Για δυο ταινίες θα μιλήσουμε σήμερα· με λίγα λόγια για μια ελληνική που αρχίζει να προβάλλεται στις αίθουσες από την κινηματογραφική εβδομάδα που ξεκινάει την 23η Ιανουαρίου και με αρκετά περισσότερα για μια αμερικάνικη που παίζεται τις τελευταίες δύο εβδομάδες και προβάλλει ως το δυνατότερο ίσως χαρτί των φετινών κινηματογραφικών βραβείων.

Με βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και το Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι μάς έρχεται όμως και η «Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά», η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους της Ελίνας Ψύκου. Ο Χρήστος Στέργιογλου υποδύεται, με τη γνωστή του αύρα και στόφα, τον ομώνυμο ήρωα, μια εμβληματική φιγούρα της ελληνικής τηλεόρασης. Ξεκίνησε ως σοβαρός -ή έστω σοβαροφανής- παρουσιαστής ειδήσεων στην ΕΡΤ στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και στα τέλη της ήταν ο πρώτος που παρουσίασε δελτίο ειδήσεων του πρώτου ιδιωτικού καναλιού. Στη συνέχεια, ήταν ο παρουσιαστής από τα καλλιστεία ώς τη Εurovision και ώς τις αλλαγές του χρόνου μπροστά από το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης, από την υποδοχή του ευρώ ώς τους ολυμπιακούς αγώνες. Τελευταίος του σταθμός, το πρωινάδικο, όπου τα νούμερά του πέφτουν. Σκηνοθετεί έτσι μαζί με το αφεντικό του την εξαφάνισή του, προκειμένου να αναβιώσει με την απουσία του το ενδιαφέρον της παρουσίας του που έφθινε. Μένει μόνος σε ένα τεράστιο πολυτελές ξενοδοχείο. Ένας ήρωας που το αισθητικό περιβάλλον που μεγαλούργησε ήταν αυτό της «Λάμψης» του Φώσκολου αρχίζει να ζει στη Λάμψη του Κιούμπρικ. Αυτό που ήταν μόνο μια πλεκτάνη για τα νούμερα μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή του κρίση. Υπάρχει ο Αντώνης Παρασκευάς εκτός τηλεοπτικής οθόνης; Έχει να κρύψει τίποτα άλλο από την εικόνα του; Η ιδέα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και θα μπορούσε να είχε αποδώσει μια εξίσου ενδιαφέρουσα ταινία. Αλλά το σενάριο, που υπογράφει μόνη της η ίδια η σκηνοθέτις, δεν της επιτρέπει να μας παραδώσει αυτήν την ταινία. Το τελικό αποτέλεσμα είναι άνισο και σου αφήνει μια αίσθηση αμηχανίας. Το ποτήρι γέμισε ώς τη μέση, οπότε τελικά εναπόκειται σε κάθε θεατή να κρίνει αν το βλέπει μισογεμάτο ή μισοάδειο.  

O «Οδηγός Διαπλοκής» του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ ξεκινά με την ένδειξη: «Some of this actually happened». Κάποια από αυτά που θα δούμε λοιπόν πράγματι συνέβησαν. Και πρόκειται για μια φράση διόλου τυχαία, για μια φράση που είναι ενδεικτική του ήθους και του χαρακτήρα της ταινίας, του πόσο χαλαρά και ακομπλεξάριστα στέκεται απέναντι στο πραγματικό ιστορικό γεγονός. Οι συνήθεις φράσεις στην αρχή των ταινιών του στιλ «βασισμένο σε αληθινή ιστορία» προσπαθούν να αντλήσουν κύρος από την πραγματικότητα, προσπαθούν να μας πουν ότι η μυθοπλασία είναι κατώτερης αξίας, πως αν η ιστορία που βλέπεις στην οθόνη έχει αντιστοίχιση σε μια ιστορία που όντως συνέβη, όλα είναι ενδεδυμένα με μια μεγαλύτερη βαρύτητα. Εδώ, μολονότι η πραγματική ιστορία είναι ένα σημαντικό σκάνδαλο, το «Abscam», που οδήγησε στην καταδίκη γερουσιαστών, βουλευτών, δημάρχων και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων, ο Ο. Ράσελ δεν εξιτάρεται από αυτό. Αντίθετα, λέει πως το αρχικό σενάριο του Έρικ Γουόρεν Σίνγκερ ήταν πολύ πιο «διαδικαστικό». Ο Ο. Ράσελ παίρνει την πραγματική ιστορία και αντιστρέφει το σημείο εστίασης. Καλή η πραγματικότητα, αλλά εμένα η πλοκή με ενδιαφέρει δευτερευόντως. Θα την τιμήσω μεν αλλά δε θα της υποταχθώ, θα τη χρησιμοποιήσω ως πλαίσιο μέσα στο οποίο θα χτίσω τους ήρωές μου, την ψυχοσύνθεσή τους, την πορεία τους: αυτοί με ενδιαφέρουν, για αυτούς γυρίζω την ταινία, όχι για να πω την ιστορία ενός ακόμη σκανδάλου και του παιχνιδιού της γάτας με το ποντίκι, του ποιος θα εξαπατήσει και θα παγιδεύσει ποιον. Δε με ενδιαφέρει να πουλήσω εξυπνάδα κι επιφάνεια, με ενδιαφέρει να ασχοληθώ με ανθρώπους.

