Ελάχιστες μέρες πριν, στις 29 Δεκεμβρίου 2017, βγήκε ο πολυαναμενόμενος τέταρτος κύκλος του “Black Mirror“, μιας από τις πιο συζητημένες σειρές της εποχής μας, μιας σειράς που προσπαθεί να συνομιλήσει με την εποχή όντας μερικά βήματα επιστημονικής φαντασίας μπροστά της, εξετάζοντας σενάρια όπου η σχέση μας με την τεχνολογία, την πραγματικότητα και τον τρόπο που ορίζει πλέον την πραγματικότητα η τεχνολογία, έχει πάρει άλλες πτυχές, πτυχές ως επί το πλείστον όχι ευχάριστες, ακόμη κι αν αρχικά φαντάζουν ως τέτοιες. O τέταρτος κύκλος αποτελείται από έξι επεισόδια, για τα οποία θα πούμε δυο λόγια, λόγια τα οποία μολονότι δεν περιέχουν σπόιλερ με τη στενή έννοια του όρου, αποκαλύπτουν εκ των πραγμάτων και στοιχεία τα οποία είναι ενδεχομένως καλύτερο να τα ανακαλύψει πρώτα μόνος του ο θεατής στην πορεία παρακολούθησης του κάθε επεισοδίου.

Στο πρώτο επεισόδιο, το “USS Callister”, o Tζέσε Πλέμονς και η Κριστίν Μιλιότι, μας έρχονται από το καστ του εξαίσιου ως αριστουργηματικού δεύτερου κύκλου του “Fargo” και παραδόξως συντελούν κι αυτοί στη συνολική αμηχανία που βγάζει το επεισόδιο, το οποίο αδυνατεί να αποφασίσει αν θέλει να διασκεδάσουμε ή να νιώσουμε για μια ακόμη φορά στην ιστορία της σειράς ζοφερό δέος. Ένας νερντ κατασκευαστής εξαιρετικά δημοφιλών ον λάιν παιχνιδιών πολλαπλών παικτών νιώθει παραμελημένος και υποτιμημένος στην εταιρία του και τη ζωή του κι εκτονώνει τη ματαίωσή του με μια προσωπική εκδοχή του παιχνιδιού, όπου εκεί γίνεται όχι μόνο ο πάνσοφος και γενναίος κυβερνήτης του διαστημοπλοίου, αλλά και κυρίως παγιδεύει και δυναστεύει εσαεί μέσα του κλωνοποιημένα αντίγραφα συνεργατών του. Είναι ευπρόσδεκτο το αστείο μετατροπής ενός από τα πιο εμβληματικά πλατό της κουλτούρας της επιστημονικής φαντασίας, του πιλοτηρίου του διαστημοπλοίου του “Star Trek“, σε πεδίο βασανισμού, αλλά όλο το επεισόδιο, το οποίο θεωρώ το πιο αδύναμο του κύκλου, μου έβγαλε κάτι με το οποίο δεν μπόρεσα να συντονιστώ: ένα συνδυασμό επανάληψης μοτίβων από παλιότερα επεισόδια της σειράς, αυξημένης αναληθοφανούς ευκολίας με την οποία βρίσκονταν λύσεις σε διάφορα σημεία της πλοκής και κυρίως αδυναμίας να μας κάνει να πάρουμε στα σοβαρά το δράμα των ψηφιακών κλώνων.

Το δεύτερο επεισόδιο, το “Αrkangel”, έχει την μάλλον πιο ενδιαφέρουσα ιδέα του κύκλου κι αυτή που δεν θυμίζει άλλες από προηγούμενους. Ένα εμφύτευμα στο παιδί που επιτρέπει στον γονέα μέσω μιας συσκευής, αφενός να εντοπίζει διαρκώς που είναι το παιδί του και αφετέρου να έχει ενεργοποιημένο ένα φίλτρο, με το οποίο κάθε φορά που το παιδί στρεσάρεται από αυτό που βλέπει, να θολώνει η εικόνα μπροστά στα μάτια του και να μην βλέπει πια καθαρά το στρεσογόνο συμβάν, αλλά ούτε και να το ακούει. Μιλάει τόσο πολύ από μόνη της και ως μεταφορά η ιδέα, που περιττεύει να την αναλύσουμε περισσότερο. Τόσο ο Τσάρλι Μπρούκερ (δημιουργός της σειράς και σχεδόν αποκλειστικός σεναριογράφος της) όσο και η Τζόντι Φόστερ που σκηνοθετεί το συγκεκριμένο επεισόδιο δεν επιλέγουν την πιο αβανταδόρικη προσέγγιση της ιδέας, αλλά προσπαθούν να την αναπτύξουν και να την εικονοποιήσουν μέσα σε ένα πλαίσιο μιας μικρής, προσωπικής, ανθρώπινης ιστορίας με ξεκάθαρο ηθικό δίδαγμα. Όχι το πιο εντυπωσιακό επεισόδιο του κύκλου κι άρα πολύ περισσότερο της σειράς, αλλά ένα επεισόδιο από αυτά που θα μείνουν και που θα τα ανακαλεί κανείς σε συζητήσεις και αναφορές, ακριβώς γιατί μιλά για ένα θέμα υπαρκτό και ευρύτερο, για μια τάση υπερπροστασίας των παιδιών από οτιδήποτε δυσάρεστο.

