Το “Τhe Artist” ξεκινά δείχνοντάς μας την επίσημη πρεμιέρα μιας βωβής ταινίας. Βλέπουμε τι διαδραματίζεται στην οθόνη, βλέπουμε τους θεατές στην αίθουσα να το καταευχαριστιούνται, βλέπουμε τους συντελεστές της ταινίας να περιμένουν στα παρασκήνια να τελειώσει η προβολή για να χαιρετήσουν το κοινό. Βλέπουμε επίσης κάτω από την οθόνη την ορχήστρα να παίζει ζωντανά τη μουσική που συνοδεύει την ταινία, η οποία είναι ταυτόχρονα και η μουσική που ακούμε εμείς. Δύσκολο να πάει κανείς στο “Αrtist” ανυποψίαστος. Ακόμα κι αν δεν ξέρει ότι παίζει πολύ δυνατά για να γίνει η έκπληξη της χρονιάς στα βραβεία αλλά και στη συνείδηση του κόσμου, θα ξέρει ότι πρόκειται για μια βωβή ασπρόμαυρη ταινία, φόρο τιμής στον βωβό κινηματογράφο. Και στα πρώτα λεπτά μάλλον τίποτα δεν θα του φαίνεται τόσο περίεργο. Κι ύστερα η ταινία μέσα στην ταινία τελειώνει. Μαζί της κι η μουσική. Και βλέπουμε στα παρασκήνια τους συντελεστές να περιμένουν με προσμονή να ακούσουν το χειροκρότημα. Και δεν ακούγεται τίποτα. Εμείς δεν το ακούμε. Γιατί εκείνοι βέβαια το ακούν. Αμέσως μετά θα δούμε το πλήθος που χειροκροτεί. Άλλο η γνώση, άλλο η συνήθεια. Άλλο τί ξέρουμε πως βλέπουμε και άλλο το πώς έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε μια ταινία. Που στην περίπτωσή μας σημαίνει να την ακούμε. Έχουμε ακόμη τις συνήθειες θεατών ομιλούντα κινηματογράφου.

Ο ήρωας της ταινίας είναι τεράστιο αστέρι του βωβού. Κι όταν ο ομιλών ετοιμάζεται να πάρει τη θέση του βωβού, εκείνος αντιδρά. «Είναι το μέλλον», του λέει ο επικεφαλής του στούντιο. «Αν αυτό είναι το μέλλον, σας το χαρίζω», του απαντά χλευαστικά. Όχι ακριβώς τέρας διορατικότητας. Τα πράγματα αρχίζουν να πηγαίνουν άσχημα. Τον βλέπουμε στο καμαρίνι του, μπροστά στον καθρέφτη. Ακουμπά ένα ποτήρι. Το ποτήρι ακούγεται. Τώρα πια, έχοντας μπει για τα καλά στην ταινία, έχουμε απωλέσει τη συνήθεια θεατή ομιλούσας ταινίας και έχουμε αποκτήσει τη συνήθεια θεατή βωβής. Και με το ποτήρι η έκπληξη είναι αντίστροφη από ό,τι με το χειροκρότημα. Εκεί εκπλαγήκαμε που δεν το ακούσαμε, εδώ εκπλησσόμαστε που το ακούμε. Και το εντυπωσιακό είναι ότι εκπλήσσεται και ο ήρωας. Γιατί όμως; Κανονικά δεν θα έπρεπε. Μετά αρχίζει και ακούει ήχους από όλα τα αντικείμενα. Βρίσκεται σε έναν ηχητικό κόσμο. Καταλαβαίνουμε ότι βλέπει εφιάλτη. Ο κόσμος των ταινιών ήταν ένας ονειρικός κόσμος, πλασμένος για την δική του πρωτοκαθεδρία, και το όνειρο μετατρέπεται σε εφιάλτη με την έλευση του ήχου. Για εκείνον το σοκ του ήχου είναι το σοκ μιας εποχής που απειλεί να τον ξεπεράσει, για εμάς το σοκ του ήχου έχει να κάνει με τη συνθήκη παρακολούθησης της ταινίας.

Θα ήταν βλακωδέστατο να υποστηρίξει κανείς ότι το σινεμά είναι προτιμότερο να επιστρέψει στο βωβό. Φυσικά και δεν είναι. Αν μπορούσαμε ωστόσο να σκεφτούμε ένα σενάριο αντεστραμμένης επιστημονικής φαντασίας, που η τεχνολογία θα γυρνούσε πίσω και θα εξαφανιζόταν η δυνατότητα να έχουν ήχο οι νέες ταινίες, αυτό δεν θα σήμαινε ότι θα μαζί με τον ήχο θα τελείωνε και ο κινηματογράφος. Ο κινηματογραφικός κόσμος θα επαναπροσανατολιζόταν προς τον βωβό κι εμείς πολύ σύντομα θα συνηθίζαμε και θα βλέπαμε τις νέες ταινίες όχι ως κάτι λειψό, αλλά ενδιαφερόμενοι μόνο για αυτό που έχουν να μας δείξουν. Και τελικά η απήχηση του “Αrtist” έγκειται στο ότι από την αρχή ως το τέλος αντιμετωπίζει τον εαυτό του όχι σαν κάτι το αξιοπερίεργο, ούτε σαν άσκηση κινηματογραφοφιλίας, αλλά σαν ταινία που απευθύνεται πρωταρχικά στον θεατή. Ο Μισέλ Χαζαναβίσιους δεν το γύρισε για να μας δείξει τι ταινίες αγαπούσε, αλλά με πρωταρχική επιδίωξη να μας κάνει να αγαπήσουμε την δική του ταινία. Το “Αrtist” δηλαδή είναι δευτερευόντως νοσταλγικό. Δεν γυρίστηκε για να νοσταλγήσει και να νοσταλγήσεις, αλλά για να απολαύσεις αβίαστα κι ολοκληρωτικά αυτά που έχει να σου προσφέρει. Και τα απολαμβάνεις.