Μίμησις πράξεως μη σπουδαίας: Προφανώς και δεν μπορώ να σου εγγυηθώ ότι αν δεις το «Mια Χρονιά Ακόμα» θα έχει και σε σένα την επίδραση που είχε σε μένα. Σε αντίθεση με τους -αληθινούς ή πλαστούς- μονοδρόμους της πολιτικής, κανένας μονόδρομος δεν ξεκινά από το κινηματογραφικό έργο για να καταλήξει στην καρδιά του θεατή. Όσοι θεατές -και όσο διαφορετικοί είμαστε ο ένας από τον άλλο-  τόσοι και οι διαφορετικοί δρόμοι που θα ακολουθήσει η κάθε ταινία. Το μόνο που μπορώ λοιπόν να σου πω, είναι ότι αν το δεις, υπάρχει ένα ενδεχόμενο να διασταυρωθεί και ο δικός σου δρόμος σου με το καλλιτεχνικό ήθος του Μάικ Λι, με τον τρόπο κινηματογραφικής προσέγγισης που έχει εξελίξει με τα χρόνια, με το βλέμμα του πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, και να βγεις από τον κινηματογράφο νιώθοντας κάτι σαν λύτρωση, κάτι σαν κάθαρση· κάτι σαν κάθαρση, μολονότι η ταινία ούτε τέτοιου είδους κατάληξη έχει ούτε ούτε τραγωδία είναι· και δεν είναι τραγωδία όχι μόνο γιατί δείχνει τη συνύπαρξη της ευτυχίας με τη δυστυχία, όχι μόνο γιατί όπως κι ο ίδιος επαναλαμβάνει σε αυτή την συνέντευξη η ζωή είναι ταυτόχρονα τραγική και αστεία (κι έτσι και οι ταινίες του συνοδεύονται σχεδόν πάντα από το χαρακτηρισμό «γλυκόπικρες»), αλλά και γιατί το έργο του Μάικ Λι είναι μίμησις πράξεως μη σπουδαίας. Φαινομενικά τουλάχιστον. Στο «Μια Χρονιά Ακόμη» δεν υπάρχει ιδιαίτερη πλοκή, δεν υπάρχουν μεγάλες ατάκες, δεν υπάρχουν κορυφώσεις. Οι κορυφώσεις του Μάικ Λι είναι καταδύσεις. Ανταποκρίσεις από το βάθος της ύπαρξης. Πετά όλα τα περιττά στην άκρη για να αναδείξει το ουσιώδες σε κάθε χαρακτήρα. Αν οι τραγωδίες απαιτούν μεγάλα μεγέθη, στο σινεμά του  Λι όλα είναι σε μικρή κλίμακα. Παίρνει το μικρό, το τετριμμένο και απομυζεί από μέσα του το ουσιώδες και το αληθινό. Τραπεζώματα επι τραπεζωμάτων, ο τρόπος που οι άνθρωποι μπαίνουν στο σπίτι, ο τρόπος που βγαίνουν, ο τρόπος που χαιρετιούνται. Γεύματα επί γευμάτων και ούτε ένα κοντινό στα φαγητά. Επιτέλους δεν έχουν σημασία τα φαγητά, αλλά οι άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι. Ας γνωρίσουμε μερικούς από αυτούς.
– Τα τραπεζώματα τα κάνει ο Τομ και η Τζέρι. Το σχεδόν καρτουνιστικά -όπως ίσως υποδηλώνουν και τα ονόματά τους- ευτυχισμένο ζευγάρι που συγκεντρώνει γύρω του πολύ λιγότερο ευτυχισμένους φίλους και συγγενείς. Η Τζέρι το λέει κάπου στην αρχή: ήμασταν τυχεροί. Γιατί, για ζευγάρια σαν αυτό, δεν αρκούν μόνο δύο για το ταγκό. Χρειάζονται οι δυο τους και το τυχαίο, η τύχη να βρεθούν μαζί. Αν το δούμε και αντίστροφα, όταν ένας άνθρωπος την  έχει μέσα του την προοπτική για σταθερότητα στη σχέση και για οικογενειακή γαλήνη, δεν θα αναποδογυρίσει τον κόσμο για να βρει εκείνον ή εκείνη που του ταιριάζει καπάκι. Θα κολλήσει στην σχέση του τη νεανική. Ο Τομ και η Τζέρι γνωρίστηκαν στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο, την πρώτη τους μέρα. Αν είχαν γνωρίσει άλλους, μάλλον θα είχαν ζήσει πολύ λιγότερο ευτυχισμένοι. Ο εαυτός σου σου δίνει τις βάσεις για να διατηρείσαι πάνω από ένα επίπεδο, αλλά το από εκεί και πέρα, το πώς θα είναι η σχέση σου και η ζωή σου με τον άλλο, εξαρτάται και από τον άλλο και όχι μόνο από σένα.
