Οι δύο όψεις της διασημότητας: το «Οι ύποπτοι φορούσαν γόβες» της Σοφίας Κόπολα είναι μια βασισμένη σε αληθινά γεγονότα ταινία που δείχνει μια σειρά από ανήλικα πλουσιοκόριτσα να μπαίνουν σε σπίτια διασημοτήτων στο Χόλιγουντ και να τα ξαφρίζουν. Το «Ruins/ Eρείπια» της Ζωής Μαυρουδή είναι ένα ντοκιμαντέρ που καταγράφει την ιστορία της διαπόμπευσης οροθετικών γυναικών στην Ελλάδα του 2012. Όπως τα πλούσια κορίτσια μπαίνουν στα σπίτια των διασήμων και ακόμα πιο πλουσίων από τα ίδια, σε μια πράξη που η ειδωλολατρεία του φαν συνορεύει με τον κανιβαλισμό των υλικών αγαθών του ειδώλου, αντίστροφα τα ερείπια μιας κοινωνίας μπαίνουν με την παρέμβαση κρατικών και μη θεσμών στα σπίτια των φιλήσυχων πολιτών, οι φωτογραφίες τους και τα προσωπικά τους δεδομένα γίνονται βορά για να υπενθυμιστεί ότι υπάρχουν πάντα χειρότερα από την οικονομική κρίση. Η Πολιτεία αναλαμβάνει το ρόλο να σε προστατέψει από τον επινοημένο κίνδυνό τους. Μια γυναίκα που εκδιδόταν σε οίκο ανοχής και βρίσκεται οροθετική δίνει το έναυσμα για ένα απίστευτο κυνήγι μαγισσών: ελάχιστες μέρες πριν από τις εκλογές του Μαΐου του 2012 τοξικομανείς γυναίκες μαζεύονται από τους δρόμους της Αθήνας, τους γίνονται εξετάσεις ουσιαστικά με το ζόρι βάσει μιας λίαν αμφιλεγόμενης υγειονομικής διάταξης και στη συνέχεια τους αποδίδονται κακουργηματικές κατηγορίες, προφυλακίζονται και η εικόνα τους δημοσιεύεται παντού. Η οροθετικότητα έχει ποινικοποιηθεί σχεδόν χωρίς φύλλο συκής, καθώς μας τις δείχνουν με το δάκτυλο ως τη νοσηρή απειλή, ως το φορέα του ιού που δεν πρέπει να μεταδοθεί στην ελληνική οικογένεια.

 

Τα σπίτια των διασήμων σε φέρνουν πιο κοντά στον προσωπικό τους χώρο, παίρνεις κάτι από την αύρα τους και πολύ πιο πρακτικά παίρνεις κάτι από τον πλούτο τους, αφού η συμμορία των εφήβων αυτών κατά τη διάρκεια της δράσης της έκλεψε πράγματα αξίας πάνω από 3 εκατομμύρια δολάρια. Θέλω να έχω αυτά που έχεις. Θέλω να γίνω σαν εσένα. Αντίστροφα, στην Ελλάδα της κρίσης μπορεί η ζωή μου να αλλάζει προς το δραματικότερο, αλλά τουλάχιστον δεν είμαι σαν εσένα που βλέπω στις φωτογραφίες που κυκλοφορούν στα τηλεοπτικά κανάλια και στο Διαδίκτυο. Μπαίνεις στο σπίτι μου, σε βλέπω και φρίττω. Τουλάχιστον δεν είμαι ερείπιο της κοινωνίας σαν εσένα. Εσύ με απειλείς. Δε με απειλεί η φτώχεια. Με απειλείς εσύ ως οροθετική.

