Υπάρχει η κατηγορία των δημιουργών που ήταν εξαρχής φανερό σε τι επίπεδο λίγο πολύ θα κινούνταν και υπάρχει μια πιο σπάνια κατηγορία, που εκτός από αυτό καθαυτό το αποτέλεσμα της δουλειάς τους, σε εντυπωσιάζει η διαρκής τους εξέλιξη, το πόσο κάθε τους βήμα πάει πιο μπροστά και πιο βαθιά από το προηγούμενο. Με το «Ηοrace and Pete» ο Louis CK βάζει ένα διπλό στοίχημα, στοίχημα καλλιτεχνικού περιεχομένου και στοίχημα ιδιοκτησίας της πνευματικής του ιδιοκτησίας, καθώς η σειρά ούτε παραγγέλθηκε, ούτε ανήκει σε κάποιο κανάλι, αλλά τη χρηματοδότησε ο ίδιος, ανήκει στον ίδιο και τη διανέμει μέσω της ιστοσελίδας του έναντι χαμηλού τιμήματος.

Όταν ο δημιουργός έχει να λογοδοτήσει μόνο στον εαυτό του, τότε μπορεί να πάρει το εντελώς αντισυμβατικό όραμά του ως το τέρμα

Και φυσικά το ένα στοίχημα δεν είναι καθόλου ανεξάρτητο του άλλου, αφού όταν ο δημιουργός έχει να λογοδοτήσει μόνο στον εαυτό του, τότε μπορεί να πάρει το εντελώς αντισυμβατικό όραμά του ως το τέρμα και να τον αφήσει να τον οδηγήσει στην καταστροφή ή στο θρίαμβο. Και καλλιτεχνικά το «Horace and Pete» είναι ένας θρίαμβος, είναι ένα ψυχοπλακωτικό αριστούργημα που κατακάθεται μέσα σου και ξέρεις ότι δεν πρόκειται να σε εγκαταλείψει. Κι αν οικονομικά ο Louis CK  έχει μπει προς το παρόν μέσα μερικά εκατομμύρια, ο ίδιος λέει ότι δεν ανησυχεί, ότι από την προηγούμενη εμπειρία του από το «Louie» οι σειρές σιγά σιγά πιάνουν, αλλά τελικά αυτό πρέπει να μας απασχολεί μάλλον λιγότερο και το συντριπτικά πιθανότερο είναι ότι ένα πιάτο φαΐ θα έχει πάντα να βάλει στο τραπέζι του.

Ηοrace and Pete

Σε μια εποχή που οι σειρές γίνονται όλο πιο πλούσιες σε επίπεδο εικόνας και όλο και πιο κινηματογραφικές, το «Ηοrace and Pete» είναι σαν βιντεοσκοπημένη θεατρική παράσταση και μάλιστα παράσταση με δυο όλα κι όλα σκηνικά. Το μπαρ κάτω και ακριβώς από πάνω το σπίτι που μένουν οι πρωταγωνιστές. Γιατί αυτό το σπίτι, αυτό το μέρος, αυτό το μπαρ, περνάει από γενιά σε γενιά. Σαν τρόπος ζωής. Σαν θητεία. Σαν κληρονομική νόσος. Εδώ, σε αυτή τη σειρά, σε αυτά τα δέκα επεισόδια, ας κάνουμε ένα πείραμα κι ας βουτήξουμε στην ουσία των πραγμάτων.

Δεν ενδιαφέρει τον Louis CK ούτε καν να «σκηνοθετηθεί» η σειρά

Εδώ μόνο θα μιλήσουμε. Δεν ενδιαφέρει τον Louis CK ούτε καν να «σκηνοθετηθεί» η σειρά.  Δράση άλλη δεν υπάρχει, μόνο διάλογοι, διάλογοι, διάλογοι. Διάλογοι γραμμένοι σε μια γλώσσα αξιοζήλευτα καίρια και ερμηνευμένοι από ηθοποιούς που προσθέτουν στη δύναμη των λέξεων τη δική τους δύναμη, που προσδίδουν στη φωνή του κειμένου τη δική τους χροιά, που γεμίζουν με τις παύσεις και το βλέμμα τους αυτό που έχει γραφτεί. Διάλογοι περί παντός επιστητού… Aπό θέματα επίκαιρα όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, ως θέματα διαχρονικά όπως η χημεία στον έρωτα. Και κυρίως ένα σωρό αλησμόνητοι χαρακτήρες, σπαρακτικοί, από τους πρωταγωνιστές ως τους απλούς θαμώνες του μπαρ, που εμφανίζονται για λίγα λεπτά και μας προσφέρουν συμπυκνωμένες διαφορετικές εκφάνσεις του πόνου της ανθρώπινης ύπαρξης.   

