Αφεντικά και μη: Στο «The Master» ο Γιόακιν Φίνιξ (σεξομανής, αλκοολικός, παρασκευαστής αλκοόλ από απίθανα και επικίνδυνα υλικά) είναι ένα τσακισμένο ψυχικά ρετάλι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που του είναι εξαιρετικά δύσκολο να επανενταχθεί κανονικά στην κοινωνία. Δουλειές εκείνη την περίοδο στις ΗΠΑ υπάρχουν πολλές, ωστόσο εκείνος χάνει την μία μετά την άλλη, γιατί τα έχει παιγμένα. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή τρέχει να ξεφύγει σε κάτι χωράφια. Τρέχει να ξεφύγει από κάποιους που τον κυνηγάνε, ωστόσο η κάμερα δείχνει μόνο αυτόν, σαν να θέλει να μας πει πως βασικά τρέχει να ξεφύγει από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο χαμένος και κυνηγημένος δρόμος του θα διασταυρωθεί με αυτόν ενός εντελώς διαφορετικού ανθρώπου, του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Τι κάνει στη ζωή του ο Χόφμαν; Με τα λόγια του ίδιου: «Είμαι συγγραφέας, γιατρός, πυρηνικός φυσικός και θεωρητικός φιλόσοφος. Αλλά πάνω από όλα είμαι ένας άνθρωπος που θέλει απεγνωσμένα να μαθαίνει». Ηγείται μιας πνευματιστικής σέκτας. Ο χαρακτήρας που υποδύεται είναι πολύ επηρεασμένος από τη ζωή του ιδρυτή της σαϊεντολογίας, Λ. Ρον Χάμπαρντ. Δεν είναι ο Χάμπαρντ, αλλά είναι σίγουρα κάποιος σαν τον Χάμπαρντ. Οι δυο άντρες θα κλειδώσουν μεταξύ τους και θα αλληλοσυμπληρωθούν, καθώς ο ένας προσφέρει στον άλλο αυτό που του λείπει. Ο Φίνιξ βρίσκει καταφύγιο από τους δαίμονές του, ο Χόφμαν έναν πιστό ακόλουθο. Ο Φίνιξ δεν φοβάται να σκάψει βαθιά στις σαν σε ύπνωση αναδρομές στο παρελθόν του που του κάνει ο Χόφμαν. Και μετά γίνεται ο πιο αφοσιωμένος του στρατιώτης. Αλλά όσο φυσικό του είναι να υποταχθεί, αλλά άλλο τόσο φυσικό του είναι να είναι και ανυπότακτος. Δεν είναι απαραίτητα ασύμβατες μεταξύ τους αυτές οι δύο έννοιες. Οι επιλογές του στη ζωή είναι μεταξύ του να είναι υπό τον έλεγχο κάποιου και του να διαφεύγει τον έλεγχο. Αυτό που δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει είναι να ηγηθεί. Στη ζωή ή θα ηγείσαι ή δεν θα ηγείσαι. Αυτά τα δύο, ναι, είναι μεταξύ τους ασύμβατα.

Πλοία: Πρωτοβλέπουμε τον Χόφμαν και την γκρούπα του να χορεύουν ένα βράδυ μέσα σε ένα πλεούμενο. Ο Φίνιξ θα μπει μεθυσμένος μέσα σε αυτό και το πλοίο θα σαλπάρει. Η αίρεση, η σέκτα, ως ένα αυτόνομο πλοίο, ως ένας πολύ μικρός κόσμος μέσα στον μεγάλο, ως ένας κόσμος που κινείται στη δική του πορεία. Σε πλοίο όμως πρωτογνωρίζουμε στην αρχή της ταινίας και τον Φίνιξ. Τα πολεμικά πλοία είναι ένας ακόμη μικρός κόσμος μέσα στον μεγάλο, ο στρατός είναι κι αυτός μια ακόμη σέκτα. Οι στρατιώτες βγαίνοντας από τα πλοία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και επιστρέφοντας στον τρόπο της ξηράς είχαν δυσκολίες ένταξης στον τρόπο των πολλών. Για τον χαρακτήρα του Φίνιξ, που τον ξέρασε η στεριά, η καταφυγή, η διέξοδος ήταν η επιβίβαση σε ένα άλλο πλοίο, σε ένα νέο, ξεχωριστό κόσμο.

Επίθεση, όχι άμυνα: Όταν σε μια δεξίωση που ο Χόφμαν κάνει την επίδειξή του και προσελκύει νέους πιστούς, ένας καλεσμένος αρχίζει να αμφισβητεί τις μεθόδους του και τους τσαρλατάνικους ισχυρισμούς του, ο Χόφμαν προσπαθεί να απαντήσει, μέχρι που χάνει την ψυχραιμία του και βγαίνει εκτός εαυτού. Στην επιστροφή η γυναίκα του του επισημαίνει το βασικό του στρατηγικό λάθος: «Μην είσαι αμυντικός. Μην προσπαθείς να απολογείσαι. Μην αισθάνεσαι άσχημα. Πρέπει να επιτίθεσαι». Και σκέφτομαι -βλέποντας από μεγαλοεπιχειρηματίες έως μεγαλοπολιτικούς που αντί να απολογούνται βρίσκονται διαρκώς στην επίθεση- πως αυτό είναι τελικά το μυστικό της επιτυχίας, πως έτσι κατακτιέται ο κόσμος, όχι μην έχοντας αδύνατα σημεία, όχι οργανώνοντας καλά τις άμυνές σου, αλλά επιτιθέμενος με διαρκή σφοδρότητα.