Ένα πεντάγωνο αλληλοεξαρτώμενων μεταξύ τους ηρώων. Ο Κρίστιαν Μπέιλ είναι ένας απατεώνας που όμως είναι λαμόγιο μόνο όσο ο άλλος του είναι ένας ξένος. Στα προσωπικά του είναι αλλιώς. Και όταν ο δήμαρχος που υποδύεται ο Τζέρεμι Ρένερ έρχεται κοντά του, όταν εγκαθιδρύεται μεταξύ τους μια εγγύτητα, αρχίζει και του γίνεται πολύ δύσκολη η εξαπάτηση και παγίδευσή του. Η αντιδιαστολή μεταξύ κοινωνικά επιλήψιμης συμπεριφοράς και του να είσαι εντάξει τύπος στον τρόπο που φέρεσαι στους κοντινούς σου ανθρώπους (αντιδιαστολή που σε πάρα πολλούς ανθρώπους λειτουργεί αντίστροφα). Και το ίδιο ισχύει και για το χαρακτήρα της Έιμι Άνταμς. Μολονότι αρχικά -έξις, δευτέρα φύσις- σκέφτεται να μανιπουλάρει τον πράκτορα του FBI που υποδύεται ο Μπράντλεϊ Κούπερ πουλώντας του έρωτα, εν συνεχεία δε θέλει να τον εξαπατήσει στα προσωπικά τους: «θα κάνουμε έρωτα όταν το νιώθουμε εντελώς, όταν αγαπιόμαστε στα αλήθεια». Σαν να μην αντέχεται να είσαι λαμόγιο και στην προσωπική σου ζωή και στη δουλειά σου. Η Τζένιφερ Λόρενς είναι σύμφωνα με το χαρακτηρισμό του Μπέιλ: «Πικάσο του passive aggressive καράτε», η μόνη που καταφέρνει μονίμως να τουμπάρει εκείνον τον καταφερτζή. Της αρέσει να υπάρχει κάτι ξινό μέσα στη γλύκα, της αρέσει το άρωμά της να μη μυρίζει σκέτα λουλούδια, αλλά με μια ιδέα από σκουπίδια, έτσι για τη γλύκα της ξινίλας. 

Ο Ο. Ράσελ παίρνει τον Μπέιλ και την Άνταμς από το «Τhe Fighter», τον Κούπερ και την Λόρενς από το υπέροχο περσινό «Τhe Silver Lining Playbook» και τους ξαναχαρίζει υποψηφιότητες για Όσκαρ. Η Λόρενς είπε στις Χρυσές Σφαίρες ότι ο Ο. Ράσελ είναι ο άνθρωπος που της έφτιαξε την καριέρα, κι αν το λέει αυτή με το εμφανέστατο υποκριτικό εκτόπισμα, τι να πει ο Κούπερ που τον πήρε από κωμικό ηθοποιό και τον έβαλε στην κεντρική σκηνή και αυτός τον δικαίωσε και με το παραπάνω. Η Άνταμς και κυρίως ο Μπέιλ δίνουν μακράν τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους στις ταινίες του, ακόμη και αυτός ο τύπος που τις τελευταίες δύο δεκαετίες παριστάνει τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, μας ξαναδίνει στις ταινίες του κάποιες από τις σπίθες εκείνου που υπήρξε κάποτε ένας πολύ μεγάλος ηθοποιός. Είναι οι ρόλοι τους που είναι τόσο σύνθετοι και ψαγμένοι, είναι η δουλειά που κάνει μαζί τους, είναι τα κοντινά που ασταμάτητα τους αφιερώνει στο «Αmerican Hustle», είναι η κόμμωσή τους και τα ρούχα τους που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του χαρακτήρα τους.

Όπως είχαμε πει και για το «The Fighter» ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ σκηνοθετεί τις ταινίες του σαν δρόμους παρατεταμένης ταχύτητας, σαν τετρακοσάρια. Στη συγκεκριμένη ταινία έχουν δέσει όλα τα κομμάτια της φιλμικής κατασκευής με τον ιδανικότερο τρόπο, νιώθεις -σε χτυπητή αντίθεση με τον «Λύκο της Wall Street», ας πούμε- ότι βλέπεις κάτι φρέσκο. Ο Ράσελ βρίσκεται στην καλύτερη φόρμα της καριέρας του και, αν κυριαρχήσει στα Όσκαρ, η ιστορία θα πει πως η ταινία του είναι μερικές δεκάδες φορές καλύτερη από το «Αrgo» που κέρδισε πέρσι. Παίρνει το είδος και χτίζει μέσα του κάτι δικό του. Δεν αφήνει το είδος να του βάλει τους κανόνες, το χρησιμοποιεί, αντί να τον αφήσει να το χρησιμοποιήσει. Βλέπουμε τον Κρίστιαν Μπέιλ και τον Τζέρεμι Ρένερ καθώς ανοίγουν το πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. Το πλάνο θυμίζει ένα σωρό ταινίες είδους. Μέσα στο πορτ μπαγκάζ δεν υπάρχει ένα πτώμα, δεν υπάρχει μια βαλίτσα με λεφτά, δεν υπάρχει τίποτα το σκανδαλοθηρικό. Υπάρχει ένας φούρνος μικροκυμάτων, ένα δώρο, το τεκμήριο της αρχής μιας φιλίας, το τεκμήριο ενός δεσίματος, υπάρχει ένα αντικείμενο που μας αποκαλύπτει κάτι για τον ήρωα που το δίνει και τον ήρωα που το λαμβάνει. Μια αληθινά σπουδαία ταινία.