκηνής που δεν κολλάει σε κανένα μυθοπλαστικό κόσμο. Αλλά την ίδια ώρα, βλέποντας το φαλλό του να σηκώνεται καθώς του μιλάει για παιδάκια, λες χαλάλι και παραπάνω από χαλάλι για αυτήν τη μεταφορά του κακού που σωματοποιείται και της σκοτεινότατης επιθυμίας που σηκώνει τρομακτικά κεφάλι, λες χαλάλι για αυτό που λέει μετά η Τζο στο σοκαρισμένο Σέλινγκμαν, πως δηλαδή το 95% των παιδόφιλων (δε γνωρίζω αν τα ποσοστά που αναφέρει ο Τρίερ είναι ακριβή, αλλά δεν είναι αυτό το σημαντικότερο) που καταπολεμά την τάση του και δεν ακουμπά ποτέ παιδί, όχι μόνο κατακριτέο δεν είναι, αλλά θα έπρεπε να του απονέμεται και μετάλλιο. Εδώ, ο Τρίερ δε φοβάται να πει πράγματα τολμηρά, παίρνοντας μία από τις πιο εμβληματικές κατηγορίες τεράτων της εποχής μας και λέγοντάς: αν έχεις ένα τέρας μέσα σου, όταν το πολεμάς, όχι μόνο τέρας δεν είσαι αλλά άξιος θαυμασμού, πως μετράει αυτό που κάνουμε όχι αυτό που ποθούμε, πως είμαστε όχι αυτό που ορίζει η φύση μας, αλλά αυτό που προκύπτει ως αποτέλεσμα του διαλόγου και ενίοτε του πολέμου ανάμεσα στη Φύση και το Λόγο.