Σε μια σκηνή τσακωμού ανάμεσα στο αντρόγυνο, ο Ντιν επαναλαμβάνει κατάπληκτος «I ‘m the bad guy here? I ‘m the bad guy here?» «Εγώ είμαι ο κακός;». Υπάρχουν έργα που εξετάζουν το δίκιο και των δύο πλευρών, που φωτίζουν το δίκιο και των δύο πλευρών, αφήνοντας τον θεατή να επιλέξει εκείνος ποιό δίκιο του πάει περισσότερο. Στο «Βlue Valentine» δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ή, αν συμβαίνει, δεν μπορώ εγώ να το διακρίνω. Γιατί εκείνο που εγώ διακρίνω είναι ότι ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Ντερεκ Σιανφράνς φωτίζει το δίκιο της μιας μόνο πλευράς. Λίγες σκηνές αργότερα, η Σίντι λέει με απόγνωση στο Ντιν ότι δεν αντέχει άλλο αυτήν την κατάσταση. Έχει φτάσει στα όριά της. Ποιά είναι όμως η κατάσταση που η Σίντι δεν αντέχει άλλο; Ότι ο Ντιν πίνει; Αυτό από μόνο του; Της έκανε και άλλα επεισόδια στο παρελθόν εκτός από αυτό που παρακολουθούμε; Αν της έκανε από πού προκύπτει;

Για μια ταινία που ο Σιανφράνς δούλευε στο μυαλό του χρόνια, η σεναριακή προσέγγιση μου μοιάζει ανεπαρκής. Άλλο δηλαδή ελλειπτικό σενάριο, άλλο χασματικό. Δεν υπάρχει αρκετό φως στο τί και στο πώς της Σίντι. Ας μην ήταν αναλυτικό το φως, ας ήταν απλά υπαινικτικό. Δηλαδή η Σίντι μπορεί να έχει τα δίκια της, αλλά τα δίκια της αφήνονται στη δική μας φαντασία, στη δική μας ερμηνεία, την ώρα που τα δίκια του Ντιν είναι πολύ πιο καταγεγραμμένα, πολύ πιο ορατά. Γενικότερα ο χαρακτήρας της μένει πιο ανεξερεύνητος. Ούτε ο τρόπος που φέρεται στον πρώην φίλο της είναι εντελώς ξεκάθαρος: του είχε βάλει όρκο ιερό να προσέχει κατά την συνουσία μη συμβεί κάνα ατύχημα και αυτός δεν μπόρεσε να πειθαρχήσει αρκετά, με αποτέλεσμα να τιμωρήσει την σχέση τους με την ποινή του θανάτου, δίχως το δικαίωμα απολογίας;

Θα μπορούσε βέβαια η ταινία να μην ασχολείται καθόλου με τα δίκια, να ασχολείται με την αντικειμενική παρακμή μιας σχέσης, πέραν του δίκαιου και του άδικου, του καλού και του κακού, πέραν του blame game. Καμία αντίρρηση σε μια τέτοια προσέγγιση. Αν λοιπόν η θέση του σκηνοθέτη είναι ότι μια σχέση μπορεί να παρακμάσει ακόμη και αν ο ένας θέλει να είναι απόλυτα μέσα της, και πάλι θα έπρεπε να είχε εξηγήσει λίγο καλύτερα τι φταίει στον άλλον. Γιατί ο Ντιν είναι απόλυτα μέσα στη σχέση. Εξηγεί στη Σίντι ότι ο λόγος που δεν έχει άλλες φιλοδοξίες, είναι επειδή δεν ζητά κάτι άλλο απ’ τη ζωή. Ζει το όνειρό του: να είναι σύζυγος της Σίντι, να είναι πατέρας της κόρης τους, να έχει μια δουλειά ευτελή που του επιτρέπει να μπορεί να πιει το πρωί. «Έχεις τόσες δυνατότητες, γιατί δεν τις αξιοποιείς;», θα τον ρωτήσει εκείνη. «Τι πάει να πει δυνατότητες; Γιατί θα έπρεπε να βγάζω από τα ταλέντα μου λεφτά; Τι παραπάνω να θέλω;»

