Όπως προδίδει κι ο τίτλος του άρθρου, δύο ταινίες σήμερα αντί για μία. Η πρώτη παίζεται ήδη από την προηγούμενη βδομάδα στις αίθουσες και είναι το “Skyfall“, με άλλα λόγια ο 23ος Τζέιμς Μποντ, και η δεύτερη ξεκινά να παίζεται από αυτήν την Πέμπτη, κι είναι μια ελληνική ταινία το “J.A.C.E” του Μενέλαου Καραμαγγιώλη, ο οποίος επιστρέφει με μεγάλου μήκους ταινία 13 ολόκληρα χρόνια μετά το “Βlack Οut”, καθυστέρηση που οφείλεται, όπως ο ίδιος εξηγεί, σε ρόλους καθαρά οικονομικούς, μιας και έπρεπε πρώτα να ξεχρεώσει την προηγούμενη ταινία του, ώστε ύστερα να χρηματοδοτήσει τη δεύτερη.

Ο Μποντ πάλι προφανώς και δεν αντιμετώπισε ποτέ, στον μισό αιώνα ζωής που συμπληρώνει φέτος, παρόμοια προβλήματα χρηματοδότησης, όντας μια μηχανή που βγάζει χρήμα. Βλέπω το “Skyfall” με έναν φίλο μου. Εκείνος είναι φανατικότατος του Μποντ, εγώ στάθηκα πάντα με αδιαφορία απέναντι του, καθώς στην ηλικία που τον αγαπάνε συνήθως τα παιδιά (με αποτέλεσμα να συνεχίσουν να τον ακολουθούν μεγαλώνοντας) προτίμησα να αγαπήσω τον Ιντιάνα Τζόουνς. Με αφήνει τόσο αδιάφορο που δεν θα έβλεπα καν την ταινία, αν δεν άκουγα από παντού τόσο καλά λόγια κι δεν την είχε σκηνοθετήσει ο Σαμ Μέντες. Κι έχω κόλλημα με τον Μέντες. Κι αυτό που είδα με ενθουσίασε. Που ναι, φυσικά και είναι μια ταινία Τζέιμς Μποντ, αλλά βασικά είναι μια εικαστικά συναρπαστική ταινία, γεμάτη υπέροχα κάδρα και με μια ροή σχεδόν ανεπίληπτη.

Η ταινία ξεκινά με τον Μποντ να βγαίνει μέσα από σκιές και τον Μέντες και τον διευθυντή φωτογραφίας Ρότζερ Ντίκινς να τον φωτίζουν σαν να είναι εξωγήινος που βγαίνει από διαστημόπλοιο του Σπίλμπεργκ. Με το καλημέρα και η πρώτη κρίσιμη απόφαση: ο Μποντ αφήνει έναν χτυπημένο συνάδελφό του στο έλεος του πιθανού θανάτου, αντί να τον βοηθήσει. Δεν είναι δική του η απόφαση. Λαμβάνει διαρκώς εντολές από την Μ, σαν να είναι το πιόνι στην σκακιέρα της. Δεν είναι προτεραιότητα ο πράκτορας, προτεραιότητα είναι να βρει τη λίστα με την οποία έχει ξεφύγει αυτός που πυροβόλησε τον συνάδελφό του. Μια λίστα με ονόματα άλλων πρακτόρων που έχουν διεισδύσει μυστικά σε τρομοκρατικές οργανώσεις. Ακολουθεί μια χορταστικότατη καταδίωξη στην Κωνσταντινούπολη, για να ολοκληρωθεί με τον «θάνατο» του Μποντ, που πυροβολείται και πέφτει στο νερό από πολύ ψηλά. Σαν να μην έφταναν αυτά, ακολουθούν οι -έργο τέχνης από μόνοι τους- υποβρύχιοι τίτλοι έναρξης, με το τραγούδι της Αdele να τους συνοδεύει. Κι εδώ να τελείωνε η ταινία θα έφευγες ικανοποιημένος. Αλλά η ταινία μόλις τώρα αρχίζει.

