Ο Διαμεσολαβητής: Ο Ουξμπάλ λειτουργεί σε ένα γκρίζο χώρο παραοικονομίας, εκεί που δίπλα στο επίσημο εργατικό δίκαιο θάλλει η ύπαρξη της μαύρης εργασίας, εκεί που δίπλα στο εμπόριο υπάρχει το παραεμπόριο. Δεν έχει θεσμικό ρόλο, δεν είναι ο Συνήγορος του Πολίτη, δεν είναι ο Τραπεζικός Διαμεσολαβητής, είναι ο Διαμεσολαβητής της Πραγματικότητας, ο Συνήγορος της Παράκαμψης των Θεσμών. Ο ρόλος του έρχεται να καλύψει το κενό που υπάρχει ανάμεσα στη θεσμική ρύθμιση της κοινωνίας και την αληθινή της λειτουργία. Μία λύση -κι αυτή που φαίνεται να προωθείται πανευρωπαϊκά- είναι να πούμε πως το εργατικό δίκαιο ήταν ένα βαρίδι, να πούμε πως πολλοί προστατευτικοί των αδυνάτων θεσμοί ήταν βαρίδι και να προσαρμόσουμε το δίκαιο στην πραγματικότητα που ούτως ή άλλως το καταπατά. Μια άλλη λύση θα ήταν να παύαμε να κάνουμε τα στραβά μάτια στην καταπάτηση του δικαίου και να προσπαθούσαμε να προσαρμόσουμε την πραγματικότητα σε αυτό. Ωστόσο ένας κόσμος διαφορετικών ταχυτήτων ως προς το βιοτικό επίπεδο θα συνεχίσει να φέρνει ανθρώπους από όλα τα μέρη της γης στις χώρες του υψηλότερου βιοτικού επιπέδου και κάπου εκεί τα όρια ανάμεσα στη στυγνή εκμετάλλευση και την αμοιβαία ωφέλεια θα συγχέονται, όπως θα συγχέονται και τα όρια ανάμεσα στους καθ’ όλα επαινούμενους ρυθμούς ανάπτυξης και τα συνακόλουθα ολυμπιακά θαύματα, με την εκτεταμένη χρήση τέτοιου είδους εργατικού δυναμικού, που έχει το επιπλέον αβαντάζ να πεθαίνει πολύ σιωπηλότερα και πολύ οικονομικότερα στα εργατικά του ατυχήματα από ό,τι οι ντόπιοι. Σε μια σκηνή της ταινίας το κύμα ξεβράζει μετανάστες. Στο φόντο εντυπωσιακά κτίρια. Ίσως βοήθησαν να χτιστούν κάποιοι σαν αυτούς. Οι συγκεκριμένοι ήταν έτοιμοι να χτίσουν άλλα, γιατί οι εργάτες από τα σωματεία κοστίζουν. Και μέσα στα χαρακτηριστικά κάθε κουλτούρας (το πιο οργανωμένο, παραγωγικό και νοικοκυραίϊκο των Κινέζων που κατασκευάζουν τσάντες σε υπόγεια αποθήκη, το πιο χύμα των Αφρικανών που τις πουλάνε στο δρόμο), οι σιδερένιοι κανόνες της εκμετάλλευσης εντός της κάθε κοινότητας. Ο Κινέζος βγάζει περιουσία από τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας των συμπατριωτών του (που όμως στη χώρα τους θα έβγαζαν πολύ λιγότερα). Ο Κινέζος αυτός μάλλον δεν ήταν αρκετά καρχαρίας για να γίνει μεγαλοπαράγοντας απευθείας στη χώρα του, πιθανότατα μαζεύει τα λεφτά για να πάει να τον κάνει εκεί. Ο Ουξμπάλ όμως δεν θα μπορούσε να γίνει μεγαλοπαράγοντας πουθενά, κι όμως κάνοντας τον ενδιάμεσο, συναλλάσσεται αυτός, ένας απλός καταφερτζής στην πατρίδα του, σαν ίσος προς ίσον με έναν άνθρωπο που κανονικά βρίσκεται πολύ ψηλότερά του στην τροφική αλυσίδα.