Laurie Metcalf

Laurie Metcalf

Kι είναι (ανάμεσα σε τόσες και τόσες άλλες σκηνές ανθολογίας) κι ολόκληρο αυτό το τρίτο επεισόδιο – εμπειρία που στην ερμηνεία της Λόρι Μέτκαλφ και στην αφήγηση που κάνει, μια αφήγηση που ξετυλίσσεται σε μονοπάτια αντισυμβατικά και τόσο μα τόσο φρέσκα, φρέσκα σαν στήθη ογδοντάχρονου, βλέπει κανείς κάτι που προσπαθεί να καταλάβει από πού του ‘ρθε. Το επεισόδιο είναι ένας τεράστιος διάλογος και στο μεγαλύτερο μέρος του ένας τεράστιος μονόλογος, σκηνοθετημένο εντελώς μα εντελώς γυμνά, όσο εντελώς μα εντελώς γυμνό είναι και το πρόσωπό της, ο λαιμός της, η μη άρνηση της ηλικίας της. Out of this world.

Κι όμως, την ίδια ώρα που η Μέτκαλφ παραδίδει μαθήματα υποκριτικής κεντώντας πάνω στα λόγια που έχει γράψει ο συγγραφέας Louis CK κι ενώ σοφά για πάρα πολύ ώρα ο σκηνοθέτης Louis CK καθηλωμένος κι ο ίδιος μας δείχνει μόνο εκείνην, θα έρθει και η στιγμή που θα κόψει, για να μας δείξει τις αντιδράσεις του ακροατή της στο τραπέζι, θα κόψει για να μας δείξει τον ηθοποιό Louis CK, που μπορεί όταν μιλάει να σώζει κάπως την κατάσταση, αλλά στις εκφράσεις αντίδρασης είναι τόσο, μα τόσο ψεύτικος. Κι είναι ακόμη κι αυτή η αντίστιξη της δεξιοτεχνίας με την ανεπάρκεια που βγάζει κάτι τόσο ανθρώπινο και τόσο τρωτό, που δείχνει ότι αριστούργημα δε σημαίνει απαραίτητα τελειότητα του κατασκευάσματος, μπορεί ενίοτε να υπάρχουν αριστουργήματα με ρωγμές και κακοτεχνίες.

Αλλά αν αυτή η υπονόμευση του φορτίου της αφήγησης είναι αθέλητη, υπάρχει μια άλλη εντελώς συνειδητή. Στη μέση του επεισοδίου, ο Ηοrace – Louis CK θα πάει στην τουαλέτα να αυνανιστεί για να αποφορτιστεί από όσα άκουσε και να καθαρίσει το κεφάλι του. Γράφεις αυτό το υλικό και δεν διστάζεις να βάλεις στη μέση αυτής της ιστορίας τον ήρωα να κάνει κάτι τέτοιο. Η σοβαροφάνεια δεν κάνει ένα έργο σοβαρό. Η αλήθεια το κάνει. Και η τόλμη. Δεν είναι ένα αστείο, δεν πρόκειται για τον δημιουργό που αυτοϊκανοποιείται με τις λέξεις του. Είναι ο ήρωας που έχει ένα συγκεκριμένο παρελθόν και ακούει μια ιστορία που τον κάνει να αντιδράσει έτσι. Και μετά την αυτοϊκανοποίηση ξαναπιάνουμε την ιστορία από εκεί που την είχαμε αφήσει.

