Το «Στο τέλος του δρόμου» ξεκινά με ένα πολύ δυνατό μονόπλανο, καθώς θα ακολουθήσουμε τον «Όμορφο Λουκ» από το καμαρίνι του μέχρι τη σκηνή, όπου θα καβαλήσει τη μηχανή του και θα μπει μαζί με άλλους δύο κασκαντέρ στο κουβούκλιο για να πραγματοποιήσει τον «γύρο του θανάτου». Ο χαρακτήρας του Ράιαν Γκόσλινγκ είναι ένα κράμα των ηρώων που υποδύθηκε στις δυο εξαιρετικές ταινίες που πρωταγωνίστησε σχετικά πρόσφατα, στο «Βlue Valentine» ξανά του Ντέρεκ Σιανφράνς και στο «Drive» του Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν. Στο «Drive» αριστοτέχνης οδηγός αυτοκινήτων, εδώ αριστοτέχνης οδηγός μηχανών και στα δύο χρησιμοποιεί τις ικανότητες του για παράνομες πράξεις και στα δύο ένα συνεργείο – βιτρίνα στο οποίο δουλεύει ως μηχανικός. Όπως και στο «Blue Valentine», έτσι κι εδώ είναι ένα σχεδόν ρεμάλι που προσπαθεί να κερδίσει την εύνοιας μιας γυναίκας που τον βρίσκει λίγο. Φοράει σκισμένα τι-σερτ ανάποδα, έχει εγγεγραμμένη την ρεμπελοσύνη επάνω του. Όπως κι εκεί τον έλκει η ιδέα της οικογένειας. Εκεί όμως το ότι ήταν μέσα στην οικογένεια τον έκανε να μη θέλει τίποτα άλλο, να είναι underachiever λόγω πεποίθησης αφού είχε ότι ζητούσε, εδώ το ότι είναι έξω από την οικογένεια και προσπαθεί να μπει μέσα της τον κάνει να επιχειρεί το παραπάνω. Οι ήρωες που παίζει και στις δυο ταινίες του Σιανφράνς είναι ρέμπελοι, αλλά ρέμπελοι που βρίσκουν κέντρο βάρους και σημείο αναφοράς. Το αμερικάνικο όνειρο δεν το ονειρεύτηκαν ποτέ, την οικογένεια όμως ναι. Οι γυναίκες του (η Έβα Μέντες εδώ είναι -στα μάτια μου τουλάχιστον- πολύ λιγότερο γρίφος και πολύ περισσότερο συμπαθής από την Μισέλ Γουίλιαμς του «Blue Valentine») είναι γειωμένες, πραγματίστριες, ξέρουν να επιβιώνουν, ξέρουν πως ο έρωτας είναι μικρό μόνο μέρος της συνολικής εικόνας όταν έχουν ένα παιδί να μεγαλώσουν.

Αλλά ο Γκόσλινγκ δεν είναι ο μόνος πρωταγωνιστής της ταινίας. Ο χαρακτήρας του, όπως και ο χαρακτήρας του Μπράντλεϊ Κούπερ, όπως και ο χαρακτήρας του Ντέιν Ντε Χάαν θα βρεθούν μέσα σε καταστάσεις που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν ως τότε τον κόσμο. Και στις καταστάσεις αυτές καλούνται να πάρουν αποφάσεις. Η πορεία της ζωής τους είχε έναν άλφα δρόμο που αλλάζει με απρόβλεπτα γεγονότα. Ο Σιανφράν είναι σαν να λέει πως περισσότερο κι από την αλλαγή της ρότας της ζωής σου σε καθορίζει ο τρόπος που τη διαχειρίζεσαι. Αν ας πούμε παίζεις εντός ή εκτός του συστήματος. Αλλά όχι μόνο αυτό, καθώς ο χαρακτήρας του Μπεν Μέντελσον μολονότι εκτός συστήματος, ξέρει τους κανόνες, ξέρει να μην προσελκύει υπέρμετρα την προσοχή του. Ένα από τα βασικά θέματα της ταινίας είναι ο πατρικός ρόλος: ο Γκόσλινγκ μεγαλώνοντας χωρίς πατέρα, δεν έχει σαν τον Κούπερ κάποιον που την στιγμή των αποφάσεων θα τον πάρει από το χέρι. Στην οικογένεια του Κούπερ οι πατεράδες είναι παρόντες την κρίσιμη ώρα και ξελασπώνουν, προστατεύουν, συμβουλεύουν καθοριστικά. Αντίθετα στην οικογένεια του Γκόσλινγκ είναι η απουσία εκείνη που σημαδεύει, είναι η απουσία των πατεράδων ο καθοριστικός παράγοντας.

