Πριν από λίγους μήνες κυκλοφορούσε στο facebook μια λίστα, την οποία οι φίλοι σε προσκαλούσαν να συμπληρώσεις. Ήταν η λίστα με τα 10 καλύτερα βιβλία που έχει διαβάσει ο καθένας μας. Αν και τέτοια λίστα εγώ δεν έφτιαξα ποτέ, το μήνυμα με έβαλε σε σκέψεις για το ποια βιβλία θα ξεχώριζα. Είναι βιβλία που έχεις διαβάσει σε διάφορες ηλικίες και φάσεις της ζωής σου και που για κάποιους λόγους, αντικειμενικούς και υποκειμενικούς, μπορεί να μη σου έχουν αλλάξει τη ζωή (πάντα με τσάντιζε αυτή η έκφραση όταν μιλάμε για βιβλία, μοιάζει τόσο αταίριαστο, σα να λέμε για ένα βιβλίο ότι είναι “απίστευτο” ή “δεν υπάρχει”), αλλά τα έχεις ερωτευτεί, έχεις θυμώσει, τρομάξει ή αηδιάσει, έχεις ταυτιστεί, σε έχουν ταράξει ή σε έχουν βάλει σε αμφιβολίες. Σου έχουν αφήσει, όπως και να ‘χει, τη σφραγίδα τους και μια δυνατή παρακαταθήκη. Όταν λοιπόν διάβασα πρόσφατα τη λίστα με τα βιβλία που προτείνει το Ελληνογερμανικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο γιορτάζοντας τα 90 χρόνια από την ίδρυσή του, συνάντησα πολλά απ’ αυτά. Βιβλία γερμανών συγγραφέων, κλασικών, σύγχρονων και νέων, από τον Γκαίτε, τον Νίτσε, τον Μπρεχτ και τον Τόμας Μαν μέχρι τον Πάτρικ Ζίσκιντ τον Ντάνιελ Κέλμαν ή τον Μπέρνχαρντ Σλινκ.

Ένα από τα βιβλία, για παράδειγμα, που δεν ξεχνιούνται, είναι το Άρωμα, του Πάτρικ Ζίσκιντ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1985 κι έκτοτε έχει ανατυπωθεί σε εκατομμύρια αντίτυπα σ’ όλο τον κόσμο. Ο ορφανός Γκρενούιγ, ο απεχθής Γκρενούιγ που μεγαλώνει μόνος στο δύσοσμο και ρυπαρό Παρίσι του 18ου αιώνα, μπορεί να ξεχωρίσει και να δημιουργήσει κάθε μυρωδιά, αλλά ο ίδιος είναι εντελώς άοσμος.  Επίσης δεν μοιάζει να (συν-)αισθάνεται, με τον συνήθη τουλάχιστον ορισμό, πράγμα που καθιστά τα εγκλήματά του ίσως λιγότερο ειδεχθή ή νομοτελειακά αναμενόμενα. Είναι ωστόσο σαφής ο συμβολισμός που με τόσο ειρωνικό τρόπο αποδίδει ο Ζίσκιντ τη συναισθηματική αναπηρία του ήρωά του για το πόσο μεγαλειωδώς βιώνει τις ιδιότητές του: Ο Γκρενούιγ, που απεχθανόταν τους ανθρώπους, ο μεγάλος δημιουργός,  βασιλιάς, ένας θεός, ουσιαστικά. Ο τρόπος που αποσπά τις μυρωδιές από νεαρές παρθένες και φτιάχνει αρώματα αλλά και μυρωδιές με ιδιότητες για τον ίδιο, σαν αυτή που περνάς απαρατήρητος, το άρωμα της ελπίδας ή το άρωμα που προκαλεί την αγάπη ή τον οίκτο. Οι αηδιαστικές μυρωδιές των παιδικών του χρόνων, του σχολείου ή των ανθρώπων. «Ένα άλλο πάλι άρωμα του επέτρεπε να προκαλεί τον οίκτο των γυναικών μέσης και μεγάλης ηλικίας. Μύριζε άπαχο γάλα και καθαρό μαλακό ξύλο. Ακόμα κι όταν ήταν αξύριστος, με σκοτεινό πρόσωπο, χωμένος στο γιακά του παλτού του, φορώντας αυτό το άρωμα έδινε την εντύπωση ενός κακόμοιρου παιδιού με τριμμένη ζακέτα που χρειαζόταν βοήθεια». Με την τραγικότητα αλλά και σαρκασμό και κυνικότητα που διατηρεί μέχρι τέλους, ο Ζίσκιντ μας εισήγαγε σε έναν κόσμο τόσο φανταστικό όσο και απολύτως ρεαλιστικό, σκληρό και μαγικό.