Σε ένα άλλο επεισόδιο είναι στο μπαρ ένας άντρας και μια γυναίκα που έχουν βγει πρώτο ραντεβού μέσω σάιτ γνωριμιών. Εκείνη λοιπόν του λέει ότι έχει κάνει τις σπουδές που ήθελε και έχει βρει τη δουλειά που ήθελε, έχει κατά κάποιο τρόπο καταφέρει να κάνει αυτό που ονειρευόταν, αλλά και πάλι νιώθει ένα κενό, πάλι δεν είναι χαρούμενη, πάλι της λείπει κάτι βασικό. Ο άντρας προσπαθεί επανειλημμένα να της πει ότι ο πατέρας του περπάτησε στη σελήνη και όταν γύρισε του έλεγε κάτι αντίστοιχο, αλλά η τύπισσα δεν ακούει ΚΑΘΟΛΟΥ τι λέει αυτός, συνεχίζει το μονόλογό της, μέχρι που ο τύπος τα παίρνει και σηκώνεται και φεύγει, αφού πρώτα αλληλοβρίζονται. Ακόμα και αν πετύχεις ό,τι ονειρευόσουν, ακόμα και αν πετύχεις πράγματα που ονειρεύεται όλη η ανθρωπότητα όπως το να πατήσεις στο φεγγάρι, αυτό από μόνο του δεν αρκεί να σε κάνει χαρούμενο κι ευτυχισμένο, η καθημερινότητα θα εξακολουθεί να είναι αμείλικτα παρούσα. Πολύ περισσότερο όταν δεν θα φτάσεις ποτέ στο φεγγάρι, πολύ περισσότερο όταν έχεις κάτι λάθος στο μυαλό, πολύ περισσότερο όταν είσαι παιδί και ξυπνάς ένα βράδυ για να βάλεις σε όλα τα ποτήρια νερό και καθησυχάζεσαι γεμίζοντάς τα και λες θα καταλάβει ο μπαμπάς μου, είναι σημαντικό, θα καταλάβει. Κι ο πατέρας σου, όχι, δεν καταλαβαίνει γιατί γέμιζες ποτήρια σε σειρά. Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με αυτού του είδους τη σειρά.

Stranger Things

Είτε τo «Stranger Things» είναι ένα κολάζ – φόρος τιμής στο σινεμά της δεκαετίας του ’80 (στην πολύ καλή εκδοχή), είτε μια ξεδιάντροπη ξεπατικωσούρα εκτελεσμένη όμως με μεράκι και ενίοτε με όραμα (στη λιγότερο καλή εκδοχή), σηματοδοτεί νομίζω το εξής πέρασμα: αν μέχρι πριν κάποια χρόνια βλέπαμε σειρές με κάποια προκατάληψη, προκατάληψη ότι εν πάση περιπτώσει αυτό δεν είναι παρά «τηλεόραση», αν τα τελευταία χρόνια έγινε συνείδηση ότι υπάρχουν και σειρές που μπορούν να σταθούν εντελώς επάξια δίπλα στο καλό σινεμά, εδώ η προκατάληψη αλλάζει κατεύθυνση.

Stranger Things

Παρακολουθήσαμε δηλαδή όλοι αυτό το καλοκαίρι το Stranger Things φτιαγμένοι, ενθουσιασμένοι κ.λ.π., παραβλέποντας ελαττώματα που σε ταινία δεν υπήρχε περίπτωση να παραβλέψουμε. Και αν βλέπαμε το Stranger Things σαν «ένοχη απόλαυση» θα ήταν πολύ λιγότερο αξιοπερίεργο, γιατί, αν μη τι άλλο, δύσκολα μπορείς να αντισταθείς στην απόλαυσή της.  Θεωρώ όμως ότι το είδαμε προσπερνώντας δυο πολύ βασικά ερωτήματα: 1) μήπως τελικά η τόση πολλή αντιγραφή δεν είναι προχωρημένο πράγμα και μεταμοντέρνο παστίς, αλλά τόση πολλή αντιγραφή; και 2) μήπως τελικά αρκετά από όσα γίνονταν δεν κόλλαγαν πουθενά, όχι προφανώς με όρους αληθοφάνειας ρεαλιστικού έργου, αλλά ακόμη και στην πραγματικότητα του κόσμου της σειράς; Αν όμως τελικά η σειρά έκανε τόσο αίσθηση γιατί θύμιζε τόσα πολλά, οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε ότι γυρίστηκε με σκηνοθετική πνοή και ότι τα παιδιά σκίζουν και ότι η Γουινόνα Ράιντερ δίπλα τους μοιάζει σαν κάκιστη ερασιτέχνης δίπλα στους προχωρημένους επαγγελματίες.

Και μια εντελώς παρεμπίπτουσα παρατήρηση: σκεφτόμουν πως αν το «Stranger Things» ήταν όντως γυρισμένο τη δεκαετία του ’80, θα υπήρχε εκτός όλων των άλλων και η εξής διαφορά: το ότι οι νταήδες του σχολείου αποκαλούσαν τον Γουίλ κουνιστό και αδελφή και γκέι θα ήταν μπούλινγκ που θα συνίστατο στην άδικη κατηγορία. Με το μάτι του 2016 το πιθανότερο είναι το μπούλινγκ να συνίσταται όχι στο ότι κοροϊδεύουν το παιδί «ως» γκέι, αλλά στο ότι το κοροϊδεύουν «επειδή» είναι όντως γκέι, το μπούλιγκ να συνίσταται όχι στο ότι τσαλαπατούν την παρεξηγημένη ευαισθησία του, αλλά στο ότι επιτίθενται στην υπό διαμόρφωση διαφορετική του ταυτότητα.

