Αγόρι συναντά κορίτσι στις «Μεσοτοιχίες» του Γκουστάβο Ταρέτο (ταινία που ενθουσίασε και βραβεύτηκε πέρσι στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας), αλλά από την άλλη και πάρα πολύ περισσότερα από ένα απλό «αγόρι συναντά κορίτσι». Γιατί αν μέναμε μόνο στην ρομαντική πλευρά τους, οι «Μεσοτοιχίες» είναι συμβατικές, χωρίς να έχουν να πουν κάτι διαφορετικό και να εξελίξουν κάπως το είδος, όπως ας πούμε οι «500 ημέρες με τη Σάμερ». Αλλά από τις πρώτες πρώτες εικόνες καταλαβαίνεις ότι κάτι αλήθεια πρόκειται να συμβεί εδώ. Και το «εδώ» είναι η ταινία, είναι όμως και το Μπουένος Άιρες. Στην εισαγωγή του ο Ταρέτο κινηματογραφεί την αρχιτεκτονική του Μπουένος Άιρες, ένα σωρό διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, κτίρια που είναι φτιαγμένα έτσι δίπλα σε κτίρια που είναι φτιαγμένα αλλιώς, κτίρια ψηλά δίπλα σε κτίρια χαμηλά, κτίρια νέα δίπλα σε κτίρια παλιά. Δείχνει και μιλά (με τη φωνή του ήρωά του, του Μαρτίν) όχι τόσο για ταξικές ανισότητες, όσο κυρίως για ένα χαώδες και χύμα πράγμα, για μια εντελώς πυκνοκατοικημένη μεγαλούπολη μέσα σε μια εντελώς αραιοκατημένη χώρα, για μια μεγαλούπολη που αναπτύχθηκε και χτίσθηκε χωρίς οργάνωση, χωρίς τάξη, χωρίς σχέδιο. Ωστόσο όση τυχόν κριτική και αν κάνει, το βλέμμα του είναι ξεκάθαρα αγαπητικό. Ακόμη κι αν τον ενοχλεί αυτή η δημιουργική αταξία, ταυτόχρονα τον γοητεύει και μας μεταδίδει τη γοητεία που ο ίδιος εισπράττει. Οι εικόνες είναι υπέροχες, η πρόζα από κάτω είναι υπέροχη και ταιριαστή. Είναι ένα γράμμα αγάπης στο απείθαρχο αρχιτεκτονικά Μπουένος Άιρες (ακόμη και στο σάιτ της ταινίας υπάρχει τμήμα με φωτογραφίες του για την πόλη), σαν αυτό του Γούντι Άλεν στο πειθαρχημένο αρχιτεκτονικά Μανχάταν (σκηνές του οποίου εννοείται θα δούμε στη διάρκεια της ταινίας, μέσα από κάποια τηλεόραση). Όταν η ταινία μας εξηγήσει το νόημα του τίτλου της, όταν μιλήσει για τις μεσοτοιχίες, λέγοντάς μας πως οι άνθρωποι στο Μπουένος Άιρες για να ξεφύγουν από τα διαμερίσματα κλουβιά τους, ανοίγουν παρατύπως τρύπες – παράθυρα στις μεσοτοιχίες, δείχνει πως μια πόλη τελικά μπορεί να αναπνέει και αλλιώς, έξω από τα πολεοδομικώς προβλεπόμενα. Μια ανάσα που έρχεται σε αντιδιαστολή με την ασφυξία την οποία προξενεί μια προηγούμενη σκηνή, που μας δείχνει ένα αγοράκι να κάνει ποδήλατο σε ένα μπαλκόνι τόσο μικρό και τόσο στενό, ώστε έχει χώρο για να κάνει μόνο δυο πεταλιές μπροστά και δύο πίσω, δυο πεταλιές μπροστά και δυο πίσω.

Οι «Μεσοτοιχίες» είναι ποιητικό σινεμά με τον τρόπο της «Αμελί», με τον τρόπο δηλαδή που ρίχνουν το βλέμμα τους σε όσα περιβάλλουν τους δύο πρωταγωνιστές, στον τρόπο που μας εισάγουν στις ζωές τους, δείχνοντάς μας τα πράγματα που αγαπούν και φοβούνται, τα πράγματα που συνιστούν τον κόσμο τους. Ο Μαρτίν είναι κατασκευαστής ιστοσελίδων και περνά σχεδόν όλη του την μέρα στο σπίτι, με το ίντερνετ να αποτελεί όλη τη ζωή του, τόσο επαγγελματικά όσο και για οποιονδήποτε άλλο σκοπό. Παίρνει χαπάκια για το ένα ή το άλλο θέμα του. Ο γιατρός του τον προτρέπει να αρχίσει φωτογραφίζει ώστε να ξανασυνδεθεί με τον έξω κόσμο. «Παρατηρώ», λέει ο Μαρτίν καθώς ξεκινά το καινούριο χόμπι του, «σημαίνει είμαι και δεν είμαι παρών. Είμαι χωρίς να είμαι». Η Μαριάνα είναι αρχιτέκτων. που δεν βρίσκει δουλειά ως αρχιτέκτων, και το επάγγελμά της είναι διακοσμήτρια βιτρίνων. «Η βιτρίνα», λέει, «είναι και δεν είναι στο δρόμο, είναι κάτι ενδιάμεσο». Παρομοιάζει τον εαυτό της με τις κούκλες στις βιτρίνες που περιμένουν κάποιον να τους δώσει σημασία και να τις παρατηρήσει. Εκείνος που παρατηρεί κι εκείνη που περιμένει να παρατηρηθεί. Η Μαριάνα έχει πρει σπίτη της έναν κούκλο από μια βιτρίνα, τον πλένει, τον λούζει, μέχρι που κάνει έρωτα μαζί του. Έχει κι αυτή τα ψυχολογικά της και τις φοβίες της. Δεν μπαίνει ποτέ σε ασανσέρ κι επειδή μένει στον όγδοο, βγαίνει έξω μόνο όταν έχει καλό λόγο.

