Ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Σκουριά και Οστά», το ίδιο και η αγγλική του μετάφραση, ο ελληνικός όμως είναι αυτήν την φορά πολύ εύστοχος: «Σώμα με Σώμα». Γιατί η σωματικότητα διέπει την τελευταία ταινία του Ζακ Οντιάρ, τόσο ως θεματική όσο ως και ως τρόπος κινηματογράφησης, με τα πλάνα να δίνουν έμφαση στα σώματα. Τα πρώτα λεπτά της ταινίας μας δείχνουν τον Αλί (κατάξανθος και κλασική φιγούρα κεντροευρωπαίου, αλλά με το όνομα Αλί) να ταξιδεύει με τον πεντάχρονο γιο του, τον Σαμ. Είναι καλυμμένα με ένα τραγούδι, είναι σχεδόν σαν βίντεο κλιπ, αλλά την ίδια στιγμή κάτι τόσο διαφορετικό από βίντεο κλιπ. Ο Σαμ του λέει πως πεινάει, ο Αλί μαζεύει αποφάγια που άφησαν οι προηγούμενοι επιβάτες του τρένου, τρώνε, μετά φτάνουν στην Αντίμπ, αλητεύουν, λιάζονται σε μια παραλία. Έχει ήδη ειπωθεί συναρπαστικά μια ιστορία, που θα μπορούσε να είναι και αυτόνομη. Μετά φτάνουν στο σπίτι της αδελφής του. Είναι ταμίας σε σούπερ μάρκετ. Το ψυγείο είναι γεμάτο ληγμένα που φέρνει από τις αποθήκες του. Από πάνω προς τα κάτω θα τρώτε, πάνω είναι αυτά που έχουν λήξει παλιότερα. Μαθαίνουμε ότι η μάνα του Σαμ τον χρησιμοποιούσε για να διακινεί ναρκωτικά στα σύνορα του Βελγίου. Από εκεί της τον πήρε ο Αλί. Δεν ξέρει καν αν ο Σαμ πήγαινε σχολείο. Δεν έχει αλλαξιά ρούχα. Το παιδί το αναλαμβάνει βασικά η αδελφή του. Στη συνέντευξη για δουλειά για πορτιέρης, ο Αλί αναφέρει πως στο Βέλγιο έκανε μποξ και πολεμικές τέχνες κι ήταν και καλός. Καπνίζεις; Όχι. Πίνεις; Όχι. Ναρκωτικά; Όχι. Όπως τον έχουμε δει ως τώρα ρεμάλι, φανταζόμαστε ότι τα λέει έτσι, ότι είναι επιρρεπής στις καταχρήσεις. Ο Αλί όμως τα εννοεί. Ο Αλί το σώμα του το φροντίζει, το προσέχει, το γυμνάζει.

Στο κλαμπ που προσλαμβάνεται, γνωρίζει σε έναν καυγά τη Ναταλί. Τη πρωτογνωρίζει με αίματα στο πρόσωπο. Κάποιος την αποκαλεί πουτάνα. Κι ο ίδιος γυρίζοντάς την σπίτι της της λέει ότι έτσι είναι ντυμένη. Της ζητά να μπει μέσα για να βουτήξει σε παγάκια τα πρησμένα δάκτυλα από τις μπουνιές που έδωσε για να διαλύσει τον καυγά. Η Ναταλί συζεί με κάποιον. Της αφήνει το τηλέφωνο του. Αργότερα θα του πει ότι δεν έχει πάει με πολλούς άντρες στη ζωή της, πως εκείνο που της άρεσε να κάνει είναι να τη βλέπουν, να ξυπνάει το ενδιαφέρον στους άντρες, να τους ερεθίζει. Μόλις αυτό συνέβαινε όμως έχανε το ενδιαφέρον. Η Ναταλί δεν είναι «πουτάνα», εκτός βέβαια κι αν «πουτάνα» είσαι όταν κάνεις ακριβώς αυτό, κι όχι όταν όντως πας με όλους αυτούς που ανάβεις. Στη Ναταλί αρέσει να φαίνεται, η Ναταλί είναι η γυναίκα – θέαμα.

