«O Λύκος της Wall Street» είναι υπαρκτό πρόσωπο, o απατεώνας χρηματιστής Τζόρνταν Μπέλφορντ, στην ομώνυμη αυτοβιογραφία του οποίου βασίστηκε το σενάριο του Τέρενς Γουίντερ, που συνεργάζεται ξανά με τον Σκορσέζε μετά το «Βoardwalk Empire». Ο Μπέλφορντ έρχεται πιτσιρικάς στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στη Γουόλ Στριτ. Βρισκόμαστε στην καρδιά της εποχής του Γκόρντον Γκέκο. Ο ούτως ή άλλως πλασμένος για χρηματιστής Μπέλφορντ θα ξεφορτωθεί όποιον απειροελάχιστο ιδεαλισμό και αγνότητα κουβαλά. Θα αφήσει τη Γουόλ Στριτ να τον διαφθείρει. Μόνη σου δουλειά, θα του πει ο μέντοράς του, είναι να κονομάς. «Αλλά αν βγάλει και ο πελάτης κέρδος τόσο καλύτερο για όλους, ε;», θα τον ρωτήσει απόλυτα εύλογα o Mπέλφορντ. Όχι, του απαντάει. Το θέμα δεν είναι να κερδίσει αυτός, αλλά να επανεπενδύεις διαρκώς τα όποια κέρδη του ώστε να εισπράττεις τις προμήθειες. Έχοντας την ατυχία να πέσει ακριβώς στο ξεκίνημά του στο κραχ της Μαύρης Δευτέρας του 1987, θα ξεσυνηθίσει το λουσάτο περιβάλλον πριν καλά καλά το συνηθίσει και θα αρχίσει από τον πάτο. Αλλά ξέρει να πουλάει τον αέρα όσο κανείς, ώστε σιγά σιγά, ή μάλλον γρήγορα γρήγορα, να φτιάξει τη δική του χρηματιστηριακή εταιρεία που θα γιγαντωθεί και θα κάνει τρελά κέρδη. Η εταιρεία έβγαλε 22 εκατ. σε 3 ώρες, ακούγεται σε μια σκηνή.

Κεντρική θέση στο τρέιλερ έχει η ατάκα «αλλά η αληθινή ερώτηση είναι: “Ήταν όλα αυτά νόμιμα;”». Πρόκειται όχι για την πιο αληθινή, αλλά αντίθετα για την πιο παραπειστική ερώτηση. Η νομιμότητα ή η παρανομία είναι εν προκειμένω τεχνική και τεχνητή. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία περιγράφει ακροθιγώς έως καθόλου τις παρανομίες της συγκεκριμένης δράκας χρηματιστών. Είναι προφανώς τόσο θολή η γραμμή που δεν έχει νόημα. Το αληθινό ερώτημα δεν είναι αν ήταν όλα αυτά νόμιμα, αλλά πώς γίνεται να είναι όλα τα υπόλοιπα νόμιμα, πού ακριβώς έγκειται η νομιμότητα ενός κέρδους δίχως όρια, δίχως ταβάνι, πού ακριβώς έγκειται η νομιμότητα μιας δραστηριότητας κατά την οποία ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να συγκεντρώνουν τόσο πολύ πλούτο. Πόσο νόμιμο μπορεί να είναι ένα τέτοιο σύστημα απόλυτης ανισοκατανομής του πλούτου; Πόσο νόμιμο μπορεί να είναι το να συγκεντρώνεται το 1% του παγκοσμίου χρήματος στα χέρια τόσο λίγων. Στην περίπτωση δε του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού που περιγράφει η ταινία, παύει σχεδόν κάθε σχέση με οποιαδήποτε αξία και όλα γίνονται αέρας και εγγραφές. Και, για να είμαστε δίκαιοι, η ταινία κάθε άλλο παρά εστιάζει στη διάκριση τίμιου-απατεώνα χρηματιστή. Αντίθετα, δίνει έμφαση στο πόσο αεριτζηδισμός είναι όλο αυτό: μια μηχανή παραγωγής αληθινών χρημάτων που δίνονται ως προμήθειες για συναλλαγές που είναι σε μεγάλο βαθμό αέρας.