Ένας λόγος που έχουν και οι δύο τα ψυχολογικά τους είναι πως βγήκαν πολύ τραυματισμένοι από τις προηγούμενες μεγάλες σχέσεις του. Εκείνον τον άφησε η κοπέλα του που είχε πάει για λίγο μόνο καιρό υποτίθεται στις ΗΠΑ, αλλά έμεινε εκεί για τα καλά επειδή αποφάσισε ότι της ταιριάζει, αφήνοντάς τον μόνο με το λευκό κανίς της. Ο Μάρτιν μας λέει πικρόχολα πως την απόφαση την πήρε όταν χρεοκόπησε και η Αργεντινή και πως ίσως δεν της ταίριαζε η χρεοκοπημένη Αργεντινή. Η χρεοκοπία θα αναφερθεί άλλη μια δυο φορές στην ταινία, ωστόσο η αλήθεια είναι πως δεν δίνει τόσο πολύ τον τόνο. Οι «Μεσοτοιχίες» είναι μάλλον μια ταινία για την Αργεντινή που έχει συμβιβαστεί με την πραγματικότητά της χρεοκοπίας, την έχει ξεπεράσει ως άμεσο θέμα συζήτησης και προσπαθεί να προχωρήσει μπροστά. Ακριβώς όπως οι ήρωές της δηλαδή. Σε αντίθεση με τον Μάρτιν πάντως η Μαριάνα ήταν που τερμάτισε τη δική της σχέση, όταν μια μέρα είδε στο σαλόνι της έναν άνθρωπο που όχι μόνο της φάνηκε ξένος, αλλά έφτασε να αναρωτηθεί πώς ήταν δυνατόν να πέρασε τέσσερα χρόνια μαζί του. Δεν παύει όμως να της πήρε κι εκείνης άλλα τέσσερα χρόνια για να είναι έτοιμη να προχωρήσει.

Όταν στις ρομαντικές ταινίες οι ήρωες δεν συναντιούνται στο πρώτο τέταρτο καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται να συναντηθούν παρά στο τέλος. Κι όταν την πρώτη τυχαία – μοιραία φορά που οι δρόμοι τους θα συναντηθούν θα προσπεράσουν ο ένας τον άλλο, καταλαβαίνεις ότι αυτό θα επαναληφθεί. Και πράγματι θα επαναληφθεί, φέρνοντας στο μυαλό παρόμοια μοτίβα από ταινίες του Κισλόφσκι. Οι δρόμοι τους πρέπει να διασταυρωθούν και όλο τους ξεφεύγει η διασταύρωση. Στη διάρκεια της ταινίας και ανάμεσα στις τυχαίες συναντήσεις τους θα γνωρίσουν και οι δυο τους άλλους ανθρώπους, θα κοιμηθούν ή θα κάνουν και σύντομες σχέσεις μαζί τους με μεγαλύτερη ή μικρότερη αποτυχία, ανθρώπους όλους ζωγραφισμένους με ενδιαφέρον, καθώς ο Γκουστάβο Ταρέτο (που μετέτρεψε σε μεγάλου μήκους την πολυβραβευμένη διεθνώς μικρού μήκους ομότιτλη ταινία του) είναι εξίσου σκηνοθέτης όσο και σεναριογράφος. Η μια ιδιότητα του δηλαδή δεν καπελώνει την άλλη. Σκηνοθεσία και σενάριο πάνε εντελώς χέρι χέρι, με τη μουσική και τα τραγούδια να τα συμπληρώνουν στο φουλ. Είναι μια ταινία πλούσια και γεμάτη, που την αγαπάς βλέποντάς την πρώτη φορά, αλλά κυρίως μια ταινία από αυτές που σου δημιουργούν τη διάθεση να την ξαναεπισκεφτείς πολλές φορές μελλοντικά.

Η Μαριάνα εξετάζει στον σκληρό δίσκο τις φωτογραφίες που είχε βγάλει με τον πρώην της. Κοντά τετρακόσιες την πρώτη χρονιά. Τις μισές τη δεύτερη. Μερικές δεκάδες την τρίτη. Τέσσερεις την τελευταία. Βλέπουμε αυτές τις τέσσερεις, μόνο στην μία είναι μόνο οι δυο τους, τα βλέμματά τους προσπαθούν αλλά δεν καταφέρνουν να κρύψουν την θλίψη και την αμηχανία. Όλα της λεν’ πως έχει κιόλας φύγει. Άραγε πόσες φωτογραφίες θα βγάλουν τώρα με τον Μαρτίν; Νομοτελειακά θα μειωθούν. Εκτός κι αν μαζί φτιάξουν έναν τρίτο άνθρωπο, οπότε οι φωτογραφίες θα αυξηθούν ξανά με τον τρίτο άνθρωπο πρωταγωνιστή. Αυτή είναι η καλή εκδοχή. Και έτσι όμως οι φωτογραφίες με σκέτους τους δυο τους θα βαίνουν μειούμενες. Οι ρομαντικές ταινίες, τα boy meets girl, ξέρουν ακριβώς πού να τελειώσουν: στην αρχή, εκεί που θα βγουν οι εκατοντάδες φωτογραφίες, εκεί που το αγόρι και το κορίτσι θα τραγουδήσουν μαζί το ίδιο τραγούδι, συμπληρώνοντας ιδανικά ο ένας τον άλλο.