Εξού και η δουλειά της. Εκπαιδεύτρια φαλαινών σε ενυδρείο όπου δίνονται παραστάσεις. Οι σκηνές από την παράσταση είναι στη διαπασών και σου γεννούν καλώς νοούμενη ένταση, μα όταν συμβεί το φοβερό ατύχημα όλα σωπαίνουν και ο Οντιάρ σου προσφέρει μερικές στιγμές κινηματογραφικής υποβρύχιας ποίησης. Ήδη βλέποντας τις όρκες να κάνουν τούμπες στο νερό και μετά να έρχονται σε απόσταση ανάσας από τους εκπαιδευτές τους και να υπακούν σε απλά νεύματα του χεριού τους, διαισθάνεσαι πως υπάρχει κάτι στα όρια της ύβρης εδώ, και εν πάση περιπτώσει κάτι οριακό, μια δύναμη της φύσης που τιθασεύεται και μανιπουλάρεται στην υπηρεσία του θεάματος και του κέρδους, μια δύναμη της φύσης που αν ξεφύγει το θέαμα θα αλλάξει ριζικά χαρακτήρα. Το σώμα της γυναίκας – θέαμα θα δεχτεί το πρώτο προειδοποιητικό πλήγμα από τους άντρες τους οποίους ανάβει, από το αρσενικό μεθυσμένο κτήνος, και στη συνέχεια θα υποστεί συντριπτικό πλήγμα από το θαλάσσιο κήτος.

Κι όταν η Ναταλί χάσει τα πόδια της από τα γόνατα και κάτω και βουτηχτεί μέσα στην κατάθλιψη, θα θυμηθεί μετά από μήνες να πάρει τηλέφωνο τον Αλί. Τον Αλί που έχει αρχίσει και μπλέκεται σε κύκλωμα παράνομων υπαίθριων αγώνων πολεμικών τεχνών. Πόσα θα σου δώσουν, τον ρωτάει η Στεφανί; Δεν ξέρει καν. 500 ευρώ για τη συμμετοχή. Περισσότερα αν αρχίσει να κερδίζει. Θα σου δώσω εγώ 500 ευρώ, του λέει. Μην πας. Αλλά δεν το κάνει για τα λεφτά, το κάνει επειδή του αρέσει. «Νά, όπως εσύ με τις όρκες». Ο Αλί είναι ο άνθρωπος – σώμα. Ο Αλι το φροντίζει το σώμα του. Τρώει γιαούρτια και χυμούς, τρέχει, προπονείται. Το σεξ που κάνει είναι καθαρά σωματικό. Δύο γυναίκες με τις οποίες θα κάνει έρωτα, η κάμερα θα τις δείξει πρώτα ως σώματα. Ο Αλί ζει μέσα στο σώμα του, το σώμα του τον οδηγεί, το σώμα του τον καθορίζει. Και οι σκηνές των υπαίθριων πολεμικών τεχνών, της υπαίθριας μάχης δεν κινηματογραφούνται ως βία. Γιατί τελικά δεν είναι βία, είναι συναίνεση, είναι αμοιβαία συμφωνία, είναι σωματικότητα στην πιο ακραία μορφή της.

Ο μάνατζερ του και αυτός που τον μπάζει στο κύκλωμα, είναι μια υπόγεια φιγούρα που εγκαθιστά στα μεγάλα καταστήματα κρυφές κάμερες. Του εξηγεί ότι δεν τις βάζει για να παρακολουθούνται οι πελάτες. Όχι, αυτός δουλεύει για «τους κουστουμάτους», για τα μεγάλα αφεντικά που θέλουν να παρακολουθούν τους υπαλλήλους, ώστε να έχουν τρόπο να τους εκβιάζουν και να τους απολύουν χωρίς πολλά – πολλά, ειδικά όταν τους μπαίνουν ιδέες για συλλογικές διεκδικήσεις. Η αδελφή του του βάζει τις φωνές. Είναι δυνατόν να δουλεύεις για αυτούς; Με ποιούς είσαι; Με εμάς ή με αυτούς; Καθώς το «εμείς» και το «αυτοί» τίθεται τόσο ξεκάθαρα ως δυο διαφορετικές κατηγορίες, καθώς η ταξική συνείδηση μπαίνει στο τραπέζι, ο Αλί γίνεται έξαλλος και βγαίνει εκτός εαυτού. Σηκώνει ένα τραπέζι στον αέρα. Ο Αλί γνώρισε έναν άνθρωπο που του φέρθηκε καλά και τον ακολούθησε, έναν άνθρωπο που τον πλήρωνε να κάνει μια δουλειά και την έκανε. Όλες αυτές τις επιπλοκές δεν τις επεξεργάστηκε από το μυαλό του.

