Mετά την κοσμοϊστορική επιτυχία που γνώρισαν οι σειρές Δέκα για το Δέκα και Δέκα και Μία για το Έντεκα, επανέρχομαι φέτος με Δέκα και Δύο για το Δώδεκα, παρουσιάζοντας δηλαδή σε αντίστροφη μέτρηση τις δέκα και δύο ταινίες που είδα και ξεχώρισα μέσα στο ημερολογιακό έτος 2012. Συνολικά πάντως η χρονιά φέτος ήταν όχι ιδιαίτερα ικανοποιητική και μακάρι το 2013 (που αναμένεται τουλάχιστον να μπει δυναμικά με κάτι Ταραντίνους και Σπίλμπεργκ και Μπίγκελοου και Άφλεκ και λοιπά οσκαρικά υλικά) να αποδειχθεί καλύτερο.

Ας ξεκινήσω από τις δύο ταινίες που είδα σε φεστιβάλ και μου γεννούν την επιθυμία να σημειώσω κάτι για αυτές. Είναι και οι δύο ντοκιμαντέρο:

  • Από το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου το «Όλοι στο Λαρζάκ» του Κριστιάν Ρουό. Δείχνει την πάλη των Γάλλων αγροτών στην περιοχή του Λαρζάκ που κράτησε από το 1971 ως και το 1981. Ο στρατός ήθελε να επεκτείνει τις προϋπάρχουσες στην περιοχή εγκαταστάσεις του απαλλοτριώνοντας τα κτήματά τους. Η άρνηση εκατόν τριών οικογενειών μετατράπηκε σε εθνική υπόθεση. Ο πολιτικός αγώνας όχι ως σπριντ αλλά ως μαραθώνιος. Η αλλαγή της συνείδησης των ίδιων των αγροτών, ο τρόπος που άλλαξε ο τρόπος σκέψης τους, ο τρόπος που άλλαξε συνολικά η ζωή τους. Μια ουσιαστικότατη και υποδειγματικά πολιτική ταινία.
  • Από τις Νύχτες Πρεμιέρας το «Αnaparastasis: H Ζωή και το Έργο του Γιάννη Χρήστου» του Κωστή Ζουλιάτη. Ο σκηνοθέτης (που οφείλω να διευκρινίσω πως είναι φίλος μου) φτιάχνει ένα έργο – κιβωτό του στίγματος ενός ιδιοφυή συνθέτη, προσφέροντας μας μια ταινία η επιδραστικότητα της οποίας είναι αντιστρόφως ανάλογη των μέσων που είχε στη διάθεσή του συναρμολογώντας την επί χρόνια, καθώς υπάρχουν στιγμές στο ντοκιμαντέρ που η μουσική του Γιάννη Xρήστου ηχεί στα αυτιά σου με τρόπο που ευθέως σε κλονίζει και σε κάνει να νιώθεις ότι έρχεσαι σε επαφή με κάτι βαθύτατα δυνατό.

Και τώρα το τοπ τεν που όλοι περιμέναμε:

10) «Άθικτοι» των Ερίκ Τολεντανό και Ολιβιέ Νακάς: ακόμα κι αν ξεκινάς να τη βλέπεις δύσπιστος για το μήνυμά της, διαπερνάει με άνεση όλες τις άμυνες σου. «Όλες οι διαφορές τάξεων και φυλών σβήνουν πανεύκολα σε μια φιλία»; Ή ακόμα χειρότερα «Τι κι αν είσαι ανάπηρος, δεν τρέχει μία, δες τη φωτεινή πλευρά της ζωής; Όχι, δεν είναι αυτό η ταινία, δεν είναι αυτό που την έκανε τεράστια εμπορική επιτυχία και πολιτιστικό φαινόμενο στην πατρίδα της. Η ταινία είναι η στιγμή που ο (ολοζώντανος, μαύρος, νέος, μετανάστης) Ομάρ Σι ξυρίζει τον (τετραπληγικό, λευκό, μεσήλικα, αριστοκράτη) Φρανσουά Κλιζέ και μολονότι εκείνος τον παρακαλεί να του κόψει τον λαιμό, δεν τον αντιμετωπίζει με οίκτο, αλλά με στάση αναιδή. Λίγο μετά τον ξυρίζει σαν τον Νταλί και τον Χίτλερ. Η σκηνή συνοψίχει το ήθος και το ύφος των «Άθικτων»: μακριά από βερμπαλισμούς για την αξία της ζωής, κοντά στην θέρμη της ζωής.