Το στρεβλό σώμα: Ο Χόφμαν, που ίσως είναι κι ο αγαπημένος μου γενικά ηθοποιός, δεν υπάρχει ρόλος που να μην τον πάρει και να τον πάει τρία επίπεδα πιο πάνω. Ωστόσο δε νομίζω πως η συγκεκριμένη ταινία ανήκει εξ ημισείας και στους δύο μεγάλους πρωταγωνιστές της. Η ταινία ανήκει κυρίως στον Γιόακιν Φίνιξ. Η δική του ερμηνεία είναι η στοιχειωτική, η δική του φιγούρα είναι που καρφώνεται στο μυαλό, έτσι όπως έχει μεταμορφώσει και διαστρεβλώσει το σώμα του, έτσι όπως παίζει ολοκληρωτικά με το σώμα του, αποστεωμένος, πρόωρα γερασμένος, καμπούρης, με στραβωμένη γκριμάτσα, με τα μάτια του να είναι πηγές χασίματος. Ο τρόπος που παλεύει σαν λυσσασμένο αγρίμι με τους αστυνομικούς, ο τρόπος που χτυπιέται με μανία στη φυλακή, μια κύρτωση, ένα στράβωμα, ένα σώμα που στέκεται λάθος, ένα σώμα που αντικατοπτρίζει μια ψυχή σε σύγχυση.

Υποκατάστατα: Ο Πολ Τόμας Άντερσον συνεχίζει να διεισδύει στους μικρόκοσμους, καθιστώντας τους υποκατάστατα σπιτιών και δυσλειτουργικά οικογενειακά περιβάλλοντα. Ό,τι κι αν συμβαίνει σε πρώτο πλάνο στις ταινίες του, στο φόντο υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο. Στον μικρόκοσμο του τζόγου στο “Hard Eight”, ο Φίλιπ Μπέικερ Χολ θα γίνει ο «πατέρας» του Τζον Σι Ράιλι. Στον μικρόκοσμο των πορνό στο “Βοοgie Nights”, ο Mπαρτ Ρέινολντς θα γίνει ο «πατέρας» του Μαρκ Γουόλμπεργκ. Στον μικρόκοσμο της σαν σαϊεντολογία σέκτας στο “Τhe Master”, ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν θα γίνει ο «πατέρας» του Γιόακιν Φίνιξ. Ακόμη και στον μικρόκοσμο των πρώτων πετρελαιάδων στο “Τhere Will Be Blood”, ο Nτάνιελ Ντέι Λιούις θα γίνει ο «πατέρας» ενός μικρού αγοριού. Οι γιοι θα συγκρουστούν με τους πατεράδες τους. Στη μόνη εκτός εισαγωγικών πατρική σχέση -στο “Magnolia” και στον μικρόκοσμο της τηλεόρασης αυτή τη φορά- η σχέση αληθινού πατέρα με αληθινό γιο είναι η συγκριτικά χειρότερη όλων των άλλων και η δυσλειτουργία φτάνει στα κόκκινα: ο Τομ Κρουζ χρόνια μακριά από τον πατέρα του Τζέισον Ρόμπαρντς, κάθεται δίπλα στο κρεβάτι που αυτός αφήνει την τελευταία του πνοή και τον βρίζει με σκαιότητα.

Καταληκτικά: Με όλο της το αναντίρρητο μεγαλείο, κάπου στην πορεία νιώθεις ότι η ταινία στομώνει. Μια εικασία -και τίποτα παραπάνω- είναι πως, όπως ο Άντερσον γνώρισε πολλά προβλήματα από το σαϊεντολογικό λόμπι πριν καταφέρει να τη γυρίσει, έτσι ίσως κάπου αναγκάστηκε να επέμβει και στο σενάριό του. Είναι όμως πολύ πιθανό αυτό που βλέπουμε στην οθόνη να ήταν εξαρχής η επιλογή του. Δεν μοιάζει άλλωστε να ήθελε να γυρίσει κάτι κραυγαλέα καταγγελτικό. Συμπερασματικά το “Τhe Master” είναι μια ακόμη μεγάλη ταινία του Άντερσον, που όμως έχεις την αίσθηση πως από ένα σημείο και ύστερα αντιμετωπίζει με αμηχανία και δεν εξελίσσει αυτό που η ίδια έχει αναπτύξει, δεν διαχειρίζεται ιδανικά τον κόσμο που η ίδια έχει χτίσει και τις σχέσεις που η ίδια έχει δημιουργήσει. Αλλά η έμφαση είναι στο «μεγάλη ταινία», κι όλα τα άλλα μικρά παράπονα.