The Night Of

Το «The Night Of» μεταφέρει στην αμερικάνικη πραγματικότητα μια βρετανική σειρά, το «Criminal Justice». Στον αρχικό προγραμματισμό, ο εντελώς πρόωρα χαμένος Τζέιμς Γκαντολφίνι θα έπαιζε τον συμπρωταγωνιστή, έναν φτηνιάρη δικηγόρο της πιάτσας που αναλαμβάνει μια υπόθεση έξω από τα μέτρα του, την υπεράσπιση ενός νεαρού για τον οποίο υπάρχουν συντριπτικές ενδείξεις πως είναι ο δολοφόνος μιας κοπέλας. Mπορούμε να τον φανταστούμε στο ρόλο του δικηγόρου και μπορούμε να σκεφτούμε και πάλι πόσο μας λείπει. Παρ’ όλα αυτά ο Τζων Τορτούρο μετά από χρόνια βρίσκει ένα ρόλο στον οποίο είναι τόσο καλός και τον κάνει τόσο ολότελα δικό του. Εξίσου εντυπωσιακός δίπλα του είναι ο Ριζ Αχμέντ, η μεταμόρφωση του οποίου από αθώο νεαρό φοιτητή σε βαρύ και ασήκωτο κρατούμενο είναι αξιομνημόνευτη, γιατί δεν προκύπτει μόνο από την αλλαγή στην εξωτερική εμφάνιση, αλλά είναι εξίσου και εσωτερική. Μέσα στη φυλακή ο Μάικλ Κένεθ Γουίλιαμς αποδεικνύει ξανά ότι είναι ηθοποιός μεγάλης στόφας, ενώ έξω από αυτή ο Μπιλ Καμπ στο ρόλο του ντετέκτιβ συμπληρώνει ένα πρώτης τάξεως καρέ ερμηνειών.

Και όλη τη σειρά να βαριέται να δει κανείς, αξίζει τουλάχιστον να δει το πρώτο της επεισόδιο, που χτίζει σασπένς εντελώς χιτσκοκικό. Ο Steven Zaillian σκηνοθετεί με σιωπηλή ένταση και προσδίδει στη σειρά την ατμόσφαιρά της. Ανάμεσα στο whodunit, τις αναφορές στο ρατσισμό και την επίπτωση που έχει το ποινικό σύστημα επάνω σου και τη σπουδή χαρακτήρων, η σειρά δεν καταφέρνει να κρατήσει πάντα όλες τις μπάλες της στον αέρα, συνολικά όμως παραμένει αξιοπρεπής και αξιομνημόνευτη. Στα υπέρ της επίσης, μπορούμε να προσθέσουμε ότι δεν τελειώνει με πυροτεχνήματα και εντυπωσιασμούς, ότι επιλέγει να τελειώσει με τρόπο μη αβανταδόρικο. Σε μια διαρκή πάντως προσπάθεια ανεύρεσης ιδιαιτεροτήτων που θα κάνουν τους ήρωες ξεχωριστούς, όπως ο Ντάστιν στο Stranger Things γίνεται ξεχωριστός με το πρόβλημα στην οδοντοστοιχία που τον κάνει να ψευδίζει, εδώ ο δικηγόρος του Τορτούρο σπάει το παγκόσμιο ρεκόρ ιδιαιτεροτήτων: έχει και εκζέματα στα πόδια και ένα σωρό άλλες δερματικές παθήσεις, έχει και μαύρο γιο, έχει και γάτα.

Ας κλείσουμε με έναν μικρό ύμνο στην κουλτούρα της μη ξεπέτας, με έναν μικρό ύμνο στην επιμονή στην ανθυπολεπτομέρεια: πάνω στο γραφείο ενός από τους πάμπολλους δερματολόγους που επισκέπτεται ο Τορτούρο, εμφανίζεται φευγαλέα ένα διακοσμητικό σκυλάκι. Ο συγκεκριμένος γιατρός και το συγκεκριμένο γραφείο εμφανίζονται για μερικά δευτερόλεπτα σε μια σειρά 8 ωρών, όμως το σκυλάκι σκυλάκι. Κι ας μην το δει σχεδόν κανείς.