9) «Mεσοτοιχίες» του Γκουστάβο Ταρέτο: μολονότι η ταινία είναι βασικά ένα εμπνευσμένο «αγόρι συναντά κορίτσι» είναι ταυτόχρονα και πολλά άλλα πράγματα. Όπως κυρίως ένα γράμμα κριτικής αγάπης στο απείθαρχο αρχιτεκτονικά Μπουένος Άιρες και την αταξία με την οποία χτίστηκε, από την οποία όμως παράγεται και μια παράδοξη ομορφιά. Άνθρωποι που για να ξεφύγουν από τα διαμερίσματα κλουβιά τους, ανοίγουν παρατύπως τρύπες – παράθυρα στις μεσοτοιχίες. Μια πόλη που αναπνέει έξω από τα πολεοδομικώς προβλεπόμενα. Μια ανάσα που έρχεται σε αντιδιαστολή με την ασφυξία την οποία προξενεί μια άλλη σκηνή, που μας δείχνει ένα αγοράκι να κάνει ποδήλατο σε ένα μπαλκόνι τόσο μικρό και τόσο στενό, ώστε έχει χώρο για να κάνει μόνο δυο πεταλιές μπροστά και δύο πίσω, δυο πεταλιές μπροστά και δυο πίσω. Είναι μια ρομαντική κομεντί που οι ήρωές της δεν κατοικούν στις σελίδες ενός σεναρίου, αλλά σε μια αληθινή πόλη, η οποία δεν λειτουργεί ως καρτ ποστάλ, αλλά ως τόπος που τους συγκαθορίζει.

8) «Skyfall» του Σαμ Μέντες: Τη βάζω στη δεκάδα, μολονότι δεν υπήρξα ποτέ φαν του Μποντ, όχι μόνο επειδή μου άρεσε πολύ όταν την είδα, αλλά κι επειδή η επίγευση της γοητείας της δεν λέει να φύγει. Δεν έχει νόημα να πεις πολλά για αυτήν. Στο κάτω κάτω είναι μια ακόμα ταινία του Τζέιμς Μποντ· αλλά ταυτόχρονα και ενός σημαντικού σκηνοθέτη, του Σαμ Μέντες, που φτιάχνει μια εικαστικά συναρπαστική ταινία, γεμάτη υπέροχα κάδρα και με μια ροή σχεδόν ανεπίληπτη. Ένα λίαν ευπρόσδεκτο λουτρό ύφους για έναν παλαιομοδίτη ήρωα μιας παλαιομοδίτικης χώρας. Μιας χώρας που αναδεικνύει χωρίς ενοχές το πολιτισμικό κεφάλαιο της ποπ κουλτούρας της ως το γερό χαρτί της, όπως έκανε ο Ντάνι Μπόιλ στις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών, όπως κάνει και στο «Skyfall» ο Μέντες.

