Η μεγαλύτερη εκδίκηση των θετικών επιστημών -τουλάχιστον για ένα θεωρητικό μυαλό- είναι ότι αφορούν πολλές περισσότερες παραμέτρους της ζωής από όσες φανταζόταν κανείς όταν άφηνε τα σχολικά θρανία. Έχεις μάθει πια, π.χ., ότι στα μαθηματικά δε βασίζεται μονάχα ο υπολογιστής που έχεις αυτή τη στιγμή μπροστά σου αλλά και η μουσική που ακούς, ή ότι η χημεία είναι υπεύθυνη για την επιτυχία του κέικ που θα φτιάξεις, ακόμη και για το πώς και για πόσο θα ερωτευθείς… Κι, αφού αρχίσεις να τα χωνεύεις όλα αυτά, πέφτεις πάνω στο βαρύ πυροβολικό, την κβαντική μηχανική και τη θεωρία των παράλληλων συμπάντων, που έρχεται να βάλει χέρι σε όσα νομίζεις ότι ήξερες για τη μοναδικότητα της ατομικής ύπαρξης. Η θεωρία των παράλληλων συμπάντων σε απλά ελληνικά λέει ότι το σύμπαν στο οποίο υπάρχουμε και το οποίο αντιλαμβανόμαστε δεν είναι το μοναδικό· παράλληλα με αυτό, υπάρχουν και άλλα, δεκάδες, σύμπαντα, τα οποία δεν μπορούμε να αντιληφθούμε, αλλά στα οποία ζουν και δραστηριοποιούνται αυτοτελή «αντίγραφα» του εαυτού μας! Αντίγραφα που κάτω από τις ίδιες συνθήκες πήραν διαφορετικές αποφάσεις ή που ζουν τελείως διαφορετικές ζωές. Σαν να λέμε ότι, εδώ και τώρα, η Τώνια κάθεται στον υπολογιστή της προβληματισμένη για το κείμενο που πρέπει να παραδώσει, όμως σε κάποιο άλλο από τα παράλληλα σύμπαντα το έχει ήδη τελειώσει και σε ένα τρίτο δεν είναι καν θεατρολόγος, γιατί το 1993 είχε αποφασίσει να ξαναδώσει πανελλήνιες.

Αυτά, πολύ επιγραμματικά, έμαθα χάρη στο νέο θεατρικό έργο (2012) του Νικ Πέιν «Αστερισμοί», που ανεβαίνει σε πανελλήνια πρεμιέρα, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Στο έργο παρακολουθούμε, μέσα από σύντομες επαναλαμβανόμενες σκηνές που έχουν διαφορετική έκβαση, τις ποικίλες εκδοχές μιας ερωτικής ιστορίας. Ο Ρόλαντ και η Μάριαν γνωρίζονται και δείχνουν αμοιβαίο ενδιαφέρον/ δε δείχνουν αμοιβαίο ενδιαφέρον, κάνουν σχέση/δεν κάνουν σχέση, χωρίζουν, ξανασμίγουν/δεν ξανασμίγουν, αντιμετωπίζουν ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας της Μάριον που θεραπεύεται/που δε θεραπεύεται… Στόχος του Πέιν δεν είναι να δείξει τις διαφορετικές πιθανές εκβάσεις που μπορεί να έχει μια σχέση ανάλογα με τις συνθήκες ή τις προσωπικές επιλογές, αλλά να επισημάνει ότι πρόκειται για τις διαφορετικές ιστορίες/ζωές των «ίδιων» ανθρώπων· το έργο δεν αποτυπώνει πιθανά ενδεχόμενα («τι θα μπορούσε να συμβεί σε μια σχέση αν…»), αλλά παράλληλες πραγματικότητες.

Πολύ γοητευτικά όλα αυτά και, αν και η επιστημονική τους αφορμή είναι μάλλον περίπλοκη (μια ιδέα δίνει η ύλη του έντυπου προγράμματος και η βιντεοσκοπημένη συνέντευξη που προβάλλεται στην αρχή της παράστασης), στο έργο μετουσιώνονται σε ένα λόγο απλό, καθημερινό, σε μια ιστορία (σύνολο πολλών ιστοριών) απολύτως ανθρώπινων διαστάσεων. Ούτε το έργο ούτε η παράσταση οδηγούνται σε κάποια δραματουργική κλιμάκωση, αλλά αποτυπώνουν με τρυφερότητα τη διαγραφή αυτών των διαδρομών που χαράζουν στα πολλαπλά σύμπαντα δύο καθημερινές, ανθρώπινες υπάρξεις. Το βάρος πέφτει στους δύο ήρωες, στον τρόπο που ζουν τις ζωές/ιστορίες τους. Σε αυτούς έδωσε το βάρος και η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Τοποθέτησε την Στεφανία Γουλιώτη και τον Μάκη Παπαδημητρίου σε μια άδεια, ολόλευκη σκηνή (που μεταμορφωνόταν σε κομμάτι του γαλαξία χάρη στα βίντεο του Παντελή Μάκκα) και επικεντρώθηκε στην υποκριτική ερμηνεία. Χάρη σε αυτήν, και ιδιαίτερα χάρη στις διαβαθμίσεις της ερμηνείας της Γουλιώτη, ζωντάνεψε κάθε διαφορετική εκδοχή ζωής, ακόμη και όταν τα λόγια των ηρώων παρέμεναν ακριβώς τα ίδια. Και χάρη στην υποκριτική ερμηνεία ήταν που αναδείχθηκαν αυτές οι προσωπικές ιστορίες που, από τη μια, μας αφορούν ακριβώς επειδή είναι απολύτως ανθρώπινες και από την άλλη -το σημαντικότερο ίσως- μας κλείνουν το μάτι καθώς η μία ανατρέπει την άλλη. «Στο Πολυσύμπαν της Κβαντομηχανικής η τύχη είναι ταυτόχρονα λυτρωτική και αχίλλειος πτέρνα: είμαστε απεριόριστα αυτόνομοι, αλλά και τελείως ανίσχυροι», σημειώνει ο συγγραφέας σε κείμενο που αναδημοσιεύεται στο πρόγραμμα.

Δεν ξέρω αν είναι απολύτως εφικτό για το θεατή να εκλάβει το θέμα των «Αστερισμών» ως πραγματικότητα και όχι ως επιστημονική φαντασία, ως συγγραφικό εύρημα δηλαδή – και δεν ξέρω κι αν έχει και τόση σημασία εντέλει. Αυτό που καταφέρνει το έργο και η παράσταση είναι να ενσταλάξει μέσα μας την παραδοχή ότι η ζωή όλα τα περιλαμβάνει, και τα όμορφα και τα άσχημα και τα πολύ άσχημα, και ότι οι άνθρωποι θα προσπαθούν πάντα να αναμετρηθούν με τις μικρές τους δυνάμεις απέναντι σε αυτή την απεραντοσύνη – αλλά τουλάχιστον στο θέατρο έχουμε την πολυτέλεια να διαλέξουμε ποια από τις ζωές (μας) προτιμάμε.

Η παράσταση «Αστερισμοί» ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου έως τις 13 Απριλίου.

Φωτογραφία: Γιώργος Μαυρόπουλος