– Ο αδελφός του Τομ, ο Ρόνι, έχει χάσει μόλις τη γυναίκα του και μαζί της τον προσανατολισμό του. Είναι αποσβολωμένος, είναι νεκροζώντανος. Έχει ένα χρώμα μολυβί. Η βουβή ένταση που μεταδίδει είναι υπεράνω περιγραφής. Σκηνοθέτης και ηθοποιός έχουν ζωγραφίσει μια εικόνα απίστευτης ακρίβειας και ευστοχίας, πρόκειται για ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα φτιαγμένο με τα πιο ταπεινά υλικά. Ο Ρόνι κοιτάζει διαρκώς στο κενό. «Δεν ξέρω τι να κάνω τώρα». Μπορούμε για αυτόν να εικάσουμε ότι είναι μονόχνωτος, ότι η σχέση του με τη γυναίκα του δεν θα πρέπει να κολυμπούσε στη ζεστασιά. Τι κάνεις όμως όταν ζούσες μια ζωή με μια γυναίκα, που εκτός από τον τομέα της συντροφιάς σε φρόντιζε και πρακτικά;
Ο γιος του Ρόνι είναι ένας δυναμίτης. Οργισμένος, ματαιωμένος, συμπεριφέρεται στα τριαντακάτι του σαν έξαλλος με τον πατέρα του έφηβος. Φταίει ο τρόπος που μεγάλωσε,  φταίει ο εαυτός  του; Φαύλος κύκλος.
Ο Κεν. «Στα νιάτα του πρέπει να ήταν ωραίος άντρας», λέει η Μαίρη. Οι ηθοποιοί του Μάικ Λι μεγαλώνουν μαζί του και το μεγάλωμά τους αποτυπώνεται στις ταινίες του. Νά, στον «Γυμνό» πόσο λιγότερο αφημένος ήταν. Ο Κεν μπορεί να βγει στη σύνταξη, αλλά δεν έχει τι να κάνει. Περιγράφει και μια άλλη όψη του να μεγαλώνεις: μπορείς να βγαίνεις λιγότερο, η εποχή σου σε ξεπερνάει, η παμπ σου γίνεται μπαρ, ο κολλητός σου πεθαίνει. Ο Λι δεν χρειάζεται να σου πει μια πλαστή ιστορία για τον Κεν, δεν χρειάζεται να τον αναδείξει μέσα από μια πλοκή. Μεγαλώνει, χοντραίνει, πίνει, είναι μόνος. Αυτή είναι η ιστορία του σε εξέλιξη.
– Στο πρόσωπο της Ιμέλντα Στόντον έχει κατακαθίσει η σκόνη της κατάθλιψης μιας ζωής, μιας χρονιάς ακόμα, και μιας χρονιάς ακόμα, και μιας χρονιάς ακόμα κατάθλιψης. Θα μάθουμε λίγα για αυτήν, ωστόσο θα καταλάβουμε πως σε αντίθεση με τον Κεν και την Μαίρη, το δικό της πρόβλημα δεν είναι ότι τα χρόνια πέρασαν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο πέρασαν. «Ποιά ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής σου;» Δεν ξέρει να απαντήσει. Kαι αν η Στόντον είδε στη «Βέρα Ντρέικ»  την ευτυχισμένη ζωή της να καταρρέει σε μια στιγμή, εδώ το πρόσωπό της είναι διαφορετικό, εδώ δεν έχουμε τη συνειδητοποίηση πως η ευτυχία τελειώνει, αλλά πως η συσσώρευση μιας ζωή δυστυχίας είναι κάτι παραπάνω από αφόρητη.
Η Μαίρη. Κάτι τρέχει με την Μαίρη που επενδύει στους λάθος μεταχειρισμένους άντρες και στα λάθος μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, με την Μαίρη που επενδύει φαντασιώσεις σε ολοκαίνουρια μοντέλα αντρών, με την Μαίρη που δυσκολεύεται να βρει το μοντέλο που ταιριάζει στις δικές της ανάγκες. Η Μαίρη που έκανε όλες τις λάθος επιλογές, που εξαπατήθηκε και εξαπατούσε τον εαυτό της, η Μαίρη που όμως μέσα στην αφέλειά της πρέπει να πέρασε και ωραία στη ζωή της και που εκτός της επιπολαιότητάς της στερήθηκε και την τύχη που είχε ο Τομ και η Τζέρι. Η Μαίρη δηλαδή ούτε καμμένη από χέρι ήταν ούτε αυτοκαταστροφική. Κάηκε από το χρόνο. Και δεν βλέπω τι μας εμποδίζει να τη φανταστούμε μια χρονιά αργότερα; ευτυχισμένη. Συμφιλιωμένη με το κάψιμο του χρόνου μπορεί επιτέλους να κάνει μια σωστή επιλογή.