7) «Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο» του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν: Μια εντελώς καίρια πολιτικά ταινία. Μασσαλία. Ναυπηγεία. Πρέπει να απολυθούν κάποιοι για να σωθούν οι θέσεις των υπολοίπων. Μολονότι η διαδικασία γίνεται με κλήρωση, μολονότι στην κλήρωση μπαίνει οικειοθελώς κι ένας πενηντάρης συνδικαλιστής, μολονότι κληρώνεται, ένας νέος απολυμένος θα στραφεί με διάφορους τρόπους εναντίον του. Ένας από αυτούς λεκτικός: Εσύ, του λέει, έχεις ούτως ή άλλως να λαμβάνεις την αποζημίωσή σου και τη συνταξάρα σου. Εσύ έχεις ήδη κερδίσει. Έχει ήδη κερδίσει γιατί πρόλαβε και δούλεψε σε χρόνια διαφορετικά από τα δικά του. Ο μέσος εργαζόμενος περνά από το στάδιο που μπορούσε να ζήσει με αξιοπρέπεια στο στάδιο που δεν μπορεί. Και ο πρώτος εχθρός που βλέπει εμπρός του είναι όσοι ανήκουν στην ίδια τάξη με αυτόν αλλά σε προηγούμενη γενιά. Η αδικία από γενιά σε γενιά, η ανισότητα των βαρών ανάμεσα στην ίδια τάξη. Ο πενηντάρης αναρωτιέται με τη γυναίκα του αν στήριξαν την ευτυχία τους σε βάρος άλλος ανθρώπων, Μέχρι τώρα ήξερες πως αν εργάζεσαι τίμια και παίρνεις το μισθό σου, δεν απέκτησες τίποτα εις βάρος κανενός. Τώρα αρχίζει να διαχέεται το ιδεολόγημα, πως φυσικά και απέκτησες ό,τι απέκτησες εις βάρος κάποιων, το απέκτησες εις βάρος των νεότερων γενιών, καθώς η οικονομία κατέρρευσε επειδή είχες δυσβάσταχτα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Το πολιτικό σκέλος μπορεί να είναι βασικό, αλλά δεν είναι το μόνο: η ταινία διηγείται μια πολυσύνθετη ιστορία και αξίζει από κάθε πλευρά να τη δει κανείς.

6) «Το Μικρό Σπίτι στο Δάσος» του Ντρου Γκόνταρντ: Η ταινία που με βάση τις προσδοκίες, με εξέπληξε περισσότερο ευχάριστα απ’ όλες. Πέντε αρχετυπικοί για ταινίες τρόμου φοιτητές κολλεγίου πάνε για σαββατοκύριακο σε μια επίσης αρχετυπική ερημική καλύβα στα βουνά. «Νομίζετε ότι την ξέρετε αυτήν την ιστορία», όπως λέει κι η αφίσα. Ένα μεταμοντέρνο σινεφίλ πανηγύρι. Οι ταινίες τρόμου ξυπνάνε και δολοφονούν τους δημιουργούς τους. Βγαίνουν από το σκηνικό τους, βγαίνουν από τις καλύβες τους στα δάση, βγαίνει η κάθε μια από το κουτάκι που είναι αρχειοθετημένη στην μεγάλη ταινιοθήκη του τρόμου, ο κάθε εφιάλτης βγαίνει από το κλουβί του και μεταφέρονται στα στούντιο από όπου μέχρι πριν από λίγο τους μανιπουλάριζαν. Υπάρχουν σκηνές όχι απλά ανθολογίας αλλά αληθινής κινηματογραφικής γιορτής. Απολαυστικότατο σινεμα, ακόμα κι αν όλο αυτό είναι απλά ένα καλαμπούρι. Μια ερμηνεία για το ότι μπορεί και να είναι κάτι περισσότερο από καλαμπούρι, μπορείς να δεις αν πατήσεις το λινκ του τίτλου.

5) «The Master» του Πολ Τόμας Άντερσον: Ένας μεγάλος σκηνοθέτης, δυο ηθοποιοί μεγάλου βεληνεκούς -ο Γιόακιν Φίνιξ με στρεβλωμένο πρόσωπο και κυρτωμένο σώμα καταφέρνει και κλέβει την παράσταση ακόμα κι από τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν- ένα ιδιαίτερα ιντριγκαδόρικο θέμα, εικόνες μεγάλης κινηματογραφικής δύναμης. Ένα ρετάλι του Β’ παγκοσμίου πολέμου, ένας άντρας που αδυνατεί να επανενταχθεί κανονικά στην κοινωνία, πέφτει πάνω σε έναν άντρα τόσο χαρισματικό που έχει φτιάξει τη δική του πνευματιστική σέκτα, η οποία εξαπλώνεται. Ένας άντρας που ανοίγει δικούς του δρόμους στη ζωή ως οδηγός -έστω και ως κομπογιαννίτης οδηγός- κι ένας άντρας που τριγυρνάει χαμένος. Οι δρόμοι τους θα ενωθούν. Για να είναι το «The Master» μόνο στο νούμερο πέντε, κάτι δεν λειτούργησε ιδανικά. Από την άλλη, ακόμα κι έτσι, πιο κάτω από το νούμερο πέντε δεν γίνεται να βάλεις ένα τόσο σαγηνευτικό έργο, που σίγουρα θα θελήσεις να το δεις και ξαναδείς μελλοντικά.