Παρακολουθώντας τον «Λύκο της Wall Street» από τη μια αναρωτιόμουν ποιο τελικά το νόημα να γυρίζεις μια ταινία που έχεις ξαναγυρίσει κι άλλες φορές, με τον τρόπο που την έχεις ξαναγυρίσει κι άλλες φορές και από την άλλη σκεφτόμουν πως είναι εντελώς άδικη αυτή η μομφή: το «επαναλαμβάνω τον εαυτό μου» πόσο κακό είναι όταν ο καλλιτεχνικός αυτός εαυτός είναι τόσο συναρπαστικός; Όταν έχεις κατακτήσει μια γλώσσα αφήγησης και είσαι ο απόλυτος δεξιοτέχνης σε αυτή, ούτε υποχρεωμένος να την εγκαταλείψεις είσαι ούτε θα απολογηθείς. Θα έπρεπε ίσως να απολογηθείς αν το έκανες βαριεστημένα και άχρωμα. Αλλά, εν προκειμένω, δε συμβαίνει αυτό. Aντίθετα, το σκηνοθετικό του κέφι είναι ασίγαστο. Η βασική μου ένσταση είναι λοιπόν πως όλος αυτός ο αξιοζήλευτος, σχεδόν εφηβικός, ενθουσιασμός πρωτάρη σκηνοθέτη που διατηρεί ο εβδομηντάρης Σκορσέζε δεν προκαλεί στο θεατή τον ίδιο ενθουσιασμό και παραμένει σε ένα βαθμό μονομερής, καθώς ξεχνάει δυο βασικές παραμέτρους: 1) πως θεματικά (η κατακόρυφη άνοδος – η μοιραία πτώση – ο επίλογος της νέας αρχής) και αισθητικά την έχουμε ξαναδεί πολλές φορές αυτή τη συγκεκριμένη ταινία του και 2) πως η ίδια η ταινία μολονότι προσφέρει ένα γεμάτο τρίωρο, στο οποίο ζήτημα είναι αν υπάρχουν δυο τρεις στιγμές που να νομίζεις οτι περισσεύουν και της κάνουν κακό, από πλευράς ουσίας λέει πολύ λίγα πράγματα. Άντε ο χαρακτήρας του Μάθιου Μακ Κόναχι στην αρχή, άντε ο ρόλος των ελβετικών τραπεζών, όλο το άλλο όμως είναι πολύ επιφάνεια, επιφάνεια κινηματογραφικά απολαυστική, επιφάνεια που ευφραίνει το μάτι, μια ασταμάτητη παραγωγή σκηνών που μπορεί να γουστάρεις να τις βλέπεις και να τις ξαναβλέπεις στο μέλλον, αλλά τελικά ούτε κάποιον πρωταγωνιστή αληθινά ενδιαφέροντα μας δίνουν, ούτε μας λένε κάτι γενικότερα σημαντικό. Εκτός κι αν πούμε τι; Πως όλη αυτή η εξτραβαγκάντσα είναι μια μεταφορά για τη χρηματοπιστωτική αρένα ή ακόμα και για τη φύση του καπιταλισμού; Ίσως μελλοντικά και όποιος βλέπει σκόρπιες τις ταινίες του Σκορσέζε, αν δει πρώτα αυτή και μετά το «Goodfellas» ή το «Casino», π.χ., να μην μπορεί να ξεχωρίσει ποια γυρίστηκε πρώτη και αυτές οι ενστάσεις να μοιάζουν αβάσιμες. Η σκηνή, ας πούμε, που ο Ντι Κάπριο γίνεται λιώμα από τις ουσίες και μετά κουτρουβαλάει στις σκάλες, ενδεχομένως και να μη φταίει από μόνη της που δεν είναι όσο απολαυστική ήταν στο μυαλό του Σκορσέζε. Δεν είναι απολαυστική επειδή την έχουμε δει και ξαναδεί σε άλλες παραλλαγές της.

Σε μια σκηνή ο Μπέλφορντ οικτίρει τον πράκτορα του FBI για τα λεφτά που βγάζει (έχει στην τσέπη του έναν πάκο με χαρτονομίσματα που αντιστοιχεί στο ετήσιο εισόδημά του), του πετάει αστακούς για να τον ξεφτιλίσει και άλλα τέτοια Ο ούτως ή άλλως ανύπαρκτος χαρακτήρας του πράκτορα, αν έχει ένα λόγο ύπαρξης στην ταινία, είναι ακριβώς για να προβληθεί ως αντιδιαστολή του αδηφάγου ανθρωπότυπου του Μπέλφορντ. Να τον δούμε στο μετρό με το πολυφορεμένο του κουστούμι και να πούμε «αχ, τι καλά και πόσο πιο γαμάτος είναι αυτός από τους άλλους». Στην ταινία όμως βλέπουμε τρεις ώρες τους άλλους. Ο Σκορσέζε δεν ασχολήθηκε με αυτόν τον ανθρωπάκο. Γοητεύθηκε κι εξακολουθεί να γοητεύεται από τον κόσμο που καταγγέλλει και το λάιφ στάιλ που διακωμωδεί. Ανυπόκριτα τα καταγγέλλει μεν ως προς τις συνειδητές του προθέσεις, ασυνείδητα όμως η κάμερά του με αυτά εκστασιάζεται και αυτά περιγράφει.