Ο πατέρας της Ίντια Στόκερ σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα την ημέρα των 18ων της γενεθλίων. Η Ίντια είναι ένα εσωστρεφές πλουσιοκόριτσο – μοναχοκόριτσο, χωρίς φίλους στο σχολείο, που της αρέσει να διαβάζει και να κυνηγά. Ο πατέρας της την έπαιρνε πάντα μαζί του για κυνήγι και γενικά ήταν με τον πατέρα της που είχε την μόνη ουσιαστική ανθρώπινη σχέση στη ζωή της, καθώς η μάνα της ήταν πάντα απόμακρη. Μετά την κηδεία εμφανίζεται στο σπίτι ένας αδελφός του πατέρα της, ο μυστηριώδης θείος Τσάρλι, την ύπαρξη του οποίου η Ίντια ως εκείνη τη στιγμή αγνοούσε. Θα μείνει μαζί τους για λίγο καιρό. Η μητέρα της μοιάζει γοητευμένη. Η Ίντια έχει αδιευκρίνιστα και στην ίδια συναισθήματα. Ο θάνατος του πατέρα της είναι μόνο η αρχή των αλλαγών που θα επιφέρουν την πλήρη ενηλικίωσή της.

Το σενάριο του «Stoker» υπογράφει ο Γουέντγουορθ Μίλερ. Τον βλέπεις να πρωταγωνιστεί στο «Prison Break» και άντε να φανταστείς ότι μια μέρα θα γυρίσει ταινία πάνω σε δικό του σενάριο ο Νοτιοκορεάτης Παρκ Τσαν Γουκ, ο σκηνοθέτης μιας σειράς σημαντικών ταινιών και φυσικά του «Οldboy». Πάντοτε αναρωτιόμουν πως τόσοι και τόσοι ηθοποιοί γίνονται σκηνοθέτες -και δη συνήθως πετυχημένοι- ή σεναριογράφοι. Φαίνεται πως η τριβή, το να είσαι μέσα σε ένα χώρο, να βλέπεις πως λειτουργεί κάτι στην πράξη είναι πιο σημαντικό -ή τουλάχιστον εξίσου σημαντικό- από οποιαδήποτε θεωρητική κλίση. Το σενάριο έχει αρκετές επιρροές από το «Shadow of a Doubt» του Χίτσκοκ, αν και προσωπικά μου φάνηκε να έχει κοπιάρει και μια βασική ιδέα από το «Dexter». Η Μία Γουασικόφσκα και η Νικόλ Κίντμαν παίζουν ρόλους που τους ταιριάζουν και είναι επαρκείς σε αυτούς, σε αντίθεση με τον Μάθιου Γουντ που μοιάζει εντελώς ψεύτικος στον δικό του. Στο «Μatch Point» που έπαιζε έναν συμπαθή χαρακτήρα ήταν κι ο ίδιος συμπαθής, η επιλογή του όμως για τον συγκεκριμένο ρόλο αποδεικνύεται εξαιρετικά άστοχη.

Είναι νομίζω σαφές πως στα χέρια άλλου σκηνοθέτη η ταινία θα ήταν ολοίδια με εκατοντάδες άλλες, θα είχαμε δηλαδή να κάνουμε με ένα ακόμα θρίλερ της σειράς. Ο Παρκ Τσαν Γουκ όμως παίρνει το υλικό που έχει στα χέρια του (με το ερώτημα βέβαια γιατί επέλεξε αυτό και όχι κάποιο άλλο, σημαντικότερο υλικό, να παραμένει) και παραδίδει κάτι διαφορετικό, καθώς πέραν του απαράμιλλου στιλ του (που πάντως κι αυτό μοιάζει αρκετά τιθασευμένο) καταφέρνει να αποστάξει και μερικά δράμια ουσίας. Τόσοι και τόσοι ξένοι σκηνοθέτες έχουν φάει τα μούτρα τους όταν έρχονται στην Αμερική, ο Παρκ Τσαν Γουκ (που το «Stoker »είναι η πρώτη αμερικάνικη ταινία του) δεν τα τρώει μεν, αλλά δεν θριαμβεύει κιόλας. Εικαστικά σε αποζημιώνει, έχεις να θυμάσαι γοητευτικές σκηνές, ωστόσο τελικά πρόκειται για μια ταινία που δεν καταφέρνει να απογειωθεί στα χέρια ενός σκηνοθέτη, ο οποίος όταν απογειώνει τις ταινίες του η εμπειρία είναι μοναδική.