Στις δύο ώρες και τα είκοσι λεπτά της, η ταινία δεν έχει απλά ένα πολύ πλούσιο σενάριο στο οποίο αναπτύσσονται μια σειρά από ενδιαφέροντες χαρακτήρες, αλλά κυρίως έχει ένα σενάριο που τολμά να προτείνει μια διαφορετική και ασυνήθιστη δομή, καθώς εξελίσσεται σε τρεις πράξεις, με μια μετατόπιση του αφηγηματικού άξονα από πράξη σε πράξη, με την κάθε πράξη να μπορούσε άνετα να σταθεί ως ο κορμός ενός αυτόνομου έργου. Δεν θα αναφερθώ ούτε πλαγίως στο περιεχόμενο των πράξεων και στις στροφές που παίρνει το σενάριο, αφού τίποτα δεν σκοτώνει περισσότερο την κινηματογραφική εμπειρία όσο η πολλή πληροφορία. Ακόμη και η πληροφορία για τις τρεις πράξεις είναι μια πληροφορία που κάτι κόβει από την απόλαυση, καθώς ο ιδανικός κινηματογραφικός θεατής είναι ο πιο ευεπίφορος στην έκπληξη, ο όσο το δυνατόν πιο απροετοίμαστος και ο ανυποψίαστος θεατής.

Η διπλή αδικία της ηλικίας: Θα μπορούσε να είναι απλά θέμα αποτυχημένου μέικ απ, αλλά πολλές φορές είναι προτιμότερο να σκέφτεσαι φωναχτά θεωρίες που δεν είναι απαραίτητο να ανταποκρίνονται στις προθέσεις των δημιουργών από το να λες μόνο αυτά για τα οποία είσαι σίγουρος. Η Έβα Μέντες λοιπόν καθώς περνούν τα χρόνια στην ταινία κακογερνάει, ενώ η Ρόουζ Μπερν μοιάζει εξαιρετικά λιγότερο πειραγμένη από το πέρασμα του χρόνου. Ο χρόνος μοιάζει να έχει σταθεί απέναντί της πολύ περισσότερο επιεικής. Η Μέντες είναι γκαρσόνα, η Μπερν νοικοκυρά, σύζυγος επιτυχημένου ανδρός. Η ταξικότητα των γηρατειών, που έχει να κάνει τόσο με αυτά καθεαυτά τα μέσα που τα κρύβουν και τα μακιγιάρουν, όσο και με το εν γένει πόσο δύσκολα ζει κανείς. Από την άλλη, πιο άδικη κι από την ταξική αδικία της ηλικίας, είναι η αδικία από φύλο σε φύλο. Γιατί ο χρόνος μοιάζει να έχει αφήσει σχεδόν εξίσου ανέπαφους τον πλούσιο Μπράντλεί Κούπερ όσο και το λευκό σκουπίδι Μπεν Μέντελσον.

Το «Στο τέλος του Δρόμου» είναι σινεμά ρωμαλέο, τολμηρό, φιλόδοξο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, είναι αφηγηματικό σινεμά, με κεντρικό πρωταγωνιστή όμως όχι ένα μεμονωμένο ήρωα, αλλά την ίδια την αφήγηση. Παίρνει σεναριακά αποφάσεις που θα ταίριαζαν περισσότερο σε μυθιστόρημα, δεν παρακολουθούμε μία και μόνη ιστορία, αλλά το πώς η μια ιστορία επηρεάζει την άλλη, το πώς όλα είναι μια σκυτάλη και μια αλληλουχία. Σε μια στιγμή ακούμε το “Dancing in the Dark” και εκ των υστέρων σκέφτομαι πως η ταινία κάνει επιλογές μυθιστορήματος, αλλά θα μπορούσε να είναι κι ένα τραγούδι του Σπρίνγκστιν, είναι όμως τελικά πάνω απ’ όλα καλό σινεμά.