Ένα άλλο πάλι βιβλίο, που έχει εμπνεύσει και με το οποίο πολλοί έχουν ταυτιστεί, είναι ο Λύκος της Στέπας, του Χέρμαν Έσσε. Ο Χάρυ Χάλερ ζει σαν μοναχικός λύκος, χωρίς ωστόσο να έχει απαρνηθεί κάθε κοινωνική συναναστροφή. Ο Χάρυ αγαπούσε την ελευθερία και την ανεξαρτησία του, όμως καταστράφηκε τελικά από αυτή: «Αρχικά έγινε αυτό όνειρο και ευτυχία του, αργότερα η πικρή του μοίρα… Γινόταν όλο και πιο ανεξάρτητος, κανένας δεν μπορούσε να τον διατάξει, ..ελεύθερος και μόνος αποφάσιζε για το καθετί. Όταν όμως απόκτησε την ελευθερία του, συνειδητοποίησε πως η ελευθερία του ήταν ο θάνατός του, πως ο κόσμος τον άφηνε μ’ έναν τρομακτικό τρόπο ήσυχο, πως οι άνθρωποι δεν τον αφορούσαν πλέον, ούτε και ο ίδιος ο εαυτός του ακόμη…». Τύπος αυτόχειρα ο ήρωας, όρος που όπως εξηγεί ο συγγραφέας (ο ίδιος είχε αποπειραθεί σε νεανική ηλικία), δεν έχει να κάνει με την αυτοχειρία που μπορεί να μη συμβεί ποτέ, αλλά με το πώς βιώνεις τη ζωή και τις καταστάσεις. Αυτός ο μοναχικός αντισυμβατικός άνθρωπος με τη διττή φύση ερωτεύεται την Ερμίνα που γνωρίζει ένα βράδυ υπό τους ήχους της τζαζ μουσικής και ενδίδει σε κοινωνικές επιταγές που τον φέρνουν τελικά σε μεγαλύτερη απελπισία. Ο ίδιος ο Έσσε είχε κάποτε γράψει ότι το βιβλίο του – που γράφτηκε το 1927, όταν ο ίδιος, όπως και ο ήρωάς του, ήταν πάνω από 50 ετών – διαβάστηκε από νέους ανθρώπους, οι οποίοι παρερμήνευσαν αυτά που έγραφε ή τα ερμήνευσαν όπως εκείνοι ένιωθαν σε αυτή την ηλικιακή φάση. Και πραγματικά είναι δύσκολο να μην αναγνωρίσει κανείς στο βιβλίο στοιχεία από τον εαυτό του, παρόλο ή ακριβώς επειδή ο ήρωας είναι ένας δυσαρεστημένος, κλειστός άνθρωπος, με πολλές όμως χαραμάδες. «Όταν συναντώ νεαρούς αναγνώστες των έργων μου, διαπιστώνω συχνά ότι παίρνουν βέβαια πολύ σοβαρά τα όσα λέω εκεί για τον παραλογισμό της εποχής μας, ότι όμως από την άλλη αδυνατούν να αντιληφθούν ή τουλάχιστον να πιστέψουν σε αυτό που εγώ θεωρώ χίλιες φορές σημαντικότερο… Όμως δεν αρκεί να καταγγέλλουμε τον πόλεμο την τεχνολογία, το κυνήγι του χρήματος, τον εθνικισμό κλπ σαν κάτι υποδεέστερο. Στη θέση των ειδώλων της εποχής θα πρέπει να μπορούμε να βάλουμε μια πίστη. Αυτό έκανα πάντα εγώ».

Αλλάζουμε ύφος και πάμε στον Έριχ Μαρία Ρεμάρκ και στο «Ουδέν νεότερο από το δυτικό μέτωπο». Ένα βαθιά αντιπολεμικό βιβλίο, που καταγγέλλει την ανθρώπινη βαρβαρότητα και τον παραλογισμό του στρατού και γράφτηκε από έναν άνθρωπο που υπηρέτησε στα 18 του κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου. Το βιβλίο κάηκε στη χιτλερική Γερμανία, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας εγκατέλειψε τη χώρα. Γραμμένο σε μορφή ημερολογίου, μακριά από ηρωισμούς, σπαρακτικό και βαθιά ανθρώπινο μέσα σε μια εξ ορισμού απάνθρωπη συνθήκη, όπως ο στρατός: «Μάθαμε πως ένα κουμπί καλά γυαλισμένο είχε μεγαλύτερη σημασία από τέσσερεις τόμους του Σοπενχάουερ. Στην αρχή εκπλαγήκαμε, ύστερα θυμώσαμε κι ύστερα μείναμε αδιάφοροι, γιατί αναγνωρίσαμε ότι δεν είναι το πνεύμα που έχει ύφος υπεροπτικό, αλλά η βούρτσα του γυαλίσματος, ότι δεν είναι η σκέψη, αλλά το σύστημα όχι η ελευθερία, αλλά η πειθαρχία» και ο πόλεμος: «Τι θα κάνουν άραγε οι πατεράδες μας αν μια μέρα σηκωθούμε και παρουσιαστούμε μπροστά τους για να τους ζητήσουμε λογαριασμό; Τι περιμένουν από μας όταν μια μέρα τελειώσει ο πόλεμος; Χρόνια ολόκληρα σκοτώναμε μόνο. Αυτό ήταν το πρώτο μας επάγγελμα στη ζωή. Για μας η επιστήμη της ζωής περιορίζεται στο θάνατο. Τι θα συμβεί άραγε ύστερα; Και τι θ’ απογίνουμε εμείς;»

Ας δώσουμε μια ευκαιρία στη λογοτεχνία να ζεστάνει παγωμένες καρδιές, να μας θυμίσει αυτά που μας ενώνουν κι όχι αυτά που μας χωρίζουν, να μας θυμίσει αξίες που ίσως έχουν μείνει σκονισμένες στο ράφι, αλλά είναι εκεί.

Info: Από 8 έως 28 Δεκεμβρίου, επιλεγμένοι τίτλοι γερμανικών βιβλίων σε έκπτωση φιλοξενούνται στα βιβλιοπωλεία Παπασωτηρίου στην Πανεπιστημίου, στο The Mall Athens και στο Αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος», καθώς και στα Γερμανικά Βιβλιοπωλεία Νότος και Deutsche Buchhandlung, με αφορμή τα 90 χρόνια από την ίδρυση του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου.

Διαβάστε το δεύτερο μέρος του αφιερώματος του ελculture στη Γερμανική λογοτεχνία