Στο τρίτο επεισόδιο, το “Crocodile”, συναντάμε διαφοροποιημένη μια ιδέα την οποία το “Black Mirror” χρησιμοποίησε τουλάχιστον μια φορά ακόμα και δη με τρόπο υπέροχο, σε ένα από τα κορυφαία επεισόδιά του, το “Τhe Entire History of You”: μια συσκευή που ανακαλεί και καταγράφει τις αναμνήσεις σου. Αν δεν γίνεται να παρακολουθήσεις το “Black Mirror” χωρίς να αναστείλεις τη δυσπιστία σου, όχι μόνο στο πώς θα μπορούσαν να εφευρεθούν όλα αυτά που δείχνει, αλλά και εξίσου στο πώς θα μπορούσαν στην πράξη να εφαρμοστούν, το συγκεκριμένο επεισόδιο έχει θέματα αληθοφάνειας και στο μη τεχνολογικό κομμάτι του, όταν η πρωταγωνίστρια για να καλύψει ένα έγκλημα στο οποίο ήταν σχεδόν ακούσια συμμέτοχος, αρχίζει και κάνει ως αποκλειστική αυτουργός άλλα πολύ χειρότερα. Παρά ταύτα το “Crocodile” λειτουργεί πολύ ως αλληγορία για το τι είναι διατεθειμένος να κάνει ένας άνθρωπος για να διαφυλάξει το στάτους της ζωής του, τη νέα επιτυχημένη καριέρα του, την σπιταρόνα του, τη νέα ολοκάθαρη οικογένειά του, τον ολότελα επιτυχημένο δρόμο που πήρε, αφήνοντας πίσω ένα σφάλμα του παρελθόντος. Σε αντίθεση με το “Arkangel“, και η τεχνολογική ιδέα αλλά και αυτή που κινεί την πλοκή είναι περισσότερο χρησιμοποιημένες, αλλά η ανάπτυξη τους και η εικονοποίησή τους αποζημιώνουν και με το παραπάνω: τα παγωμένα τοπία της Ισλανδίας, η σκηνοθεσία με πνοή του Τζον Χίλκοουτ και η πολύ δυνατή ερμηνεία της πάντα εξαιρετικής Αντρέα Ράιζμπορο.

Το τέταρτο επεισόδιο, το “Hang the DJ”, μας φέρνει στην εποχή που η ανεύρεση του ιδανικού σου ταιριού έχει φύγει τελείως από τα χέρια σου. Αν μια φορά κι ένα καιρό υπήρχαν τα συνοικέσια, εξίσου μια φορά κι ένα καιρό υπήρχε η παλαβομάρα των ανθρώπων που έψαχναν να βρουν μόνοι τους το έτερο ήμισύ τους. Πόσο αδιανόητα δύσκολο ήταν να το βρεις. Πόσο αδιανόητα δύσκολο ήταν να χωρίσεις. Κι ύστερα πώς ξέρεις ότι το ιδανικό ταίρι δεν εμφανίζεται όταν έχεις κουραστεί τόσο πολύ από τις αποτυχημένες προσπάθειες; Eυτυχώς όλα αυτά πια τελείωσαν. Άλλοι αποφασίζουν για σένα. Αλλά όχι αυθαίρετα. Και όχι βάσει μόνο αλγορίθμων και χαρακτηριστικών που δηλώνεις. Πρέπει πρώτα να δοκιμαστείς στην πράξη. Σου κανονίζουν μια σειρά από σχέσεις, από ολιγόωρες έως πολύμηνες, οι οποίες επιτρέπουν να καταγραφούν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που έχουν να κάνουν με το πώς λειτουργείς μέσα σε μια σχέση και τι χημεία φτιάχνεις με διάφορους τύπους ανθρώπων, ώστε να σε συνταιριάξουν τελικά με εκείνον που ταιριάζετε απόλυτα. Ο Τιμ Βαν Πάτεν, σκηνοθέτης που έχει υπογράψει επεισόδια από τους “Sopranos” ως το “Wire” κι από το “Game of Thrones” ως το “Boardwalk Empire“, δίνει για μια ακόμη φορά τα διαπιστευτήριά του. Μια ιδέα «Αστακού», μια ιδέα “Τruman Show“, πολλές ιδέες άλλων επεισοδίων του Black Mirror, το επεισόδιο παρόλο τον δηκτικό κοινωνικό σχολιασμό του είναι απροσδόκητα και καλοδεχούμενα φωτεινό για μια σειρά που έγινε εκτός των άλλων ξακουστή για τη μαυρίλα της.