Ανορθογραφίες: Παιδική ζωγραφιά ενός βουνού με τίτλο: «Τα Πυρηναία είναι ώμορφα». Βiutiful. Η οικογενειακή ζωή που δεν μπορεί να είναι oρθογραφημένα όμορφη ούτε καν ανορθόγραφα ώμορφη για τα δυο παιδιά όταν η μητέρα είναι μανιοκαταθλιπτική και αρνείται να αντιμετωπίσει την κατάστασή της ιατρικά προτιμώντας να πίνει. Τι θετικό μπορεί να μείνει στα παιδιά από μια τέτοια οικογένεια; Θραύσματα ευτυχίας. Τα δάχτυλα μέσα σε ένα κύπελλο παγωτού. Η -ακριβής ή υπερβολική, τι σημασία έχει;- διήγηση για το πώς ο μπαμπάς γνώρισε την μαμά. Ο μπαμπάς τους, ο Ουξμπάλ, δε γνώρισε πατέρα. Πέθανε όταν ήταν ακόμη μωρό. Είναι καλύτερο το μόνιμο κενό από τις ταραχές, τις διαψεύσεις, τις εντάσεις, τις σκηνές που σε σημαδεύουν; Μάλλον. Όταν ο Ουξμπάλ θα αγγίξει για πρώτη φορά τον πατέρα του, θα είναι όταν γίνει η εκταφή του για να αποτεφρωθεί. Τον είχαν ταριχεύσει με αποτέλεσμα να διατηρείται σχεδόν όπως ήταν όταν πέθανε. Δηλαδή νέος. Πολύ νεότερος από ό,τι είναι τώρα ο Ουξμπάλ, που βλέπει ένα νεότερό του άνδρα να παριστάνει ανορθόγραφα τον πατέρα του. Από την άλλη, για να κλείσουμε το οικογενειακό σκέλος του έργου, φαίνεται πως, όπως οι αισθηματικές ταινίες σε βάζουν στην ανάλογη διάθεση, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με άλλα συναισθήματα που πρωταγωνιστούν στην οθόνη: ο Ουξμπάλ τσαντίζεται και βάζει τις φωνές στο γιο του κι αναρωτιέσαι αν το κάνεις κι εσύ, ο Ουξμπάλ αγκαλιάζει το γιο του και σε πιάνει λαχτάρα να πας να αγκαλιάσεις τον δικό σου.

Τα σωθικά: Ένα κοντινό σε μια πεθαμένη κουκουβάγια θυμίζει το κοντινό σε μια την πεθαμένη αλεπού στον «Αντίχριστο» του Φον Τριερ. Μόνο που η αλεπού διαλαλούσε την κυριαρχία του χάους, μόνο που ο Αντίχριστος ήταν μια, σπουδαία μεν, αληθινά ψυχοπλακωτική δε, ταινία χωρίς ίχνος φωτός. Αντίθετα το «Biutiful» μπορεί να είναι μια ταινία βαρυφορτωμένη με διαδοχή εξαιρετικά δυσάρεστων γεγονότων, αυτά όμως κινηματογραφούνται με τρόπο που δεν σε λιγώνει αντίστοιχα, δεν σου προξενεί τη δυσφορία που κανονικά θα περίμενες. Και το τέλος της ταινίας προσφέρει κάτι που μπορεί να εκληφθεί και ως φως. Όπως τελικά και η όλη κινηματογράφηση του Ινιαρίτου μπορεί να εκληφθεί και ως φως, όπως το φως του διευθυντή φωτογραφίας Ροντρίγκο Πριέτο είναι φως, όπως η μουσική του Σαντιάγο Σανταολάλα είναι φως. Ο Γούντι Άλεν με το «Βίκι, Κριστίνα, Μπαρτσελόνα» πήγε στη Βαρκελώνη σαν τουρίστας που μας έδειχνε αξιοθέατα. Ο Ινιαρίτου αποφεύγει επιδεικτικά την αξιοθέατη πλευρά της πόλης, κινηματογραφώντας την ολόκληρη, μα κυρίως τα σωθικά της. Η ταινία είναι ένα θαύμα καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Απίστευτες λεπτομέρειες στους τοίχους, μέσα σε ντουλάπια. Η φθορά πανταχού παρούσα. Και όχι μόνο αυτή. Δεν είναι μόνο τα δικά της αποτυπώματα στους τοίχους και τα έπιπλα, αλλά και τα αποτυπώματα της ίδιας της ζωής. Γιατί η ζωή διαδραματίζεται σε χώρους ατελείς, ακατάστατους, φθαρμένους και όχι σε ντεκόρ.