4) «Γράψε Λάθος» του Γιόζεφ Σένταρ: ισραηλινή ταινία που προβλήθηκε το καλοκαίρι και πέρασε δυστυχώς μάλλον απαρατήρητη. Οι καθηγητές (μελετητές του Ταλμούδ) Ελιέζερ και Ουριέλ Σκόλνικ. Ο γιος λίγο πάνω απ’ τα 40, ο πατέρας λίγο κάτω απ’ τα 70. Ο πατέρας μολονότι δεν είναι αμελητέα ποσότητα επιστημονικά, απέχει παρασάγγας από την επιτυχία του γιου του. Μπορεί να συγκριθεί με τίποτα αυτού του είδους η καταξίωση, η καταξίωση στα μάτια των πολλών; Ναι, με την καταξίωση στα μάτια του ενός, με την πατρική καταξίωση. Συνήθως ξεκινάμε τη ζωή μας καταξιωμένοι στα μάτια των γονιών μας και στην πορεία ψάχνουμε να τη βρούμε και στα μάτια των πολλών. Εδώ ο γιος είναι καταξιωμένος από τους πολλούς, αλλά όχι από τον πατέρα του. Στην πορεία της ταινίας όταν ο γιος θα χρειαστεί να κοιτάξει λίγο πέρα από τον μύθο του πατέρα του και να προσπαθήσει να εξηγήσει με λεπτομέρειες γιατί ο πατέρας του είναι ένας ξεχωριστός επιστήμονας, θα διαπιστώσει πως ο μύθος του είχε θολώσει την κρίση. Σε παράλληλο μοντάζ παρακολουθούμε τον μεν πατέρα να κατεδαφίζει τα όσα ο γιος του έχει πετύχει και τον γιο να προσπαθεί να βγάλει από την μύγα ξύγκι για να αναδείξει το ιδιαίτερο στο έργο του πατέρα του. Μια πραγματικά εξαιρετική ταινία, που πατά σε ένα σενάριο γεμάτο αποχρώσεις και χυμούς.

3) «Σώμα με Σώμα» του Ζακ Οντιάρ: ο Ματίας Σένερτς και η Μαριόν Κοτιγιάρ. Ένας άντρας που ζει μέσα στο σώμα του, που ζει για το σώμα του, που είναι βασικά σώμα, και μια γυναίκα που το σώμα της το είχε θέσει ποικιλοτρόπως στην υπηρεσία του θεάματος, μέχρι που το θέαμα μετά την προειδοποιητική βολή της το ακρωτηριάζει. Μια μελοδραματική πρώτη ύλη, τραγικά ατυχήματα, ένα μικρό αγόρι που στερείται τη φροντίδα των γονιών του, γροθιές στα παγάκια και γροθιές στον πάγο, ένα παράξενο ζευγάρι σε μια παράξενη σχέση. Ε και; Ε και η ταινία απογειώνεται σκηνοθετικά από τον Ζακ Οντιάρ. Το αληθινό σινεμά αρχίζει εκεί που δεν μπορούν να συνεχίσουν να περιγράφουν οι λέξεις. Μπορείς να πεις την ιστορία, μπορείς να δώσεις μια ερμηνευτική εκδοχή για νοήματα, μπορείς να μιλήσεις ακόμη και για συναισθήματα που σου γεννιούνται, αλλά η ταινία ως ταινία είναι αυτό το συγκεκριμένο σώμα εικόνων, που είναι κινηματογραφημένες, φωτισμένες, μονταρισμένες και μουσικά επενδυμένες έτσι και όχι αλλιώς. Αυτό το ολότελα μυστηριώδες και ακαταμάχητα γοητευτικό πράγμα που λέγεται σκηνοθετική ματιά. Αυτή η ματιά που κάνει το «Σώμα με Σώμα» μια ταινία που ήδη αγαπάς.