Στο προτελευταίο επεισόδιο του κύκλου, το “Μetalhead”, η πλοκή είναι μάλλον η πιο υποτυπώδης και από τα 19 ως τώρα επεισόδια της σειράς. Τοπίο μετα-αποκαλυπτικό (σαν τον «Δρόμο» του Κόρμακ Μακ Κάρθι που είχε σκηνοθετήσει πριν μερικά χρόνια ο Χίλκοουτ που σκηνοθέτησε το “Crocodile”), μια επιζήσασα κυνηγιέται ανηλεώς από ένα σκυλί ρομπότ, το οποίο πρώτα σου καρφώνει τσιπάκια εντοπισμού μην και σε χάσει και μετά δεν ησυχάζει αν δεν σε βρει και εκτελέσει. Το σκυλί ρομπότ είναι κινηματογραφικά απολαυστικό, το επεισόδιο είναι πολύ καλογυρισμένο από τον Ντέιβιντ Σλέιντ, η Mαξίν Πικ από απολαυστική αγωνίστρια δικηγόρος με τη λευκή περούκα του “Silk” εδώ γίνεται απολαυστική ηρωίδα ταινίας δράσης, αλλά ακόμη και η άρτια εκτέλεση όλου του ρομποτοσκυλοκυνηγητού σε φέρνει οριακά στο σημείο αν όχι να βαριέσαι, να αναρωτιέσαι πάντως ποιο τελικά το νόημα του επεισοδίου. Μέχρι που έρχεται το φινάλε και σβήνει κάθε τέτοια ένσταση, απογειώνοντας το επεισόδιο. Σκεφτόμουν ακριβώς το ίδιο πριν λίγες μέρες με το επίσης υπέροχο τέλος του “Τhe Florida Project“. Τέτοιου είδους πετυχημένα φινάλε μας κάνουν να σκανδαλιζόμαστε εξ αντιδιαστολής με τις ταινίες που το τέλος τους είναι αμήχανο, αδιάφορο, νερόβραστο: έτσι πρέπει να τελειώνουν ιδεατά τα έργα, με τρόπο δηλαδή που να τα ανεβάζει δυο επίπεδα πιο πάνω, όχι αυθαίρετα και εντυπωσιοθηρικά όμως, αλλά φωτίζοντας αναδρομικά με ένα διαφορετικό φως ό,τι έχει προηγηθεί.

Στο έκτο και τελευταίο επεισόδιο, το “Black Museum”, χωρούν τρεις διαφορετικές ιστορίες που θα μπορούσαν ενδεχομένως να είχαν η καθεμιά το αυτοτελές της επεισόδιο. O Μπρούκερ μοιάζει να λέει ότι η έμπνευσή του όχι μόνο δεν στερεύει αλλά αυγατίζει. Σε μια αμερικάνικη έρημο, πίσω από ένα βενζινάδικο, ένα μουσείο παράδοξων εγκληματολογικών παύλα τεχνολογικών εκθεμάτων. Το Black Museum είναι εν πολλοίς το ίδιο το Black Mirror, μέσα του υπάρχουν διάσπαρτα στοιχεία από όλα τα ως τώρα επεισόδια του, και ο Μπρούκερ με αυτοσαρκαστικό κέφι βάζει τον οικοδεσπότη του να είναι όχι μόνο εντελώς γλαφυρός στις περιγραφές του, σαν να είναι εθισμένος από την αφήγηση των ιστοριών, αλλά και εντελώς γλοιώδης κερδοσκόπος – σαδιστής. Αν ο Μπρούκερ είναι ο οικοδεσπότης, μετά από 19 επεισόδια ο θεατής του “Black Mirror” θα μπορούσε να είναι ο αντιήρωας της πρώτης από τις τρεις ιστορίες του επεισοδίου: ένα εμφύτευμα του επιτρέπει να αισθάνεται τον πόνο των άλλων. Ωστόσο αρχίζει και εθίζεται. Αρχίζει και θέλει όλο και παραπάνω πόνο και τρόμο για να πάρει τη δόση του. Ειδάλλως το σοκ αδρανοποιείται, το σοκ δεν τον σοκάρει. Ο Μπρούκερ έχει βάλει με το “Black Mirror” ένα εμφύτευμα και στο δικό μας κεφάλι. Τίποτα δεν είναι σίγουρο πια. Το όριο της πραγματικότητας, το όριο της συνείδησής μας, το όριο του εαυτού μας. Θέλουμε κι άλλο πόνο, θέλουμε κι άλλη τιμωρία. Τιμώρησε τους κι άλλο, Τσάρλι, σε αιώνιες ψηφιακές κολάσεις. Σε ακολουθούμε, χαμένοι κι εμείς ανάμεσα στη συνείδησή μας και σε οθόνες με κόσμους πιο πραγματικούς από τον πραγματικό.