Και η ταινία αντιπαραθέτει τους παλιούς τρόπους έναντι των νέων. Ο Μποντ είναι ένας παλαιομοδίτης πράκτορας. Είμαστε στην εποχή όπου όλα, και η τρομοκρατία και η κατασκοπεία, μπορούν να γίνουν μέσω κομπιούτερ. Ο αντίπαλός του στην ταινία, ο Σίλβα, του λέει προς το τέλος: «Όλο αυτό το κυνηγητό και το λαχάνιασμα κι η φυσική κούραση, τι νόημα έχει;». Ο Q πάλι του είχε πει νωρίτερα: «Μπορώ να προκαλέσω απ’ το λάπτοπ μου, φορώντας τις πιτζάμες μου και μέχρι να πιω το πρωινό μου τσάι, περισσότερο κακό από όσο εσύ σε έναν ολόκληρο χρόνο». Σαν τον εμβληματικό της μυστικό πράκτορα και η ίδια η Αγγλία μοιάζει να είναι μια χώρα που έχει ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Στην ταινία παρατίθεται και λίγος Τένισον για να μην μας μείνει αμφιβολία: «Μολονότι δεν είμαστε τώρα εκείνη η δύναμη που κινούσε γη και ουρανό, είμαστε αυτό που είμαστε». Συνειδητοποίηση του νέου στάτους. Όπου όμως, αν μέσα σε αυτό υπάρχουν «ηρωικές καρδιές» που αντέχουν και δεν το βάζουν κάτω, τότε οι παλιοί τρόποι μπορεί να θριαμβεύσουν εις βάρος των νέων. Παλαιομοδίτης ήρωας, παλαιομοδίτικη χώρα, αλλά το πολιτισμικό κεφάλαιο της ποπ κουλτούρας παραμένει ένα ισχυρότατο χαρτί της, όπως ανέδειξε και ο Ντάνι Μπόιλ στις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών, όπως αναδεικνύει κι εδώ ο Μέντες.

Ένα τρίγωνο στήνεται ανάμεσα στην Μ και τους δυο «αποστόλους» της, τον Μποντ και τον Σίλβα. Ο άγγελος που εξέπεσε κι ο άγγελος που παραμένει υπό τη χάρη της. Ο Χαβιέ Μπαρδέμ φλερτάρει με τη γραφικότητα, αλλά την αποφεύγει δεξιοτεχνικά λόγω του υποκριτικού του διαμετρήματος. Απέναντί του ο Ντάνιελ Κρεγκ έχει μια μόνιμη σκυλίσια έκφραση στην πόκερ φάτσα του, βγάζοντας μια ίσως ακόμη τρομακτικότερη σκοτεινιά από αυτήν του Σίλβα. Και τελικά κατά τη γνώμη μου ίσως ο μεγαλύτερος κακός του έργου αποδεικνύεται η Μ. Η Μ που δρα συνεχώς υπολογιστικά, που κοιτά συνεχώς τη μεγαλύτερη εικόνα, πόσους πράκτορες θα σώσει αν προδώσει τον Μποντ ή τον Σίλβα. Η θεωρία του μεγαλύτερου καλού μπορεί να είναι βάσιμη, μπορεί για την ακρίβεια αυτό να είναι το καθήκον της Μ στη θέση που βρίσκεται, ωστόσο όταν φτάνεις να μην μετράς καθόλου τον παράγοντα άνθρωπο, όταν παύει η κάθε ζωή να έχει την αυταξία της και όταν ο άνθρωπος είναι απλώς ένα νούμερο, τότε όλο αυτό γίνεται με μια λέξη απάνθρωπο.