Αν το «Οι ύποπτοι φορούσαν γόβες» δεν ήταν βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, εκτός των υπολοίπων ενστάσεών μου θα είχα και θέμα με την αληθοφάνειά του (αλλά η πραγματικότητα έχει αυτή την παραγνωρισμένη τάση να μην είναι αληθοφανής) και θα μου φαινόταν αδιανόητο πώς ήταν δυνατόν να συμβούν όλες αυτές τις κλοπές. Κι όμως: ξεκλείδωτα αυτοκίνητα με μέσα τους γεμάτα πορτοφόλια κι ένα σωρό από βίλες διασημοτήτων δίχως συναγερμούς, δίχως ιδιαίτερη φύλαξη, όπου είτε τα κλειδιά τα βρίσκεις κάτω από το χαλάκι είτε οι πόρτες είναι ανοικτές. Τα μέλη της της ιδιότυπης αυτής συμμορίας έβρισκαν στο Ίντερνετ ότι οι ιδιοκτήτες (η Πάρις Χίλτον, η Λίντσεϊ Λόχαν, η Μέγκαν Φοξ, ο Ορλάντο Μπλουμ και άλλοι) ήταν εκτός πόλης για γυρίσματα ή άλλες εκδηλώσεις, έβρισκαν μετά τη διεύθυνση της κατοικίας τους και πήγαιναν κι έκλεβαν ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα, πίνακες, ρολόγια, μετρητά, παραλίγο και το σκυλάκι της Πάρις. Το χειρότερο για την ταινία της Κόπολα είναι πως δεν πρόκειται απλά για μια ανέμπνευστη και βαριεστημένη ταινία, το χειρότερο είναι πως δε μυρίζει απλά αμηχανία ή εσφαλμένες εκτιμήσεις ή θολό βλέμμα ή κακό χειρισμό, αλλά πως πρόκειται για ένα σινεμά που μοιάζει επικίνδυνα με απάτη. Χωρίς σενάριο και σκηνοθετώντας διεκπεραιωτικά έως κακά, η Κόπολα μας σερβίρει στην ταινία της μια σειρά επαναλαμβανόμενων σκηνών. Υποτίθεται πως προσπαθεί να καταγράψει έναν πολιτισμό κενότητας, αλλά δε φαίνεται να μπαίνει καν στον κόπο να αξιοποιήσει την πρώτη ύλη του θέματός της, μήπως και προκύψει κάτι αληθινό, ουσιώδες και γόνιμο. Τα πράγματα για την Κόπολα είχαν ήδη αρχίσει να μυρίζουν περίεργα με το «Somewhere», αλλά το «Somewhere» είχε τουλάχιστον ακόμα μέσα του κάτι που θύμιζε ταλέντο. Εδώ όμως έχουμε μια απίστευτη επαναληπτικότητα σκηνών και καταστάσεων, τα ίδια και ξανά τα ίδια χωρίς να οδηγούν πουθενά, άντε να συμπληρωθεί το σκάρτο ενενηντάλεπτο να βγει το μεροκάματο. Αν κάτι διασώζεται από την ταινία είναι το σάουντρακ της, ο νεαρός Ίσραελ Μπρουσάρντ, μοιάζει να είναι ηθοποιός που έχει πράγματα να δώσει, άντε και η Έμα Γουάτσον, βασικά επειδή ο χαρακτήρας της είναι ο πιο σατιρικά – καταγγελτικά ευκρινής. Η ταινία ξεκινά με αφιέρωση στον Χάρυ Σαββίδη, τον Αμερικάνο ελληνοκυπριακής καταγωγής διευθυντή φωτογραφίας της ταινίας που πέθανε σε ηλικία 55 ετών κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της. Ο ελληνικός τίτλος της (ο πρωτότυπος είναι «Τhe Bling Ring») δεν είναι τόσο αυτοσχεδιαστικός όσο φαίνεται, καθώς είναι παρμένος από το το άρθρο του Vanity Fair στο οποίο βασίζεται η ταινία.

Το ντοκιμαντέρ της Ζωής Μαυρουδή θα αρχίσει να προβάλλεται στο «Μικρόκοσμο» από την Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου. Κι αξίζει κανείς να δει την καταγραφή ενός ακόμη σκοτεινού ορόσημου των τελευταίων ετών, αξίζει να δει την ιστορία αυτού του ντροπιαστικού στίγματος για το νομικό, πολιτικό και μιντιακό πολιτισμό της χώρας. Όσο πιο κάτω και αν πάμε και όσο και αν συνεχίσουμε να τρέχουμε με σπασμένα φρένα προς την κόλαση, υπό μία έννοια έχουμε ήδη πάει όσο πιο κάτω γίνεται διαπομπεύοντας άρρωστες γυναίκες.