«Oι γυναίκες παντρεύονται ελπίζοντας ότι ο άντρας τους θα αλλάξει. Οι άντρες παντρεύονται ελπίζοντας ότι η γυναίκα τους δεν θα αλλάξει. Oπότε και οι δύο αναπόφευκτα απογοητεύονται». Να είναι εκεί το μυστικό της ταινίας; Ότι αυτός παρέμεινε underachiever, ότι δεν άλλαξε μαζί της; Μου μοιάζει πως δεν είναι αυτό το μυστικό της. Μου μοιάζει να τον ρωτάει σαν μια φίλη που θα ήθελε να μη χαραμίζεται ένας φίλος της, παρά σαν μια γυναίκα που φοβάται ότι ο άντρας της έχει πάρει λάθος δρόμο και μαζί με αυτόν και ο γάμος τους. Ίσως δεν τον ερωτεύτηκε ποτέ, ίσως απλώς τον συνάντησε στην πιο περίεργη στιγμή και για αυτό τον παντρεύτηκε, ίσως το μυστικό της δεν είναι ότι εκείνος δεν μεγάλωσε και δεν άλλαξε, αλλά ότι ο έρωτάς του ήταν μονομερής.

Σε βλέπω να ετοιμάζεσαι να με κολλήσεις στον τοίχο, ρωτώντας με τι κάνω τώρα: δεν δίνω τη δική μου ερμηνεία επί του δίκιου της, άρα δεν είναι για αυτό επιτυχημένο το έργο; Όχι, σου επαναλαμβάνω. Άλλο είναι το έργο να έχει καλύψει επαρκώς το δικό του σκέλος παραμένοντας ανοικτό, επιτρέποντάς σου μετά να δώσεις τη δική σου ερμηνεία και άλλο η σκέψη σου να προσπαθεί να καλύψει τρύπες. Με όλες αυτές τις ενστάσεις, η ταινία ασφαλώς και είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Σκηνοθετημένη εκεί που πρέπει με χάρη κι εκεί που πρέπει με ένταση, πατώντας γερά πάνω σε δυο σπουδαίες ερμηνείες και μιλώντας παράλληλα για την αρχή και το τέλος (;) μιας σχέσης, είναι μια ταινία που και αξία έχει και λόγο ύπαρξης.

Η Μισέλ Γουίλιαμς βρίσκεται στην πεντάδα των υποψηφίων για τον πρώτο γυναικείο ρόλο. Η σε αντιδιαστολή απουσία του -τουλάχιστον εξίσου- εξαιρετικού Ράιαν Γκόσλινγκ από τον πρώτο ανδρικό μοιάζει χτυπητή, αντικατοπτρίζοντας την πλήρη ανδροκρατία του Χόλιγουντ στον τομέα των πρωταγωνιστικών ρόλων, ανδροκρατία που έχει χίλια καλά για τους άνδρες ηθοποιούς και χίλια κακά για τις γυναίκες, εκτός από κάτι τέτοιες περιπτώσεις, που ελλείψει ρόλων η καλή γυναικεία ερμηνεία θα αναδειχθεί, ενώ στους άντρες ο ανταγωνισμός είναι πέντε φορές μεγαλύτερος. Αλλά ο Ράιαν δεν χαλιέται. Στο μέλλον θα πρωταγωνιστήσει σε τόσες πολλές περισσότερες και καλύτερες ταινίες από την Μισέλ και την κάθε Μισέλ, που σε αντίθεση με τον Ράιαν και τον κάθε Ράιαν έχει να τα βάλει και με το πέρασμα του χρόνου, ενώπιον του οποίου το Χόλιγουντ είναι αμείλικτο.