Οι γονείς του Μποντ σκοτώθηκαν όταν ήταν μικρός. Και όπως λέει η Μ τα ορφανά είναι πάντα οι καλύτεροι υποψήφιοι για στρατολόγηση. Τα αρχικά J.A.C.E. σημαίνουν Just Another Confused Elephant: ακόμη ένας μπερδεμένος ελέφαντας. Οι μικροί ελέφαντες που χάνουν ξαφνικά και βίαια τους γονείς τους είναι γεμάτοι οργή την οποία μεγαλώνοντας εκτονώνουν με διάφορους απρόβλεπτους τρόπους. Ίσως λοιπόν κι ο Μποντ είναι κατά βάθος ένας ακόμη μπερδεμένος ελέφαντας. Σίγουρα πάντως τέτοιος είναι ο νεαρός βορειοηπειρώτης ήρωας της ταινίας του Καραμαγγιώλη. Μάνα δεν γνώρισε ποτέ και τον πατέρα του τον σκοτώνουν μπροστά στα μάτια του. Παίρνει την εντολή του «Μην μιλήσεις ποτέ» (στους δολοφόνους) κατά γράμμα, σωματοποιώντας ίσως έτσι το τραύμα του με τον πιο ακραίο τρόπο: σταματώντας να μιλάει για πάντα. Μερικά από τα θέματα για τα οποία μας μιλάει το “J.A.C.E”: εμπόριο παιδιών για παράνομες υιοθεσίες, παιδιά στην οργανωμένη επαιτεία, σωφρονιστήρια, γυναίκες που τις αφήνουν εγκύους μόνο και μόνο για να πουλήσουν τα βρέφη τους, άνθρωποι ως αποθήκες οργάνων που θα δοθούν σε παράνομες μεταμοσχεύσεις, ο μοναχικός αδιάφθορος αστυνομικός σε αντίθεση με τους βρώμικους που τον ξεπερνούν στην ιεραρχία, η ατακαδόρισσα τραβεστί με τη χρυσή καρδιά, οι -σήμα κατατεθέν πια του ελληνικού σινεμά των τελευταίων ετών- αιμομιξίες, μόδιστροι που λειτουργούν ως βιτρίνα για το οργανωμένο έγκλημα, ναρκωτικά, πορνεία, μετανάστες που μεταφέρονται σε φορτηγά ψυγεία. Κι ακόμη πιστολίδια και φόνοι, τσίρκα, έρωτες, προδοσίες, εκβιασμοί, συγκαλύψεις της αλήθειας. Και τέλος ελέφαντες παντού, είτε αληθινοί, είτε σε μάσκες, είτε σε παιχνίδια, είτε σε ντεκόρ. Η υπερβολικά φορτωμένη πλοκή, το ασύμβατο -με τον εφιαλτικό κόσμο που περιγράφει η ταινία- λούστρο στην εικόνα και η μάλλον επιδερμική αντιμετώπιση όλων αυτών των ζοφερών πραγμάτων που συμβαίνουν, δεν συνεισφέρουν στη δημιουργία του επιθυμητού αποτελέσματος. Θα μπορούσα πιθανότατα να κάνω περισσότερα αρνητικά σχόλια, αλλά από το να πουλήσω ανέξοδα πνεύμα, θα περιοριστώ να πω ότι βρήκα το “J.A.C.E” μια πολύ φιλόδοξη αποτυχία. Το όραμα του Μενέλαου Καραμαγγιώλη μπορεί τελικά να καταλήγει σε ένα αποτέλεσμα το οποίο δεν μου ταιριάζει αισθητικά, αλλά το μόνο που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς, είναι ότι το όραμα υφίσταται και υπηρετείται από τον δημιουργό της ταινίας με όλη του την καρδιά. Κι αυτό έχει τη δική του αυτοτελή σημασία. Οπότε τελικά εναπόκειται στον κάθε θεατή να δει την ταινία και να κρίνει ιδίοις όμμασι αν το αποτέλεσμα λειτουργεί καλύτερα σε εκείνον.