Και δεν τα έχει γενικά καλά με τις επιπλοκές. Όταν η Ναταλί, ενώ είναι καιρό μαζί ως φίλοι, του λέει για τη σεξουαλική της ζωή, ότι έχει ξεχάσει πώς είναι κλπ, εκείνος της απαντά ότι αν θέλει «το κάνουν» και τώρα. Δεν το λέει όμως επιτηδευμένα, το λέει με τον πιο φυσικό τρόπο του κόσμου. Η Ναταλί ξαφνιάζεται από το στυλ του: «Γενικά όποτε θες μπορείς να μου το ζητάς και αν είμαι ανοικτός, αν είμαι διαθέσιμος, μια χαρά». Ό,τι στη Ναταλί συνιστούσε επιτήδευση, ό,τι έκανε στους άντρες σκόπιμα (κοιτάξτε με, φτιαχτείτε, αλλά δεν θα πάρετε), η ψεύτικη υπόσχεση του σεξ, εδώ μετατρέπεται από τον Αλί σε φουλ διαθεσιμότητα για σεξ. Η Ναταλί προσέφερε όλο το φαντασιακό γύρω από το σεξ, ο Αλί προσφέρει αυτή καθαυτή την πράξη, αλλά γυμνή από φαντασιακό. Κι όπως προσφέρει το σεξ χωρίς ρομάντσο, το σεξ χωρίς έρωτα, έτσι είναι αμφίβολο κι αν θα χαρακτήριζε τη σχέση του με τη Ναταλί φιλία. Για να το πω έτσι, του φαίνεται φυσικό να τρώνε μαζί, να πηγαίνουν στην παραλία μαζί, να αρχίσει να τον παρακολουθεί στους αγώνες του. Ο Αλί δρα φυσικά, ήτοι σε πρώτο επίπεδο, δεν εξετάζει τα πράγματα, δεν τα ονομάζει, δεν σκέφτεται τις επιπτώσεις τους.

Ωστόσο πόσο φυσικό είναι να αποκλείεις το συναισθηματικό σκέλος από την ιστορία; Πόσο φυσικό είναι μια επαναλαμβανόμενη σεξουαλική σχέση να κινείται εκτός του ερωτικού; Και τι πάει να πει, εγώ όποτε θες εδώ είμαι, μια χαρά αν θες, πάλι μια χαρά αν δεν θες; Τι είδους άντρες είναι αυτοί που το ίδιο τους κάνει αν θα κάνουν ή δεν θα κάνουν έρωτα μαζί σου, τι είδους άντρες είναι αυτοί που αφήνουν στη διακριτική σου ευχέρεια τις αποφάσεις, εκείνοι πάντως είναι ανοικτοί;

Βλέποντας την ταινία, η οποία μου άρεσε πάρα, πάρα πολύ, σχεδόν τόσο πολύ όσο και η προηγούμενη ταινία του Οντιάρ, ο «Προφήτης», σκεφτόμουν πως τελικά το αληθινό σινεμά αρχίζει εκεί που μπορούν να σταματήσουν να περιγράφουν οι λέξεις. Δηλαδή μπορείς να πεις την ιστορία, μπορείς να δώσεις μια ερμηνευτική εκδοχή για νοήματα, μπορείς να μιλήσεις ακόμη και για συναισθήματα που σου γεννιούνται, αλλά η ταινία ως ταινία είναι αυτό το συγκεκριμένο σώμα εικόνων, που είναι κινηματογραφημένες, μονταρισμένες και μουσικά επενδυμένες έτσι και όχι αλλιώς. Είναι ο τρόπος που διηγείται την ιστορία του ο Οντιάρ που καθιστά την ταινία του σημαντική, δεν είναι η μελοδραματική ιστορία του Αλί, της Στεφανί και του Σαμ, δεν είναι καν η Κοτιγιάρ και ο Ματίας Σένερτς όσο κι αν δεσπόζουν στην οθόνη, είναι αυτές οι εικόνες, είναι αυτές οι γωνίες λήψης, είναι αυτό το ολότελα μυστηριώδες και ακαταμάχητα γοητευτικό πράγμα που λέγεται σκηνοθετική ματιά.