Σε μια σπάνια και για τις δύο στιγμή, η Ίντια έρχεται κάπως κοντά στην μητέρα της. Εκείνη αναρωτιέται «που ήμουν όλα αυτά τα χρόνια». «Ήσουν απασχολημένη» της απαντάει η Ίντια, με αδιευκρίνιστο ύφος, πάντως σίγουρα όχι αμιγώς ειρωνικό. Ίσως της το λέει γλυκόπικρα, ίσως της το λέει αποδεχόμενη τον χαρακτήρα της μαμάς της. Γιατί πράγματι υπάρχουν χαρακτήρες σαν αυτόν της Κίντμαν που κλείνονται στο σπίτι τους, κλείνονται στον εαυτό τους, αποτραβιούνται από τη ζωή, αποτραβιούνται ακόμα και από τα ίδια τους τα παιδιά. Και αφήνουν τα χρόνια να περνάνε, και κοιμούνται όπως αυτή ως το μεσημέρι, και δεν ξέρουν καν να μαγειρεύουν, ωστόσο αυτό δεν αναιρεί πως με κάτι «είναι απασχολημένοι». Όλοι οι άνθρωποι, ακόμα και οι πλέον αργόσχολοι βρίσκουν με κάτι να ασχοληθούν, βρίσκουν κάπου να χώσουν το κεφάλι τους, μέχρι να περάσει αυτή η βαβούρα που λέγεται ζωή. Εκτός από τους ελεύθερους και ωραίους που χτίζουν τείχη για να ζήσουν εκεί τις μεγάλες τους στιγμές, υπάρχουν και οι φοβισμένοι και αποστασιοποιημένοι, που χτίζουν τείχη μέσα στα οποία ζουν το μεγάλο τους κενό.

Την προηγούμενη βδομάδα μιλούσαμε για μια μεταλλαγμένη Χιονάτη, κι εδώ έχουμε τρόπον τινά να κάνουμε με μια μεταλλαγμένη Σταχτοπούτα. Η Ίντια λαμβάνει στα γενέθλιά της κάθε χρόνο ένα ολόιδιο ζευγάρι ασπρόμαυρα πάνινα παπούτσια, διαφορετικού μεγέθους κάθε φορά. Τώρα που ενηλικιώνεται είναι έτοιμη να λάβει ως δώρο γοβάκια, είναι έτοιμη να γίνει μια πριγκίπισσα της ενηλικίωσης, της ελευθερίας, της αυτογνωσίας. Η Ίντια, όπως μας πληροφορεί στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας, περίμενε μια ζωή: «… να ολοκληρωθεί και να σωθεί. Όπως ένα λουλούδι δεν επιλέγει το χρώμα του, έτσι κι εμείς δεν είμαστε υπόλογοι για αυτό που τελικά είμαστε. Μόνο όταν το συνειδητοποιείς αυτό είσαι ελεύθερος και το να ενηλικιώνεσαι σημαίνει να απελευθερώνεσαι».

Χθες μόλις ο Ομπάμα έβγαλε λόγο στο σχολείο μιας από τις τελευταίες μαζικές σφαγές, χθες πάλι ένας άλλος σαλεμένος πήρε ένα μαχαίρι και τραυμάτισε βαριά ένα σωρό ανθρώπους. Η χώρα στην οποία ανθούν οι σίριαλ κίλερ και οι μαζικές σφαγές σε σχολεία, πανεπιστήμια, κινηματογράφους, εμπορικά κέντρα, είναι η ίδια χώρα που εξακολουθεί να πιστεύει τυφλά στην ατομικότητα στα πάντα, κατ΄επέκταση και στην ατομική διάσταση του κακού. Αντί για την κοινοτοπία του κακού, το κακό ως κοινοτοπία κινηματογραφική, ο ατομικισμός του κακού. Ένα φαινόμενο με τέτοιες διαστάσεις δεν μπορεί παρά να είναι ένα καθαρά κοινωνικό φαινόμενο, ένα φαινόμενο μιας συγκεκριμένης κουλτούρας, που εξηγείται εν μέρει μόνο από την οπλοκατοχή ή τον μιμητισμό. Κι όμως αυτή η κουλτούρα, τουλάχιστον στο σκέλος της το κινηματογραφικό με εξαιρέσεις μόνο προσπαθεί να εξηγήσει το φαινόμενο. Ο κανόνας είναι πως αντί να συνομιλήσει μαζί του, αντί να προσπαθήσει να καταλάβει αυτό που συμβαίνει, εξακολουθεί να γοητεύεται πρωτογενώς από το κακό, εξακολουθεί να το εμπορεύεται και κυρίως εξακολουθεί να του αποδίδει μη κοινωνικά αίτια, να το εντοπίζει σε βάση καθαρά ατομική. Ένας διάλογος κωφών. Ό,τι κι αν λέει η Ίντια για τον εαυτό της λοιπόν, η αμερικάνικη κοινωνία είναι υπόλογη για αυτό που τελικά είναι, για αυτό που τελικά παράγει. Και μόνο όταν το συνειδητοποιήσει αυτό θα ενηλικιωθεί.