2) «Shame» του Στιβ Μακ Κουίν: Ο Μπράντον θα μπορούσε να είναι σεξομανής, αλλά να τη βρίσκει. Το πρόβλημα δεν είναι στην ποσότητα ή στο είδος, αλλά στην έλλειψη χαράς. Το «Shame» μιλά για την παθολογία του σεξ, για την εκτροπή του από παράγοντα έκστασης σε κάτι άρρωστο. Μας προσφέρει έναν ήρωα για τον οποίο το σεξ είναι μια εμμονή που δεν του προσφέρει ανακούφιση αλλά μάλλον πόνο, ένα ήρωα για τον οποίο το σεξ είναι μια νοσηρή επιστροφή σε μια πιθανολογούμενη παλιά πληγή του. Ένα σεξουαλικό όργιο του Μπράντον που με όρους πορνογραφίας είναι μια σκηνή θριάμβου και με όρους αντρικής μυθολογίας μια σκηνή ζηλευτή, σκηνοθετείται ως ένα θέατρο απόγνωσης, όπου πηδάς με μανιασμένη απελπισία γιατί έχεις φτάσει σε οριακό σημείο και ο μόνος τρόπος για να μην σκεφτείς αυτά που δεν θέλεις, είναι καταπλακώνοντάς τα με περισσότερο, αγριότερο κι όσο πιο μηχανικό γίνεται σεξ. Ο Μπράντον είναι ένας κινηματογραφικός ήρωας που καταλαμβάνει μια μόνιμη θέση στη μνήμη, χάρη τόσο στον κόσμο που του χτίζει με μαεστρία ο Στιβ Μακ Κουίν, όσο βέβαια και στον Μάικλ Φασμπέντερ που παίρνει τον ρόλο και τον γεμίζει με κάτι ανυπόφορα οδυνηρό στο βλέμμα.

1) «Αγάπη» του Μίκαελ Χάνεκε: Όσο σκέφτεσαι αυτήν την ταινία, τόσο περισσότερο σκανδαλιστική βρίσκεις την λιτότητα της. Πώς γίνεται, πώς έκανε ο Χάνεκε κάτι τόσο σημαντικό με υλικά τόσο σκανδαλωδώς απλά; Δύο σκηνές εκτός διαμερίσματος στην αρχή της ταινίας και στη συνέχεια εγκλεισμός στο διαμέρισμα που γίνεται ο απόλυτος τόπος της: ένα γερασμένο ζευγάρι, λίγοι εισβολείς στη διαδρομή της φθοράς τους (συγγενείς, παλιοί μαθητές, νοσοκόμες, θυρωροί, ένα περιστέρι). Η γυναίκα που αρχίζει να εκπίπτει σωματικά και πνευματικά, ο άντρας της που προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Σχεδόν αυτό είναι όλο. Ο Χάνεκε φτάνει στον πυρήνα των πραγμάτων, στον πυρήνα της ανθρώπινης κατάστασης, με μια ταινία που θα μπορούσε να είχε γυρίσει με ελάχιστα μέσα ο καθένας. Κοιτάζει την έκπτωση κατά πρόσωπο, ψύχραιμα, κρυστάλλινα, με διαύγεια. Η Εμανουέλ Ριβά παραληρεί από το κρεβάτι «κακό, κακό, κακό», φωνάζοντας όχι μόνο για το κακό που έχει βρει την ίδια, αλλά για το κακό που είναι σύμφυτο με τον άνθρωπο, για τη θνητότητα και τη φθορά του χρόνου. Απέναντι στο κακό, ο συγκλονιστικός και στοιχειωτικός Ζαν Λουί Τρεντινιάν αντιπαραθέτει την αγάπη. Την αγάπη μιας κοινής ζωής δεκαετιών. Μια αγάπη που μοιάζει σε όλα της ιδεατή. Μπορεί ακόμα και η ιδεατή αγάπη να αντιπαραβληθεί στο φυσικό κακό που χτυπάει τον άνθρωπο; Η «Αγάπη» είναι ένα λιτό, δεξιοτεχνικό υπαρξιακό αριστούργημα.